1. Οφειλή
2. Το ατύχημα
3. Ο αρχάγγελος
4. Η κατάδυση
5. Το φάντασμα
6. Η μεταμφίεση
7. Αποκόλληση
8. Το αγκάθι
9. Η ανασκαφή
10. Τα πουλιά
11. Έκσταση
12. Η μετάγγιση
13. Η ακρόαση
14. Η δολιοφθορά
15. Ο ικέτης
16. Μάθημα μουσικής
17. Ελεύθερος σκοπευτής
18. Κοσμογονία
19. Η σιωπή
20. Χοές
21. Ματαιότης ματαιοτήτων
22. Το νόημα
23. Νεολιθική εποχή
24. Σπηλαιολογία
25. Ισόβια κάθειρξη
26. Η μεγάλη αγγελία
27. Το τελευταίο παιχνίδι
Οφειλή
Και τώρα
πρέπει
μέσα στο τόσα
κλαδιά
στ’
αγκάθια που υπόσχονται αίμα
στο
πράσινο με τις θηλιές του
στους βλαστούς
χωρίς το φως της άνοιξης
πρέπει
με
τα χέρια
μου άμαθα
με
το μυαλό μου απότομο και φρενιασμένο
με
τόσο παρόν κι άλλη τόση λήθη
τραβώντας με το τσιμπιδάκι
τα
όνειρα απ’ τα μάτια
πρέπει
με
τη λύπη πάνω στα κατάρτια
με
την ποίηση γκρεμό
Πιο κοντά
στο κτήνος
και λιγότερο στον άνθρωπο
Ν’
ανοίξω πρέπει τις καταπακτές
να βγουν σαν τα
ποντίκια
τρομαγμένες όλες
μου οι φωνές
και σταθερά
με τη χορδή
του τόξου τεντωμένη
να τις ρίχνω κάτω
και
να βγάζουν τελευταία
φορά
μια μουσική
από άηχες νότες
τόσο απόκοσμη
που αυτός
ο κόσμος
με
τα φανερά και τ’
αφανέρωτά του
να σαστίζει
Το
ατύχημα
Όταν
μιλάς
οι λέξεις
τρέχουν
γρήγορα
σφυρίζει
δυνατά ο αγέρας
Α και πως θα’ θελα
να
πεταχτώ μπροστά
και
κάποια από αυτές
φρενάροντας απότομα
να
με χτυπήσει
και
να σωριαστώ
αναίσθητος
πάνω στο μαύρο
οδόστρωμα
του έρωτα
Ο αρχάγελλος
Σαν
ποιητής
σηκώνω
στον αέρα
ρήματα
Προσεύχομαι στο
πουθενά
Κρατώ
στα χέρια μου
ναπάλμ
και τις
πετώ
στα σωθικά
σου
Κι ορίστε
: η λάμψη
Ορίστε :
ο κρότος
Και τώρα
ξεκουράζεσαι αιωνίως
κάτω
από κυπαρισσάκια
από μελάνι...
Ο ποιητής
ένας αρχάγγελος
με
σύνεργα φονιά
Η κατάδυση
Σ’
αυτό το μέρος
Είπες
μην
πατάς
είναι βαθύ
το σώμα
Θα βουλιάξεις
Έχει σκυλόψαρα
και
μέδουσες
είν’ επικίνδυνα
Μα όπως κοίταζα
επίμονα
ήταν μαγνήτης
ο βυθός
το
μαύρο έδειχνε
αθώο
– δεν μπόρεσα
Κι
ας ήξερα καλά
τι πτώματα
θα
βγουν μετά
στην
επιφάνεια
Το
φάντασμα
Μέρες τώρα
κυνηγάω
ένα φάντασμα
που κυνηγάει
τις μέρες μου
Στήνω
παγίδες
με ποιήματα
ανοίγω
τα παράθυρα
υποκρίνομαι
: τρομάζω
σκεπάζω
με λευκό σεντόνι
κάθε
λέξη
Στρώνω για δύο
το κρεβάτι
περιμένω
...
Κι
ανέλπιστα
όταν
έσφιξα το χέρι σου
και
μου μιλούσε πια
ο
παλμός
Ένιωσα
που το φάντασμα
χτυπούσε τώρα
εγκλωβισμένο οριστικά
μέσα στο αίμα
το
δικό μου
Η μεταμφίεση
Δεν
ξέρω
αν
είναι η βροχή
ή
κάτι τόσο επίμονο
που
πέφτει
στη
φωνή σου
και
μουσκεύω
ως
το ένστικτο
και
βγάζω
απ’
το κλουβί τους
τα θηρία
να
τα σώσω
να
κρυφτούν
σε
λέξεις
όμορφες
αγγελικά
ντυμένες
Αποκόλληση
Δεν ξέρω
αν έτυχε
μα
όπως θέλησα να
πλάσω
κάτι τρυφερό
τράβηξα
ένα πλευρό
απ’
το στήθος σου
Άρχισε χώμα
έτρεχε όλο
χώμα
ρίζες πέτρες
έπεφταν
στα πόδια μου
σκουλήκια
Απελθέτω
απ’ εμού το δηλητήριον τούτο
Ήθελα μόνο
ευάερο
και ευήλιο σώμα
που να βλέπει
σε
μια πεντακάθαρη
πληγή
Το
αγκάθι
Έτσι
όπως στάθηκες απέναντι
μες
στην αιχμαλωσία των ματιών μου
με
το λευκό πουκάμισο
μισάνοιχτο
Είδα το συρματόπλεγμα
το
αγκάθι που μου πρότεινες
Μα
ήξερα –
κάτι
γυμνό
κάτι
αέρινο
σε
φύσαγε συνέχεια
πάνω
μου
Κι αντί να στάζω
από
τα δάχτυλα αίμα
έσταζα
ουρανό
Η
ανασκαφή
Όσο ανέβαινε
το βλέμμα
σου
ψηλά
και διάβαζε
πευκοβελόνες
σύννεφα
ουρανό
έσκαβα
το υπόλοιπο
κορμί
αυτό που
ακόμη κράταγε
με δυσκολία
η γη
κι έβαζα
τα πολύτιμα
ευρήματα
στην
τσέπη βιαστικά
να
τα
φυσήξω
ύστερα
απ'
τη σκόνη
με την ησυχία
μου
και καθαρά
να πάρουν θέση
στο Μουσείο
των ανεκπλήρωτων
στιγμών
μου
Τα πουλιά
Έστειλα
με τα πουλιά
ένα μήνυμα
ανάμεσα σε
νάρκες
και
σε πολυβόλα
στην
πρώτη γραμμή
του
ανθρώπου
Κράταγαν λευκή σημαία
έδειχναν στα
στήθη τους
το μέρος
της καρδιάς
και μια μεγάλη τρύπα
στο ρυθμό τους
Εδώ
ο τόπος
μοιάζει κρύος
Ο
ουρανός σπασμένο κράνος
Τα γράμματα
ντυμένα στο χακί
σου
στήνουν συρματόπλεγμα
σε
σημαδεύουν
κατευθείαν
στη φωνή
Όλα τριγύρω
σου
πατούν σκανδάλη
Λιγοστεύεις
δεν το βλέπεις;
Έστειλα
με τα πουλιά
ένα μήνυμα
δε
γνώριζα ήταν
εποχή
των κυνηγών
παντού στα δάση
σκορπισμένα βρόχια
κι
ο κυνηγός
κρυμμένος μες
στα λόγια
των
πουλιών
Έκσταση
Δε
θα κατάλαβες
που
όπως κάθισες
στο πλάι μου
έβγαινα απ’ το σώμα μου
έμπαινα
στο χρόνο
και σε ξόδευα
στις
φωτεινές σου ώρες
Σ’
άγγιζα στο νόημα
και
περνούσες
στο δικό μου σχήμα
Μίλαγες
με
τις δικές μου λέξεις
Λες κι ήσουνα
-παράξενο-
Εσύ ο υποκριτής
Εγώ ο ρόλος
Μετάγγιση
Κόβω τη
θλίψη
σε μικρές
μπουκιές
Ταΐζω τα πουλιά
στους αγριότοπους
στις ερημιές
και
τραγουδάνε
στους ανέμους
το αίμα
της
Ύστερα
τη φυσούν
οι άνεμοι
στις πέτρες
στο γυμνό
ξανά στην ποίηση
σ’
ότι με δυσκολία
φθείρεται
Ακρόαση
Άκου
τον αέρα
ψιθυρίζει φύλλα
μπαινοβγαίνει
υγρός
ανάμεσα
στα λόγια σου
τραυλίζει σπέρμα
σε
πετάει στο χρώμα
λίγο
ακόμη
λίγο ακόμη
μείνε μέσα στη
φωνή μου
άσε
το πινέλο
ν’
αλητεύει
εκεί
που πρέπει
στο
υπόσχομαι
μια
μέρα θα ξεσκίσω
με
τα μύχια μου
το μουσαμά
κι
εκεί να δεις ζωγραφική :
σπασμένα δέντρα
τρύπιες φλέβες
και
τα μαλλιά μου
ανακατωμένα
με
τα χάδια
που ποτέ
δεν πήρα
σαν
παιδί
Δολιοφθορά
Την ώρα
που
σαν έρωτας
ετοίμαζα τα βέλη
μου
κάποια δολιοφθορά
θα
έγινε
Κι αντί
οι αιχμές
ν’
αποζητούν
το σχήμα
της καρδιάς σου
άλλαζαν φορά
γυρνούσαν
πίσω
και τρυπούσαν
μόνο
το
δικό μου στήθος
Ο ικέτης
Μετά από τόσες ρητορείες
τη
βροχή στο στόμα
δάχτυλα χωρίς
ν’ αγγίζουν κάτι
Μετά από τόσες
αυταπάτες
είσαι εδώ
Κι εγώ
ζητώ
να
κοιμηθώ στα λόγια
σου
και
να ξυπνήσω
στα νοήματά
τους
Μάθημα μουσικής
Ακόμη
μια φορά
αγαπημένο βάρος
σφίξε με
και βγάλε
απ’
τις κλειδώσεις μου
μια μουσική
Βάλε ξανά
τη γλώσσα σου
κλειδί
μέσα στο στόμα μου
ν’
ανοίξω νότες
που
άφηνα κλειστές
πάνω
σε τούτο
το πεντάγραμμο
το σώμα
μου
με
τις αμίλητες αισθήσεις
τις ακίνητες
χορδές
Ελεύθερος σκοπευτής
Σ’
αυτό τον πόλεμο
το παραδέχεται
δεν
ήταν έτοιμος
δεν είχε όπλα
τελευταίας γενιάς
Μονάχα
λίγα ποιήματα
Τα γυάλιζε
συνέχεια
να
φανούν τρομαχτικά
Όταν βρισκόταν κάποιος
σε απόσταση
βολής
τουλάχιστον
να τον ξαφνιάσει
να
πατήσει τη
σκανδάλη
και
να τρέξει
από
τα τραύματά του
ηδονή
Κοσμογονία
Έλα
και βάλε το
αυτί
πάνω
στο στήθος
άκουσε
την
έκρηξη
πετρώματα
του
έρωτα
γυρνούν ανάποδα
φέρνουν
το μαύρο
στην
καρδιά
του
φωτεινού
Μα εκεί
μέσα
στη λάβα
στον
πυρήνα
του χαμού
ένα
μικρό τραγούδι
φτιάχνει
απ’ την αρχή
τις ρίζες
του
Η σιωπή
Ο
έρωτας είναι σιωπή
Διαβάζεις
το σώμα
τα
χείλη
Τρέχουν τα
μάτια
κυνηγούν
το κάθε νεύμα
Ανασαίνεις φως
και ξεφυσάς
σκοτάδι
Κι
ολοένα κάτι...
κάτι κλέβει
απ’
την αθάνατη μεριά σου
Χοές
Σ’
αυτό το μέρος
οι
πέτρες ξέρουν
οι
θάμνοι ψιθυρίζουν
κοκκινίζουνε
τα δέντρα
Από
αυτό που ράντισε το χώμα
στην
κορφή της έξαψης
θα
φύτρωνε
μονάχα ένα πικρό αγκάθι
Ματαιότης ματαιοτήτων
Και
βγαίνω
κάθε
βράδυ
απ’
το τσιγάρο σου
και
σκαρφαλώνω
ακίνητος καπνός
κρεμιέμαι απ’ τις
κεραίες
δυναμώνω
λιγοστεύω
πέφτω
πάλι σ’ ένα
ωχ
κι
ακόμη –
Τόσες μέρες
πάνω
στις κεραίες
ακόμη
–
Στήνω
ξόβεργες
τον
ίσκιο μου
να
πιάσω φως
ακόμη
–
να
εντοπίσω
τη
συχνότητα
που εκπέμπει
ο
άνθρωπος
ακόμη
–
Το νόημα
Κοντά μου μείνε
απόψε Νόημα
Μη
μ΄αφήνεις μη μου κρύβεις στο αύριο
τα
φτερά
Δεν έμαθαν τα λόγια μου να
περπατούν
Αν κι από
ύψος κι
από ίλιγγο φτιαγμένα
ακόμη μπουσουλάνε
Σου
ζητώ λοιπόν μονάχα ένα λεπτό
να
κοιμηθώ στα κουρασμένα πόδια
σου
και να
ξυπνήσω ιδρωμένος
στο τρεχαλητό
τους
Νεολιθική εποχή
Με δυσκόλεψε
στ’
αλήθεια
αυτή
η πέτρα
να
την πάρω
από σπηλιές αγρίων
να
της βάλω τρόπους
ν’
απαλύνω τις αιχμές
τα
χτυπήματα
να
γίνουν φθόγγοι
Οι
ρωγμές
φωνούλες τραγουδιών
Απ’
το σκληρό
να
ξεκορμίσει
μια
βελούδινη υφή
από τρεμάμενες
γραμμές
να
πήξει άγαλμα
Όταν το μάθημα
τελείωσε
την
πέταξα με δύναμη
στα
σκοτεινά μου
και
δεν είδα μώλωπες
πληγές
ή γρατζουνιές
Μονάχα
εμένα
και
το Εκείνο μου
να
μπαινοβγαίνουν
το
ένα
μέσα
κι έξω
από
το άλλο
Σπηλαιολογία
Ποια ξαφνική πνοή
σηκώθηκε
κι
έσβησε το κερί
που
κράταγα
στο
χέρι
όσο
κατέβαινα
το
στόμα σου
και συναντούσα
λέξεις
χαραγμένες
πάνω
στα τοιχώματα
και
μήτε
πρόλαβα
να σε διαβάσω
που
έστειλες σκοτάδι
να
με κυνηγάει
κι
ανέβαινα
τυφλά
τα
σκαλοπάτια
τρομαγμένος
και
χωρίς ανάσα ;
Ισόβια κάθειρξη
Μέσα στην ποίηση
σε φυλακίζω
η
ενοχή σου
δεδομένη
το
έγκλημα
σαφές
:
ευθανασία αισθημάτων
Το
μόνο σου
ελαφρυντικό
είναι
που χάθηκα
μέσα
στο νεύμα σου
και
μου έβαλες
προσεκτικά
το
νήμα της επιστροφής
στα
χέρια
Η μεγάλη αγγελία
Ζητείται σώμα .
Βραδινής καύσης .
Γεμισμένο
με άχυρα.
Επιρρεπές στις
πυρκαγιές.
Ασπόνδυλο.
Στεγνό από
ενοχές.
Ένα κομμάτι
φλέβες.
Το γυμνό
ανοιχτό.
Στα μάτια
των περαστικών.
Χαμόγελο που
γύρισε και πέτρωσε.
Κολόνα από
αλάτι.
Ζητείται βάρος
μιας βραδιάς.
Το τελευταίο παιχνίδι
Καθόμαστε σε διπλανά καθίσματα
Στο θέατρο Πρώτη σειρά
Ορίζει ο καθένας μας το σώμα του το κάθισμά
του
Θα σε λέω Χαμ και θα με λες Κλοβ
Και δεν είναι παιχνίδι αυτό που θα παίξουμε
μήτε απόδραση απ' ό,τι κουβαλάμε
Θα' ναι όλα στο πλάι μας
Σα χρόνος που θα καταρρεύσει όταν πρέπει
Αλλά βρισκόμαστε κι οι δυο σε μια στιγμή αναπηρίας
Δε μιλάμε Μόνο γράφουμε το τίποτα
Είναι σιωπή τα φώτα χαμηλώνουν
η παράσταση μας παρακολουθεί
Τα λόγια των ηθοποιών δε λέγονται τυχαία
Πάνω απ' τα καθίσματά μας
μεταξύ των προβολέων και των άστρων
περιμένει μια αυλαία
Κανείς δεν ξέρει και δεν έχει σημασία
ανασηκώθηκε μας πέταξε
χωρίς καμία πρόβα σ' ένα όριο της ζωής
Δεν έχει τέρμα και δεν έχει αρχή
Είναι τα πάντα εγκλωβισμένα σε μια μέση
Πώς να γινόταν όμως πώς ;
Να έπαιρνα μια πέτρα και να σπάσω τον αέρα
που βουβαίνει πάντοτε τα λόγια μας
και δεν τ΄αφήνει να μιλήσουν ;
Δεν έχει τέρμα και δεν έχει αρχή
Είναι τα πάντα εγκλωβισμένα σε μια μέση