Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

Μίμνερμος " τίς δὲ βίος..." Απόδοση από τον Κώστα Τσιαχρή

 



τίς δὲ βίος, τί δὲ τερπνὸν ἄτερ χρυσῆς Ἀφροδίτης;

          τεθναίην, ὅτε μοι μηκέτι ταῦτα μέλοι,

κρυπταδίη φιλότης καὶ μείλιχα δῶρα καὶ εὐνή,

          οἷ' ἥβης ἄνθεα γίγνεται ἁρπαλέα

ἀνδράσιν ἠδὲ γυναιξίν· ἐπεὶ δ' ὀδυνηρὸν ἐπέλθῃ 5

          γῆρας, ὅ τ' αἰσχρὸν ὁμῶς καὶ κακὸν ἄνδρα τιθεῖ,

αἰεί μιν φρένας ἀμφὶ κακαὶ τείρουσι μέριμναι,

          οὐδ' αὐγὰς προσορῶν τέρπεται ἠελίου,

ἀλλ' ἐχθρὸς μὲν παισίν, ἀτίμαστος δὲ γυναιξίν·

          οὕτως ἀργαλέον γῆρας ἔθηκε θεός. 10



Ποια ζήση , ποια χαρά , χωρίς την Αφροδίτη τη χρυσή ;

Μακάρι να πεθάνω .Όταν καθόλου αυτά δε θα με συγκινούν 

ο έρωτας ο σκοτεινός, τα δώρα τα γλυκά  ,η χαρά του κρεβατιού ,

όσα  μεθυστικά λουλούδια νιότης βγαίνουν 

σε άντρες και γυναίκες. Όταν τα ασήκωτα τα γηρατειά πλακώσουν ,

που ασκημαίνουν και χαλάν μαζί τον άντρα ,

συνέχεια το μυαλό του σφίγγουν έγνοιες τρομερές 

κι ούτε να βλέπει τις αχτίδες του ήλιου στέργει .

Τον αποπαίρνουν τα παιδιά του ,τον χλευάζουν οι γυναίκες.

Έτσι, γεμάτα οδύνες  έπλασε ο Θεός τα γηρατειά 

Κώστας Τσιαχρής



Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

 ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ  ΕΑΥΤΟΥ

1.      Του ασώτου πατρός και υιού

2.      Του νεκρού  εαυτού

3.      Λύκε  Λύκε

4.      Πρόγονος  vs  απόγονος

5.      Σημειολογικό  βραχυκύκλωμα

6.      Τα εις  Εαυτόν 2021 μ. Χ.

7.      Ο  Πεισίστρατος

8.      Ο κουμπαράς

9.      Αναζήτηση ταυτότητας

10.   Κοινή συναινέσει

11.   Κυκλοδίωκτος

12.   Με τους ώμους  του Άτλαντα

13.   Τα  μπλουζ  της  Περσεφόνης

14.   Εκδοχές πολέμου

15.   Το  υποβρύχιο

16.   Ο  κύριος Τειρεσίας

17.   Οχλοκρατίας ανάγνωσμα

18.   Αναζήτηση πολυφωνίας

19.   Κύκνειο άσμα

 

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ   ΠΝΙΓΜΟΥ

 

21.   Με τον τρόπο του  Αιγέα

22.   Μισθός  ναυαγοσώστη

23.   Πνευματική  ξηρασία

24.   Ποίημα για τρεις φωνές σε ναυάγιο

25.   Ο Τιτανικός 

26.   Αναπαράσταση πνιγμού

27.   Εικονικός πνιγμος

28.   Αιτιοκρατική σχέση

29.   Η στέψη του Καρλομάγνου

30.   Χορωδία  ναυαγίου

31.   Οδηγίες ανάνηψης από πνιγμούς σε μια κουταλιά νερό

 

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ  ΣΚΗΝΗΣ

 

32.   Κατεδάφιση  αυθαιρέτου

33.   Αυτεπίστροφο

34.   Καταθλιπτικό επεισόδιο

35.   Ετεροδικίες

36.   Φίφτυ –φίφτυ

37.   Έννεπε

38.   Μέσα στη μουσική

39.   Χαμηλό βαρομετρικό

40.   Σφετεριστής  τίτλων ευγενείας

41.   Σαβουάρ  βιβρ

42.   Παραίτηση

43.   Βακχικόν

44.   Μάθημα  αθανασίας

45.   Ταυρομαχία

46.   Το τρωκτικό

47.   Δημογραφικό  πρόβλημα

48.   Αδημονία

49.   Φωτογραφία  Ανφας σε επιτύμβια στήλη

50.   Οξύμωρο

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΑΥΤΟΥ

 

Του ασώτου πατρός και υιού

Κάθε  βράδυ  πριν από τον ύπνο

σφουγγαρίζει  μέσα στο μυαλό μου

ο ρόλος του άσωτου  πατέρα

Μήπως  πέσει  και γλιστρήσει

σπάζοντας τα πόδια του

ο  ρόλος του άσωτου υιού

Ύστερα  πάω , νίβομαι

και πέφτω ήσυχος για ύπνο

Τόσο ήσυχος που το ξημέρωμα

σχεδόν τα χάνω

βλέποντας στο πρόσωπό μου

στον καθρέφτη

πάλι τις πατημασιές

από τις λερωμένες μπότες

του άσωτου εαυτού

και του πατέρα και του υιού

 Í

Του νεκρού  εαυτού

Σε 51 τόσα χρόνια

Έζησες κυρίως  κάτω απ' το κρανίο σου

Ελάχιστα έξω από αυτό

Και τώρα πια τις  αποδράσεις

τις πληρώνεις με  αίμα

που γεμίζει μπουκαλάκια

Για να τρέφονται οι βρικόλακες

και πριν  παλουκωθούν

την τελευταία στιγμή στο στήθος

να προφταίνουν   ένα χτύπημα  με τη σφεντόνα

Στα   άτιμα

Τα φλύαρα πουλάκια

Που  όλο υπονοούμενα και μίσος

Φυτιλιάζουν  με άρνηση για σένα

την  ανήξερη  Αρετή σου

 Í

Λύκε Λύκε

Είναι δύσκολη η συμβίωση με λύκο

Τρίχες στο νιπτήρα το πρωί

Το  βράδυ ουρλιαχτά

Και να'χεις πάντοτε στο νου την αγωνία

Να  φιμώσεις με ό,τι μαξιλάρι  σου έχει μείνει

τη μουσούδα 

Όλο  ευγένειες

Παρακλήσεις  μην ξυπνήσει

άτσαλα  το σαρκοβόρο

Μη και γδάρει με τα νύχια τους καθρέφτες

και  φανεί από κάτω η άλλη όψη

Ο  φαγωμένος  κυνηγός

Η φαγωμένη  εβδομηντάρα

Που ήθελε να δείχνει κοριτσάκι

κάτω από το κόκκινο

Ολοκόκκινο κραγιόν  της

 Í

 

Πρόγονος  vs  απόγονος 

Κάποιες φορές  ο πρόγονος  στο  αίμα μου

ζητάει  συγχωροχάρτι  απ΄ τον απόγονο

και  κάποιες άλλες ο απόγονος

ανοίγει λάκκο

για να θάψει  πιο βαθιά τον πρόγονο

Σπανίως ,

σφίγγουν ο ένας τον σφυγμό  του άλλου

ανακαλύπτοντας στο σχήμα

της αντίπαλης  καρδιάς

μια πεταλούδα

Εκεί  εγώ σα   μεσολαβητής

ανάμεσα σε δυο γκρεμούς

μαζεύω   αγριολούλουδα

απ’τον ίλιγγό  μου

Παίζω τον χαμένο συγγενή

που βρέθηκε μετά από αναζητήσεις

του Ερυθρού  Σταυρού

με σκοτωμένο  παρελθόν και μέλλον

να παραθερίζει

στο νησί των Λωτοφάγων

 

 Í

Σημειολογικό   βραχυκύκλωμα

Πόσοι άνθρωποι πριν από μένα, κάτω από την επίδραση ενός τρόμου ή μιας ελπίδας, περίμεναν το λόγο του Θεού, ένα σημάδι των άστρων, την εξαγγελία της αναγέννησης ή της καταστροφής του κόσμου. Και ταυτόχρονα περίμεναν άλλα πράγματα πιο φυσικά, τη βροχή, τον ήλιο, το διάβα ενός ζώου. Και ξάφνου, από ασυνείδητο βραχυκύκλωμα, το σημάδι του μικρότερου συμβάντος μεταμορφώθηκε σε σημάδι του μεγαλύτερου. 

 

                                                                                                                                                                                   Umberto Eco

 

Το σημάδι

ότι έχασα οριστικά

το πρόσωπο μου

έμπλεξε με το σημάδι

από κρασί

επάνω στο καλύτερο

πουκάμισο

που φόρεσα

για να γιορτάσω

την απώλεια

Ώστε κάθε που αντικρίζω

ένα ποτήρι κόκκινο κρασί

τρομάζω

μη και πίνοντας 

ο πότης ως τον πάτο

νιώσει στο λαρύγγι

το χαμένο πρόσωπο

κι από αηδία

φτύσει καταπάνω μου

και μου λερώσει πάλι

το μεταξωτό πουκάμισο

 

Í 

 

Τα  εις εαυτόν 2021 μ. Χ.

Όλες οι προστακτικές

πήραν  σήμερα εξιτήριο

πρώτη φορά που ζει η ζωή μου

την οριστική της έγκλιση

Το δέον φόρεσε καινούριο αρχίγραμμα

έγινε ρέον

Κι ένας λυμένος εαυτός

άδειο κολάρο

Γάβγισε χαρούμενα μέσα στο σπίτι

Τρίβοντας με ανυπομονησία τη μουσούδα του

στα πόδια του αφεντικού

για την απογευματινή του βόλτα

 

Κι ένιωσα τόσο εκλεκτός

Τύχη βουνό

Έχοντας συντροφιά μου

Τέτοια ράτσα

Καθαρόαιμου εαυτού

 

 Í

Ο  Πεισίστρατος

Δεν έχω  νόημα  κάτω  απ' τη γραφή μου

Δεν πιστεύω σε μαχαίρια

που τροχίζονται στο στόμα

Δε φονεύω με τα λόγια

Και προπάντων

Δε γνωρίζω  αυτό που λέω

αν είναι σάλπιγγα ή μεγάφωνο ή κραυγή

Που της τραβούν τους φθόγγους με τανάλια

Και πονάει

Δηλητηριο  σωριασμένο πίσω από χαμόγελα ειρωνείας

Αν είναι  ρίζα  θρήνου

που βαθαίνει  και ζητάει  εκδίκηση

μέσα στο πρόσωπο

Ούτε μιλάει πια η φωνή μου

Ούτε φωνάζει η μιλιά μου

Μόνο ένα  σκυμμένο πλάσμα  

κάθεται   στο μέρος του τυράννου

Μόνο ένα   σκυμμένο πλάσμα 

προσκυνάει  το  σκύψιμό  μου

Μέσα σε ανεξήγητη γιορτή

 

Έτσι όμορφα έτσι γιορτινά

Με τυμπανοκρουσίες  κι αλαλαγμούς

Κατρακυλάει στ' αγκάθια

Σέρνει τη ζωή μου

Ο Πεισίστρατος

Και σέρνομαι - τάχα  σκληρίζοντας για λευτεριά -

Μαζί του και μαζί της

 

Í 

Ο  κουμπαράς 

Το τελευταίο  εναπομείναν νόμισμα

σε αυτόν τον κουμπαρά

είναι ένας σκουριασμένος ρόλος

που δεν έπαιξα

Και τώρα κάθεται  φυλακισμένος

και βροντάει

στο ψυχρό μεταλλικό  κουτί

Κι εγώ μετράω

τις φυλές που ανακατεύτηκαν   στο αίμα μου

Τα άλλα κέρματα

που  δόθηκαν ως πουρμπουάρ

στους  Χάροντες  που με επισκέπτονταν

Το  χαρτονόμισμα   που πλήρωνε

στους  Χτίστες η ζωή  μου

Αν σπάσει ο κουμπαράς

Τόσες  οικονομίες

έρωτα  σιωπής οδύνης

φυλαγμένες  τώρα κάτω από το στρώμα

θα ριχτούν ξανά

στον σκουριασμένο   ρόλο

Που έτοιμος γυαλιστερός

θα μάθει πια τα λόγια του

μετά από τόσες  πρόβες αφωνίας

Κι ένα θέατρο με το στόμα ανοιχτό

θα προσκυνάει όρθιο

αντί τον θεατρίνο

τον υποβολέα 

Í 

Συνταξιούχος  διάβολος 

Ούτε παρών ούτε απών

Γιατί  όχι ;

Τρία τέταρτα νεκρός

Και κάτι καίγεται απάνω μου

Σαν μυρωδιά καρδιάς

που άρπαξε απ’το πάθος της

Δηλώνω ένα τέταρτο

συνταξιούχος  διάβολος

και ζω από δυο  κολάσεις

σε άθλιο κράτος

Με φορολογούν στεγνά

για κέρατα πολυτελείας

και για ουρά  με μήκος

το ένα πόδι της Χαλκιδικής

Και περιμένουν από μένα λέει

που νιώθω

διοξείδιο του άνθρακα με στόμα και μιλιά

Με την εντόσθια φωτιά μου

με τα φιλικά στο περιβάλλον κάρβουνα

και τα καζάνια που δουλεύουν

στο ένστικτό μου νύχτα μέρα

να φανεί ο μεσσίας

στο μεγάλο πρόβλημα της χώρας

 

Της υπεργεννητικότητας  αγγέλων

 

 Í

Αναζήτηση ταυτότητας

Όταν αισθάνεσαι λαός

από  ένα μόνο άτομο

ή άτομο από  άπειρους λαούς

προγόνων κι απογόνων

Πάλεψε ανάμεσα

σε δυο γενιές δικό σου κρέας

να φτιάσεις μια  καταγωγή

απ' την πρόσθεση δυο κεραυνών

που το άθροισμα τους ζωντανεύει

ανάβοντας   τη γέννα

στο απολιθωμένο έμβρυο 

την  καρδιά  σου

Í

 

Κοινή  συναινέσει

Μέσα μας είναι στιγμές 

που πιάνονται στα χέρια 

ο θρησκευόμενος κι ο άθρησκος 

Όταν ανάβει στο μυαλό  

μια μεταφυσική φωτιά 

Ένας  απέναντι στον άλλο 

με σπαθιά 

ακούγονται  να λεν 

-Αρνήσου 

Για να μη βαλτώσουμε  ο ένας 

στον παράδεισο του άλλου 

-Δέξου 

Μήπως και γνωρίσουμε κι οι δυο 

την κόλαση του άλλου

Εντούτοις ξέρουμε 

που έτοιμα μέσα στις τσέπες 

τείνουν  τα στυλό για να υπογράψουν

συναινετικά το διαζύγιο



Η απόσταση λοιπόν 

ανάμεσα στον θρησκευόμενο

και άθρησκο 

είναι όση έβαλε

ο   Μικελάντζελο

ανάμεσα στο δάχτυλο

Θεού κι ανθρώπου

 Í

Κυκλοδίωκτος

Μια σφαίρα στον κρόταφο

είναι μια ωραία αφορμή

για να αρχίσει κανείς

να διαδηλώνει

υπέρ της απαγόρευσης

του κυνηγιού

κυνηγημένων εαυτών

από τις τύψεις

 

Κι ένα κυνήγι τύψεων

από έναν πυροβολημένο εαυτό

είναι εξίσου ωραία αφορμή

για να εκτιμήσει κάποιος

με σφοδρότητα

την ποίηση

που παράγει μια σφαίρα

στον  κρόταφο

 

 Í

Πρώτη  διαλογή

Από τα λουλούδια  κράτησα την εμμονή

Να ψάχνουν μέσα στο τυφλό δωμάτιο τις γρίλιες

Όταν  έπρεπε  να  βγει  η φωτοσύνθεση  απ' τις ρίζες

Κι  έκοβε  έξω από τις γλάστρες  βόλτες το φθινόπωρο

 

Από τις συναλλαγές με τοκογλύφους κράτησα το ύψος της τιμής μου

Ενεχυροδανεισμένος  μέχρι τελευταίας  δεκάρας

Επιτοκισμένος ως τα κέρματα που απέκρυψα

σε μια καταπαχτή  για ώρα ανάγκης

Καταχρεωμένος στις καλύτερες στιγμές της νιότης

Πάντοτε  από τη μεριά του δώσε

Με το πάρε να γαβγίζει  σα λυκόσκυλο

όποτε περνούσα απέξω


Απ’ τον  ερχομό  των χελιδονιών κράτησα το φόβο

Μήπως χτίσουν τη φωλιά τους στο μπαλκόνι άλλου

Μήπως ξαναρχίσει ο μαρασμός στα πρόθυρα της  Άνοιξης

Η φυλλοβολία  μες στον οργασμό καινούριων φύλλων

 

Από μένα τέλος πέταξα  τα πάντα

Πώς μπορούσα να κρατήσω κάτι

από ένα σώμα με ανατροφή πουλιού ; 

 

 Í

Με τους ώμους του Άτλαντα

H ανάγκη να σηκώνω ψηλά

στους ώμους μου κάθε φορά

έναν σωσία του ποιητή

με έκανε να βγάζω

την ατλαντική μεγαλοσύνη

κατευθείαν απ’ το βάσανο του βάρους

των ανθρώπων

Ασταμάτητα

να σέρνεται ο λόγος μου

σαν την ουρά κομήτη

στο στερέωμα των  αυτιών τους

Κι ευτυχώς

που η ποίηση μου φτιάχνει

μια απάνθρωπη φωλιά

να με ακουμπάει το βάρος

και να ξεκουράζονται

πετώντας για άλλους ώμους

οι μεγάλες  αποφάσεις

Ευτυχώς

που μάχομαι από θέαμα

να γίνω πάλι θεατής

των ιδεών μου

 

 Í

 

Τα  μπλουζ  της  Περσεφόνης 

Σε μια ζωή που απ'το παρόν

δε μένει τίποτε παρόν

Ας έμενα   για πάντα εγγεγραμμένη

στα μητρώα του δήμου των νεκρών

 

Με συνδημότη  μου τον ύπνο

Μέσα στο πέρας των περάτων

Θα έθετα υποψηφιότητα

Για γραμματέας πτωμάτων

 

Να καταγράφω σε κατάστιχα

Την κάθε εικόνα απ' την παράσταση

Να βάζω τη σφραγίδα ΔΕΝ ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ

σε αιτήματα για μόνιμη  ανάσταση

 

Ε όχι αγαπητοί μου αφού

Σας έλαχε ο κλήρος του ψευτονεκρού

έτσι για αστείο

Τι ψάχνετε γιατί σκαλίζετε

Υποθέσεις περασμένες στο αρχείο ;

 

Ουδόλως συναισθάνομαι τα λόγια σας

"Τι ρόλος τρομερός !"

Απ' την αρχή   το ξέρατε

Αυτοί ήσαν οι κανόνες  :

μια στο φως και μια νεκρός

 Í

 


 Í

 

Εκδοχές  πολέμου

Η δική μου εκδοχή πολέμου

Δε θα νικηθεί ποτέ από τη δική σου 

Ας έχει η προπαγάνδα σου

στραμμένα τα κανόνια της

στην προπαγάνδα μου

Όποιος ανάψει το φυτίλι τελευταίος

θα βρεθεί κομματιασμένος

απ' τις λέξεις του άλλου

Όποιος προλάβει να στηθεί

σαν δούρειος ίππος

έξω απο το μέλλον του άλλου

θα σηκώσει απ' τα χαλάσματα της

μια βομβαρδισμένη Τροία

Η δική σου εκδοχή πολέμου

δε θα νικηθεί ποτέ από τη δική μου

 

Αν οι βόμβες σου για σένα

είναι περιστέρια

που ήρθαν να θρηνήσουν τη φωλιά

που εγώ τους γκρέμισα

Αν οι βόμβες μου για μένα

είναι καραμέλες

που μοιράζονται χαρμόσυνα

στο καρναβάλι της αγάπης σου

ας συνθηκολογήσουν τότε τα ερείπια μας

για να φύγουν απ' τη ζώνη του θανάτου

όσο γίνεται περισσότερο ασφαλή

τα άμαχα κομμάτια της ζωής μας

 

 Í

Το  υποβρύχιο

"πᾶν πέλαγος σταγὼν τοῦ κόσμου"

Μάρκος Αυρήλιος

 

Α  πόσο θα θελα να ήταν η ζωή μου

υποβρύχιο μιας μικρούλας χώρας

σε καιρό πολέμου

κόντρα σε ένα τερατώδες θωρηκτό

Όμως να  μη την  πιάνουν τα ραντάρ

Και να περνιέται για ιππόκαμπος

Με περισκόπιο έναν ψηλό ουρανό

Και με τουρμπίνα τα κρυφά της

σχέδια καταβύθισης των αντιπάλων

Φωνάζοντας από χιλιόμετρα :

Η απάτη  ολόσωμη είμαι εγώ


Θα κατασκόπευε την πλεύση του εχθρού

Κι όταν θα σήμαινε η λήξη του συναγερμού

Ανέντιμα όπως ταιριάζει σε έναν νάνο

Θα αμόλαγε χωρίς συναίσθηση ντροπής

τη φονική τορπίλα καταπάνω

 

Σα μια σταγόνα μακελάρισσα

Που  κοκορεύεται πως είναι

όλη η  θάλασσα

 

 Í

Ο  κύριος  Τειρεσίας

Ο ηλικιωμένος κύριος  με τις γάτες  στο μπαλκόνι

καθημερινά απλώνει τα εσώρουχά του τραγουδώντας

είναι μια συνήθεια που της δίνει διαστάσεις ποιητικές

αμέριμνος   με μια γλαδιόλα καρφωμένη στα μαλλιά

και δυο μαχαίρια φυλαγμένα στην πετσέτα γύρω από τη μέση του

σαν σε κατάσταση επιφυλακής

Απλώνει μια φανέλα

κι έξαφνα  ανοίγει τις φτερούγες της και χάνεται στον ουρανό της πόλης

Παραδόξως , κάθε που ακούω έναν θόρυβο στο τζάμι

αντί για πέτρα , για χαλάζι ή για πουλί

βλέπω σαν όραμα της μιας στιγμής

ένα μαραγκιασμένο στήθος

που ζητάει ξανά να ανυψωθεί

κι από ασήμαντο γερόντιο

που  όλη του η χαρά εξαντλείται

σε ένα χτύπημα στα πούλια

μιας παρτίδας  τάβλι

Δόξη  και τιμή

να προαχθεί επιτέλους

στον  επίσημο οιωνοσκόπο της πλατείας

 

 Í

Οχλοκρατίας ανάγνωσμα

Όσες φορές αφήνεσαι  να γίνεις όχλος

Ένα γεράνι μαζεύει  τις ρίζες του

και τις φυτεύει αλλού

Ανοίγει ένα παράθυρο στο στήθος 

και με τρόμο σε κοιτάει η καρδιά σου

και ρωτάει :Ποιος είσαι;

Μια απάντηση που δεν την απαντάς

σε απογράφει ως κατοικίδιο ζώο του σώματός σου

Απ'τα κάτεργα της ομιλίας σου

ελευθερώνεται ένας δολοφόνος

Σε σκοτώνει

και νομίζεις ότι σου χαρίζει ένα σπαθί

Κάτι ανώνυμο σου μαχαιρώνει το επώνυμο

Σε αποκληρώνει η ίδια σου η φωνή 

Και κατεβαίνεις είκοσι πατώματα

πιο κάτω από τη φτώχια

 Í

Αναζήτηση πολυφωνίας

Τρεις φωνές όλες κι όλες έμαθα να μιλάω

Του θεού

που χήρεψε νιόπαντρος από την αγάπη

Της αγάπης

που την αποπλάνησε ανήλικη το μίσος

Του μίσους

που αναζητά εναγωνίως εκδότη

να τυπώσει τα απομνημονεύματα του

 

 Í

Κύκνειο άσμα

Σας αποχαιρετώ μ' ένα μίσος

Στολισμένο με  αστερίες  και βότσαλα

Ένα μίσος -καλοκαίρι

Μαυρισμένο κι αλμυρό

Μ' ένα χτένισμα που θυμίζει

τέντα σκισμένη απ'τον άνεμο

Μίσος- κατοικίδιο

Υπαρξιακό κι αναπαυτικά καθισμένο

Στο χαλί στο σαλόνι σας

Μίσος παντοτινά μισό

Που θα'ταν ξεπεσμός να φτάσει

Ως το μαχαίρι τη σκανδάλη ή  τη βρισιά

 

Μίσος μίσος είσαι εδώ ;

Παρουσιάσατε αρμ

 

Πληγωμένο πουλάκι μέσα στη χούφτα μου

Ιδού ο Νυμφίος έρχεσαι

αν κι είσαι απλώς μια τραγωδία

που ξέσπασε στα γέλια

βλέποντας τον εαυτό της

Μίσος μου αφ' υψηλού αλλά κοντοπίθαρο

ή μίσος-καρχαρίας μέσα στο μπόι μιας μαρίδας

Λεπρό ανάμεσα σε πιο λεπρούς

Έναν καιρό και Μια φορά

Με αποχαιρετάς

σαν κύκνος που ένοχος για τους αληθινά ενόχους

καταπίνει το τραγούδι του

 

 ]

 

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΝΙΓΜΟΥ

 

Με  τον τρόπο του  Αιγέα 

Κάθε πρωί περίπου στις εφτά

ξεπροβοδίζω τον Τσιαχρή

με την ευχή

να περισώσει  ό,τι εφηβικό

αρσενικό ή θηλυκό ή ουδέτερο

κυλάει στο ένστικτό του

Σύμμαχος με το ωραίο

να σκοτώσει εφτά φορές το τέρας

που σκοτώνει το ωραίο

κι ο λαβύρινθος να μείνει μόνο

ανάμνηση μιας παιδικής χαράς

που έτρωγε τα εφτά παιδιά της

Με άλλα λόγια λέω στον Τσιαχρή

εφτά φορές

να βάλει βέτο στο παράλογο

αίτημα ανθρωποφαγίας

που του θέτουν οι κανίβαλοι

εφτά φορές την εβδομάδα

Του υπενθυμίζω με εφτά  sms αγαπημένε

μην ξεχάσεις τα πανιά επιστρέφοντας

να είναι άσπρα

και στο στόμα να βαστάς εφτά χαμόγελα ευτυχίας

Αλλά κάθε βράδυ ο Τσιαχρής γυρνάει

γύρω στις εφτά

με μαύρα τα πανιά του

ηττημένος

με μια πρόταση συμβιβασμού

με τους ανθρωποφάγους

Κι ως διαμαρτυρία εγώ

εφτά φορές θρηνώντας για τον ίδιο

και τον φαγωμένο εαυτό του

πνίγω μέσα μου όλο το Αιγαίο

με τα δελφίνια τα νησιά

και τους εφτά γαλάζιους ουρανούς του

 

 Í

Μισθός  ναυαγοσώστη

Σε έναν συναισθηματικό πνιγμό

επιτρέπεται να κρύβει κάποτε κανείς

ένα  σωσίβιο κάτω από την μπλούζα

ή  μια σχεδία μέσα στο μυαλό

για να μπορεί εκ του ασφαλούς

να διακηρύσσει ότι πνίγεται

ενώ οι μπουρμπουλήθρες βγαίνουν

περισσότερο σαν παιχνιδάκι των χειλιών

παρά από το ξεφούσκωμα στο στήθος

μέσα στο νερό

Έτσι λοιπόν επικαλούμενος

το δίκιο του πνιγμένου 

ή του στραγγαλιστή

θα έχει πιθανότητα 99%

-οποία  τύχη  σε εποχές και σε ακτές

που δεν ενδείκνυται η κολύμβηση –

να διεκδικήσει έναν μόνιμο μισθό ναυαγοσώστη

που χαρίζει το φιλί ζωής

στον τάχα μισοπεθαμένο εαυτό του

ύστερα από την εισρόφηση

επαρκούς ποσότητας μονόπλευρης αγάπης

 

 Í

Πνευματική  ξηρασία

Κάποιος τα μεσάνυχτα έκλεψε το ποτιστήρι

Δεν ακούστηκε η  τσιριδα Κλέφτης

απ' τους ξύπνιους γείτονες που πότιζαν

με τα δικά τους ποτιστήρια

τα οργιώδη καλλωπιστικά φυτά  βεράντας

Δεν ξεσήκωσε στο πόδι

ούτε ένα γρύλισμα  σκυλιού στη σκάλα

ούτε μια φρυκτωρία στις ταράτσες

τους λοιπούς ωραίους κοιμωμένους

που έστιβαν μέσα στον ύπνο τους

μεγάλους μελανίτες σύννεφα

για να ποτίσουν τη  δική  τους

ονειροφτιαγμένη

Αμαζόνια ζούγκλα

Μόνο από τις γλάστρες βγήκε

ένα  πνιχτό παράπονο

για την  αναίτια (έτσι ειπώθηκε )

εμπλοκή στη λειτουργία

του αυτόματου ποτίσματος

Κι οι ρίζες των φυτών ανέβασαν

Πριν λιώσει η μέρα   μέσα στο καμίνι του ήλιου

πάνω στις κορφές σα λάβαρα

τα τελευταία τους

 -ζήτημα αξιοπρέπειας ή άδοξου θανάτου -

αποθέματα υγρασίας

Ρίχνοντας  με φθόνο παραδίπλα

τρομερές ματιές

που έστεκαν σφυρίζοντας αδιάφορα

οι κάκτοι 

 

 Í

Ποίημα για τρεις φωνές σε ναυάγιο 

Αυτό το ναυάγιο   Μα ποιο ναυάγιο ;  Και τι   ναυάγιο !

Είμαστε μέσα    Ωραίο κατάστρωμα  Θεοί κουράγιο 

Σαφώς βουλιάζουμε  Τώρα επιπλέουμε  Απλώς κοιτάζουμε με νάζι

Στην πνιγμονή μας   Στην άμπωτή μας  Ένα φεγγάρι που μας κοιτάζει

Αν  όμως  ήταν     Ποτέ δεν ήταν    Ωραίο που ήταν ιδανικό κολλάζ

Ο Καπετάνιος  να’χε    Μαϊμού στη γέφυρα ;   Στο στήθος τατουάζ 

Τα μάτια του ορθάνοιχτα  Πως με φλερτάρουν!   Γελοίος γόης σχεδόν σαράντα

Ω να μουν Πρόσπερος    Η τρικυμία κόπασε  Ακούστε  τώρα  τη  μπαλάντα 

Ποτέ δε θ'άφηνα   Σε τι μου  ορκίζεστε ;   Μιλάτε  τάχα για τον υπηρέτη ;

Να φύγει ο Άριελ    Τι  τύχης  πνεύμα   !  Απάτη  η παρουσία του σκέτη 

 

 Í

Ο Τιτανικός

Το χρυσόψαρό μου ο Τιτανικός

φαίνεται  πως κολυμπάει αβύθιστος σε μία γυάλα

ανάμεσα στα πλαστικά παγόβουνα

που συμπληρώνουν το ντεκόρ

Είναι μια μάχη που κολυμπά μέσα στην ήττα το χρυσόψαρό μου

Ένας  πόλεμος που πολεμάει τα ίδια του τα όπλα

Ένα  στιχάκι που λιμοκτονεί μέσα στην ομορφιά

Όποτε το διαβάζω σηκώνει μια πανοπλία από λέπια

Όποτε με διαβάζει τρέμω μην αποστηθίσει τη φωνή μου

Μου τον χάρισαν με άριστες συστάσεις

Έτοιμο για μακρινά ταξίδια στον ωκεανό της γυάλας

Για υπερπόντιους συνειρμούς

Για αστείες γκριμάτσες με τα χείλη

Για κινήσεις πάνω κάτω

στα γυαλιστερά  μάτια της γάτας

Όμως ο Τιτανικός αν πλησιάσω

μένει ακίνητος σε μια γωνιά στον ψεύτικο βυθό

Κι ούτε οι φουσκάλες  οξυγόνου που ανεβαίνουν αραιά

από τα χρυσαφένια βράγχια

πείθουν πως η ιδέα του ζωντανού ψαριού

δεν πνίγηκε μαζί με τη βουτιά της

στα άπατα της γυάλας

 Í

 

Αναπαράσταση πνιγμού

Κι όμως...

Η πλημμύρα δεν προχώρησε όσο έπρεπε

Όσο ένα θύμα

ή ένα απεγνωσμένο ουρλιαχτό

"Βοήθεια πνίγομαι!"

δικαιολογούν

Ακόμη εδώ είναι αισθήματα στεγνά

Αδικαιολόγητα στεγνά

που θα'πρεπε  αν είχαν πάνω τους

μια στάλα ευθιξίας

αν λίγο αισθάνονταν τη μυρωδιά της μούχλας

Να βραχούν τουλάχιστο ως τη μέση

Να μη φέρνει το όλο σκηνικό

σε παρωδία ασκήσεων τεχνητής αναπνοής

Σε απλή

αναπαράσταση πνιγμού

 

 Í

Εικονικός  πνιγμός 

Κάθε φορά που σε απειλούν  με  εκείνο

το  "όλα τα γνωρίζουμε για σένα " 

Έτοιμοι με  τον κουβά και την πετσέτα

Όταν σε βρίσκουν με τον δισταγμό

να παίρνει κλίση προς το Θέλω

Και το Θέλω μπαίνει και σαρώνει

τα  άθελά σου

Κι αν είσαι πάλι ένα βήμα πριν

απ' το απεταξάμην

Μη νομίσεις ότι εκεί τελειώνουν όλα

Δίχως να ξεράσεις την αληθινή φωνή σου

Θα σε δέσουν χειροπόδαρα

Με το κεφάλι προς το χώμα

Θα πονάς θα μπαίνεις όλος

καταμέσα στην ανάκριση

βασανιστήριο  όλος

όλος βογγητό

Και μέσα στον υποτιθέμενο  πνιγμό σου

θα φαντάζεις παρομοίωση νεκρού

που ακόμη συζητά τις λεπτομέρειες

του επικείμενου θανάτου του

 Í

Αιτιοκρατική σχέση

Καθάρισε τα χέρια σου καλό μου

Ικέτευε  η αιτία  το αποτέλεσμα

όπως έπαιζε χαριτωμένα

πάνω από το πτώμα

Τώρα να δω που θα σε κλείσουν στο αναμορφωτήριο

Που θα σου ρίχνουν είκοσι ραβδιές

ανά  είκοσι λεπτά

Που θα  ζητούν να ομολογήσεις

φάτσα φόρα την αιτία

Ποιος θα σε μάθει  γράμματα

Ποιος θα σε ταχταρίζει

Ή θα σου κόβει τα νυχάκια σου τα δολοφονικά

Όσο για αυτό που έπνιξες

Νίπτω τας χείρας μου

Στο είπα απ’την αρχή

Ας έκοβες τους συμβουλάτορες μαχαίρι

Ας έφτυνες στο χώμα τη φωνή του χρέους

Ας άφηνες  το οιδιπόδειο στο ασυνείδητό σου

να λαγοκοιμάται   ἐν μακαρίᾳ   γαλήνῃ

 

 Í

 

Η στέψη  του Καρλομάγνου

Τα  Χριστούγεννα του 800 ο Καρλομάγνος

στέφθηκε  αυτοκράτορας στη Ρώμη

Μέγας και ειρηνοποιός

από τον Πάπα Λέοντα τον Τρίτο

πνίγοντας σε ένα ποτάμι οργής

τους  Ανατολικούς

Τα Χριστούγεννα  του 2021 ο γάτος της πλατείας

Καρλομάγνος

Μέγας αλλά υπέρ το δέον καβγατζής

στέφθηκε αυτοκράτορας  όλων των γάτων

Πασών των πλατειών της συνοικίας

από τον σεβάσμιο κύριο Τειρεσία

φανατικό γατόφιλο και Άγιο των αδέσποτων

Την επομένη των Χριστουγέννων

ο κύριος Τειρεσίας πνίγηκε μετά τη λειτουργία

από ένα κομματάκι αντίδωρο

που σκάλωσε στον λάρυγγά του

Αλλά  κι ο  Καρλομάγνος βρέθηκε πνιγμένος

από φόλα  που του  έριξαν

οι ενοχλημένοι από τη βασιλεία  του γείτονες

μέσα σ'ένα λουκούλλειο γεύμα

βγάζοντας  το ωραίο δηλητήριο

της οργής τους

 

 Í

 

Χορωδία   ναυαγίου

Δεν είναι χορωδία αυτό που ακούγεται

Ας έχει όψη χορωδίας

Ας μπαίνουν οι φωνές η μία μέσα στην άλλη

Είναι περισσότερο αφωνία

Σπαραγμός  βαθιάς σιγής

Ήχος  που πνίγει άλλον ήχο

με τις ίδιες του τις νότες

Μουσικό  νεκροταφείο

Κι ο μαέστρος δεν κουνάει  χέρια

για να συντονίσει  τις φωνές

Κουνάει σαν κάβουρας δαγκάνες στον αέρα

για να πιάσει ένα πεντάγραμμο χωρίς γραμμές

 

Ίσως ακούμε με την ακοή ακουστικού

που ξέμεινε από μπαταρία

την ώρα της καλύτερης κορώνας

μιας σοπράνο

Ίσως να κάνει το τραγούδι έξωση

στα σωθικά μας

Το βέβαιο είναι πως βουλιάζουμε βαθιά

σε παρατεταμένη ξηρασία 

 

 Í

Οδηγίες ανάνηψης από πνιγμούς σε μια κουταλιά νερό

1.      Μεταφέρτε τον πνιγμένο εαυτό σας 

έξω από την κουταλιά νερό 

σε έδαφος πετρώδες

και ξαπλώστε τον σε πλάγια στάση

2.      Ανασηκώστε τον εγωισμό του ελαφρά

τοποθετώντας από κάτω περιπτώσεις

όπου φάνηκε άξιος θαυμασμού

3.      Αν δεν υπάρχει γύρω σας

στο φιλικό σας περιβάλλον ικανός ναυαγοσώστης

αρκεστείτε στους περίεργους που θα’ ρθουν

οπωσδήποτε για να ρωτήσουν :

πώς , γιατί και πόσο πνίγηκε ο πνιγμένος

4.       Έπειτα ανοίγουμε  ελαφρά το στόμα

να χυθεί το εναπομείναν παρελθόν

και πλησιάζουμε  το αυτί στο στήθος

για επανειλημμένες ακροάσεις

5.      Σε περίπτωση ασθενικού σήματος

στρέφουμε  το θύμα στην κατεύθυνση

της πλησιέστερης κεραίας συναισθημάτων

6.      Αν το τέχνασμα αποτύχει  αρχίζουμε   μαλάξεις

με τα δάχτυλα στο υποσυνείδητο

7.      Λόγω της πιέσεως θα αναβλύσουν Κένταυροι ,

Μινώταυροι και Σκύλες  μην τρομάξετε

8.      Απερίσπαστοι αισθανθείτε την απόλαυση

απ’ τα παρελκόμενα ενός πνιγμού

υπό τρομερές συνθήκες

9.      Αν ο εαυτός σας ανανήψει

αναθέστε σε ανεξάρτητη επιτροπή

σχολαστικούς ελέγχους για την πλωιμότητά του

10.   Αν ωστόσο παρ’ ελπίδα υποκύψει

αφήστε να πλανάται διάχυτα η φήμη

ότι την ώρα του πνιγμού

«ἂσματα παλαιά κομμένα ἐτραγουδοῦσε»*

όπως η Οφηλία

 

* Άμλετ ,  Shakespeare

 

]

 

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ    ΣΚΗΝΗΣ


 Κατεδάφιση  αυθαιρέτου

Δε χρειάστηκε

μπουλντόζα

δυναμίτης

κομπρεσέρ

Για να γκρεμίσω

αυτό το αυθαίρετο

που έτσι θέλω

χτίστηκε

λαδώνοντας

τη διαφθορά μου

κάτω από τη μύτη

μιας  ελπίδας

ότι τίποτε ξανά

δε θα με πλήγωνε

που υψώθηκε

σαν άγχος

με σκέπη

και 4 πατώματα

μέσα στο δάσος

της  καρδιάς μου

Χρειάστηκε

μονάχα

ένα λεπτό

αυτοταπείνωσης

ένα κατέβασμα

στη σκοτεινή υπόγα

για να νιώσω

που οι ρωγμές

αγκάλιαζαν

φοβέριζαν

για τα καλά

το κτίσμα

 

 Í

Αυτεπίστροφο

Αγαπημένο σώμα.

Σε πέταξα μακριά με δύναμη

Για την ειρήνη των ματιών και των ενστίκτων μου

Και δεν έχω πια το βάρος σου μέσα  στο βάρος μου

Και δεν κάθεται η σκιά σου κάτω απ' τη σκιά μου

Ο ύπνος μου δεν πολεμάει με τον ύπνο σου

για λίγο παραπάνω πάπλωμα

Κι είμαι γαλήνιος 

που ξεμπέρδεψα  από σένα μια για πάντα

Από τη μυρωδιά σου που έπνιγε τη μυρωδιά μου

Τα γουργουρητά στο έντερο μέσα στη νύχτα

Ήρεμα σκυμμένος πάνω στο απολυτήριο

μελετάω  τη φωνή μου με  λυγμούς χαράς

Χωρίς εσένα και χωρίς εμένα να διψάω για σένα

Αλλά τα ξημερώματα

άκουσα  το σφύριγμα να δυναμώνει. Επέστρεφες.

Πιο γρήγορα απ' το φως μέσα στο φως μου

Πιο φλογερά  από την ανάσα της ανάσας μου

Σα δικαστής που δίκαζε  το δίκιο του

Ίσα που πρόλαβα να πω  - Εσύ ;

Μου τσάκισες  το κούτελο

Κι έπεφταν ματωμένα στη φωνή  μου

τα μελλοντικά μας χρόνια

 Í

 

Καταθλιπτικό επεισόδιο 

Κατάθλιψη

Αμίλητη παρεΐτσα μου

Ακουμπισμένος στον τοίχο

Ακουμπισμένη στο πλάι μου

Άσαρκο φόρεμα

Άτιτλο ποίημα μου

Μαζί σου πέφτουν

απ' το ρολόι του τοίχου

χαλάζι λεπτά

Μου σπάζουν τα χέρια

Μου βαθουλώνουν το πρόσωπο

και σε φιλώ πιο βαθιά

Σα μυστικος δείπνος

που ο προδότης του προδόθηκε

απ' τον κύριο

Σαν κύριος που κρέμασε

από τύψεις

τα τριάντα τρία του χρόνια

έξω απ' την αθανασία

Κατάθλιψη

Ακούνητη συντροφιά μου

γυναίκα του Λωτ

μαζί σου ιδρύω

μια αποικία από αλάτι

μαζί σου γεννιέται

η προϊστορία του λάθους

Μαζί ένας άγγελος

με σιδερένια φτερά

ένα F15

που βομβαρδίζει

με μάτι χειρουργικό

τα ψηλότερα χτίσματα

της ψηλότερης ηλικίας μου

 

 Í

Ετεροδικίες

Το λουλούδι που μαράθηκε

κατά παράβαση του κώδικα καλής ανθοφορίας

θα δικαστεί με  νόμους  λουλουδιών

κι ας είναι τατουάζ στο μπράτσο ενός τρελού

Το πουλί που ξέφυγε από τον σχηματισμό

και πέταξε σε μια δική του ολόδικη γραμμή

θα δικαστεί με δίκαιο των πουλιών

κι ας συμμετέχει  σε επίδειξη μαχητικών αεροσκαφών

Ο ποιητής που κήρυξε τον πόλεμο στην υστεροφημία του

γυρνώντας τα καλάσνικοφ επάνω στα γραπτά του

θα κριθεί με τους κανόνες ποιητών

κι ας είναι ένας κοινός εγκληματίας πολέμου

  

Από τους τρεις ο πιθανότερος

για ισόβιο εγκλεισμό  στο αμάρτημα του

Είναι ο ποιητής

 Í

 

Φίφτυ –φίφτυ

Ο αγαπημένος / αγαπημένη του συμβιβασμού

θυμίζει κελαηδοπούλι  σε νυχτερινό κλαμπ

τον πρόωρο  τοκετό  δυο  ψυχών

που εγκυμονούν ένα τίποτα

τη σελήνη με το πένθος της έκλειψης 

και το μισοφέγγαρο που δε θα γίνει ποτέ του δρεπάνι

Το νικημένο όχι   /  το ναι μέσα από τα σφιγμένα δόντια

Το συμφωνώ που πατικώνει  στη βουβαμάρα του το διαφωνώ

Τη βαλίτσα που ξοδεύει το βιος της στο πατάρι

Εκείνο το αν... με τα χαλασμένα παπούτσια

Εκείνο το Τέλος ... με το σκοτωμένο  Τ

Θυμίζει πόνο χωρίς το σφιγμένο του  πρόσωπο

Διπλό κρεβάτι που πέταξε το μισό του

στα πεινασμένα όνειρα

κι αγκαλιά που αγκαλιάστηκε μόνη της

για να μην κρυώνει

 

 Í

 

Έννεπε

Τα βράδια με ένα ποίημα, Έμπνευση,

που κατεβαίνει αθόρυβα  απο το μυαλό στα χέρια

Όντας έτοιμος να σου  φανερωθώ

μέσα από το μελάνι

Έρχομαι και σου προσφέρω λύτρα

Όταν φωνάζει όλο σου  το σώμα  Εξαγόρασε με

Αλλά η μόνη γη , το μόνο ύδωρ που έχω να σου δώσω

Είναι αυτή η μικρή χωματερή

Tο περιβόλι με το σάπιο χρώμα

Να  ξεφορτώνεις  μέσα τα σκουπίδια σου

Ωραίες στιγμές που θα μπορούσαν

Να 'χαν μελωδία βροχής πάνω στα τζάμια

Αλλά ακούγονται απότομες , στριγκές

σα χτύποι από χαλάζι

σε μια τσίγκινη  παράγκα

 

 Í


 Í

Μέσα στη μουσική

Ακούγοντας εκείνο τα παλιό ρεμπέτικο τραγούδι

Ρώτησες τι να'ναι η έκσταση μέσα στη μουσική

Να βγαίνει το τραγούδι για περίπατο στα μάτια μας 

σου απάντησα

Αλλά ήδη ζούσες το τραγούδι

Πέθαινε κάτι παλιό πάνω στη γέννα του

Γεννιόσουνα ξανά ο ίδιος άνθρωπος

αλλά με άλλες νότες

Κι έπαιζε η συναυλία

μέσα στο αίμα

της  πιο ανθρώπινης καταγωγής σου

Έπαιζαν το γέλιο ,η καλημέρα ,ο έρωτας

Γινόσουν τώρα από λάρυγγας στεγνός

φωνή που έτρεχαν από τους φθόγγους της

ποτάμια

 

 Í

Βαρομετρικό χαμηλό

Ο γνώριμος λυγμός

σαν το χαλάζι που χτυπάει

Κάτω απ'το στήθος ο καιρός

πώς χάλασε και πώς μιλάει

 

με λόγια ενός μουγγού

που πίσω απ'τη σιωπή η μιλιά

στο στόμα του ή όπου αλλού

ξανάνθισε σα λεμονιά

 

Και κάπου 

σε μια τέτοια συγκατοίκηση

μπορεί για πληρωμή

μπορεί και για εκδίκηση

μέσα στην τέλεια πτώση

η ποίηση να σε θυμηθεί

Να σε σκοτώσει

 

 Í

 

Σφετεριστής  τίτλων ευγενείας

Γινόταν μια στέψη.

Μέσα στην αίθουσα των τροπαίων.

Ένα μικροσκοπικό  κεφάλι

που μπορούσε να  ταιριάζει

σε οποιοδήποτε κορμί

αποσπάστηκε  απ' το πλήθος

αλαλάζοντας το στέμμα μου ανήκει

Θάνατος Κρεμάλα στον  σφετεριστή

Το θεόρατο κεφάλι που στεφόταν

έμεινε  κοκαλωμένο

Γύρισε και κοίταξε με μίσος

το κεφάλι - νάνο

Ύστερα ξέσπασε

σ' ένα τρομαχτικό χαχανητό

Μα πώς τολμάτε; Πώς τολμάτε ;

Να ζητάτε για τα μέτρα σας

ένα πελώριο στέμμα ;

Θα σας λιώσει κάτω απ' την ευθύνη  της

η Ποίηση

Κι είναι χωρίς επιστροφή

Μονόδρομος αυτοκτονίας

όταν  θελήσει μια μισοριξιά

να κρύψει κάτω από ένα στέμμα

τη θωριά

ή το μπόι που της λείπει

 

 Í

Σαβουάρ  βιβρ

Θα ανοίξουμε πανιά ένα βράδυ

Αποχαιρετώντας

μια ιδέα που έφαγε τα νιάτα της

στο χτίσιμο του αρώματος

αυτού του  αγριολούλουδου

που φύτρωσε ποιος ξέρει πως

σα ζούγκλα δίχως άδεια δόμησης

στο στήθος μας

στο μέρος της ανάσας

Και θα ζητήσουμε

απ' τις  νέες ιδέες

πριν απλώσουν ρίζα και σκιά

συστάσεις

προϋπηρεσία σε κήπο

ή δίπλωμα  κηπουρικής

για να κλαδεύουν μόνες  τους

στο άψε σβήσε

την περίσσια χλωροφύλλη

και τον homo erectus

που παλεύει με ζιζάνια

να τινάξει στον αέρα

τους κανόνες ευγενείας

Το σαβουάρ βιβρ των λουλουδιών

 

 Í

Παραίτηση

Στα δύσκολα και στα αγκάθια κάποιου κάκτου

Πάνω στο τακ της πόρτας και στο κρακ του

πόμολου που γύρισε  σα σκουριασμένος ήχος

ψιθύρισες Είναι αργά- και δίχως

 

να σε φυσάει τεμπέλικο το αγέρι

κάτι ο θυμός κάτι η βροχή να φέρει

έγινες   βασιλιάς με βλέμμα δούλου

Εγώ Ειμί  μισοκαμμένου τρούλου

 

Με το ένα πόδι στη ζωή το άλλο εκτός

χαρούμενα που χτύπησε ο συναγερμός

Εγέρθητι  Στα όπλα όλοι κι όπου να' ναι

τρις ο Αλέκτωρ  θα λαλήσει και θα σπάνε

 

δεσμοί φιλίας που κράτησαν για χρόνια

θα σκίζονται οι αγάπες σα χαρτόνια

και μια μουντζούρα το φιλί από χαλασμένο bic

Όλη η χαρά σκηνοθεσία κι  όλα τρικ

 

 Í

Βακχικόν

Πίνοντας και ξαναπίνοντας και

βάφοντας με ρώγες σταφυλιών

το μέτωπό του

περιμένει ολομεσής στην Πατησίων

ο κύριος Τειρεσίας

το πρώτο τρόλεϊ της ημέρας

με την αινιγματική αφίσα

"Οι Βάκχες στο Εθνικό"

Και όλο σκέφτεται και σκέφτεται

Τι μονιασμένα  που ήτανε τα λόγια μου 

μέσα στη μέθη της σιωπής

Ώσπου ήρθε πάλι η μιλιά

και τα'κανε κομμάτια

Περιμένει ο κύριος Τειρεσίας

ότι κάποιος κρασωμένος οδηγός

μετά από ολονυχτιο γλέντι

σε σκυλαδικο της Εθνικής

θα πέσει καταπάνω

θα πατήσει ολόσωμα

τα γηρασμένα γηρατειά του

με κραυγή Μαινάδας

Κι απ' το ξέσκισμα

θα πεταχτούν στο δρόμο

πάνω στη συνταξιούχα πόλη

λαμπερά σφαχτάρια νιότης

 

 Í

 

Μάθημα  αθανασίας

Ο  κύριος  Τειρεσίας  έχει μια διαίσθηση αλγεβρική

πάνω σε θέματα φιλοσοφίας θανάτου

Με  τον χάρακα

Μετράει ζυγίζει υπολογίζει

Φτιάχνει επικήδειους λόγους

για τους  υποψήφιους  μακαρίτες

φίλους του της  ίδιας   ηλικίας

στο καφενείο  της Μενίππου   29

Σκέφτεται  αλγεβρικά  :

Η  αθανασία , αγαπητοί μου , είναι πρόσθεση

χιλιάδων δευτερόλεπτων   θανάτου  ;

Αφαίρεση της μιας φτερούγας

απ’ την πλάτη του αρχάγγελου   του   Γύζη ;

Πολλαπλασιάζει την αθανασία του Κούντερα

με  την αθανασία  του Γκάτσου ;

Ψάχνει στην αιώνια  μνήμη

το  πηλίκο  της διαίρεσης   αγάπης / μίσους  ;

 

Όταν  έρθει  κάποτε η Δευτέρα  Απουσία

της  μεταθάνατον ζωής  τους

ύστερα από τόσες  μαθηματικές προβλέψεις   

θα’ναι βέβαιος ο κύριος  Τειρεσίας :

Η  αθανασία  πέφτει από τη σκέψη

με το βάρος  μήλου που σαπίζει

είναι  Όλυμπος  που ορειβατεί

ψηλότερα προς  τη μορφή ανθρώπου

 Í

 

Ταυρομαχία

Με το που φρέναραν απότομα

οι λεπτοδείκτες

έπεσες  με το κεφάλι θρυψαλα

πάνω  στο κρύσταλλο του ρολογιού μου

Είσαι λοιπόν σπασμένος χρόνος

Κι αποτυχημένος ταύρος

Σε αρπάζω από τα κέρατα

Προτού σε λυπηθεί

ή με λυπηθεί το κόκκινο

Προτού σε ελευθερώσει

και με ελευθερώσει πάλι η μανία

Κι όταν μαζί ανεβούμε

όλα τα σκαλιά της ομιλίας

Θα μπορέσω  πάλι

να σε ονομάσω

να με ονομάσεις

Ταύρο ,  προφητεία ή  ένστικτο

που έχασε τη  μάχη των βημάτων

σε ένα αιματηρό ταγκό

με βιρτουόζο  ταυρομάχο

 

Í 

 

Το  τρωκτικό

Οπωσδήποτε δε νιαουρίζει γάτα 

όπως αφήνω να φημολογείται

Κινήσου ελεύθερα  σαν ποντικός μες στο μυαλό μου

Τρώγε ξανατρώγε το τυρί

Τα βράδια με τρομάζεις

που σηκώνονται  όρθιες  οι σκέψεις μου

να πάνε για κατούρημα Κι εσύ εκεί

Μια ουρά ανάμεσα σε χίλια  βήματα

Ένα χρώμα ποντικί να βάφεσαι

στους τοίχους και στα έπιπλα

Και το ροκάνισμά σου τρώει  τον ύπνο μου

Οπωσδήποτε η παγίδα σου έχει  σαγηνεύσει την παγίδα μου

και μηχανορραφούν και για τους δυο μας μοχθηρά

Και τα ψίχουλα που πέφτουν  απο το παρόν σου

ίσα που  επαρκούν για το παρόν μου

Όλα μένουν  νηστικά ξελιγωμένα

κάτω από  το τρωκτικό σου  βλέμμα

Τίποτε δε σώζεται

Ακόμη και η γάτα θάβει απελπισμένη

νύχια , δόντια , γρατζουνιές στο ένστικτο της

Μόλις που περνάς  μια ανάσα απ' τα μουστάκια της

τρίβεται με ναζί θεατρίνας  

πάνω στην παμφάγο παρουσία σου

 

 Í

Δημογραφικό πρόβλημα

Ερήμωσες μυαλό  

Μια   καλλιτεχνική ριπή  

δε σε χτυπά 

Εδώ και μήνες 

Χώματα παρατημένα 

και χωρίς νερό 

Σπίτια φαντάσματα 

που περιμένουν 

τους καινούριους ένοικους 

με το κλειδί στο χέρι 

Ερημία 

Ας έρθει κάτι να εγκατασταθεί 

εδώ που κινδυνεύουν περισσότερο 

τα   σύνορα της ανθρωπιάς μου

απ' τις  επιθέσεις βάρβαρων 

συνηθειών 

κι ενστίκτων 

Και κάπως πιθανότατα  

από αίσθημα  ευθύνης 

να καρφώσει 

όλος λεβεντιά 

κάποιος ακρίτας στίχος 

σα  σημαία την ύπαρξη  του 

πάνω στη βραχονησίδα 

ενός καινούριου  ονείρου

 

 Í

Φωτογραφία ανφας σε επιτύμβια στήλη

Παρόλο το χαμόγελο

μέσα στο  γαμπριάτικο κοστούμι 

τη γλυκύτητα 

αντιμέτωπη με το φακό

αυτή η φωτογραφία

που παγώνει τη ζωή σου

στην  ανάμνηση ενός δευτερολέπτου

με τρομάζει  κόβει την ανάσα

κοκαλώνοντας μετέωρο

το  ταγκό του χρόνου

Κι απ' τον   τσιγαρόβηχα

στο στήθος

τη σκληρή φωνή σου

που τη βάραινε  ο καπνός

στα μάτια και στα αυτιά μου

μένει απλώς

αυτό το κούφιο άγαλμα :

Η ακινησία μιας πολαρόιντ

Που τώρα  σε  τραβάει

απ' τη στιγμή

σαν τρομαγμένο ποντικό

και σε  πετάει ανυπεράσπιστο

Ανφας

στην ποντικοπαγίδα

της αθανασίας 

 

 Í

Οξύμωρο

Και θα'θελα  να μου απαντήσεις

σαν άνεμος προς άνεμο

Βάζοντας στην άκρη γραφικά τοπία

με ακίνητες βαρκούλες

σε ακίνητα  νερά

Φυσώντας με αλύπητα εκεί που σε φυσάω

Πώς θα μπορέσουμε εμείς

που  πάλεψε η ζωή μας να μη γίνει

ένα έθιμο εκατό βημάτων

που μεγάλωσε η φωνή μας στις ερήμους

με ακρίδες και με  μέλι

να πολιτογραφηθούμε κύριοι

στις μεγάλες πολιτείες

των ποιητών ;

Μίμνερμος " τίς δὲ βίος..." Απόδοση από τον Κώστα Τσιαχρή

  τίς δὲ βίος, τί δὲ τερπνὸν ἄτερ χρυσῆς Ἀφροδίτης;           τεθναίην, ὅτε μοι μηκέτι ταῦτα μέλοι, κρυπταδίη φιλότης καὶ μείλιχα δῶρα καὶ ε...