Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ΜΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΣΙΑΧΡΗ

 

                                     


                                                                                  

                                                                        Πρόλογος 

Αγγίζοντας  ένα   εμβληματικό έργο  ,όπως  η  «Μήδεια» , περιβεβλημένο  με  τη φήμη    αιώνων   και  με  τις  μεταφραστικές   προσεγγίσεις   σπουδαίων  ερμηνευτών  ,  βρέθηκα  μπροστά  στο  εξής  δίλημμα : να   αποδώσω    το  δράμα  στη νέα  ελληνική   γλώσσα  με  τη  ματιά  του   φιλολόγου  ή  να  επιχειρήσω  μία  ελεύθερη   ανάπλασή  του   με  την  ευαισθησία  του  ποιητή . Φαίνεται  πως  υπερίσχυσε  τελικά  το  δεύτερο , χωρίς  ωστόσο  να  απομακρυνθώ  πολύ  από  το  αρχικό  κείμενο , καταφεύγοντας  σε  λεκτικές  υπερβολές  και  σε  προσθήκες  που  θα  πρόδιδαν  τη  γλώσσα  του  έργου .Προσπάθησα  να  μείνω  κοντά  στη  διατύπωση  του  δραματουργού   και  απλώς  να  μεταφέρω  σ’ αυτή  την  ομορφιά  της  ελληνικής  γλώσσας . Στη  διαδικασία  της  μεταφοράς  του  έργου  δεν  ξέχασα  δύο   βασικές  παραμέτρους  που  νομίζω  ότι  ως   μεταφραστής   είχα  υποχρέωση  να   σεβαστώ   :  την  ποιητική  διάσταση  των  δραμάτων  της  αρχαιότητας   και  τον  θεατρικό  τους   προορισμό . Έτσι , είχα  πάντοτε  στο  μυαλό  μου  το  γεγονός  ότι   μετέφερα  ένα  ποιητικό    δημιούργημα  ,και  συνεπώς   το  τελικό  αποτέλεσμα  θα  έπρεπε να   διατηρεί  την  ποιητική  υφή  του  αρχικού  κειμένου .  Δοκίμασα  ,λοιπόν ,  να  προσδώσω  στη  μετάφραση   μουσικότητα  , να πλάσω  ένα  νέο  κείμενο  με  ρυθμό  και  με  στίχο  εύπλαστο  , και  ν’  αναδείξω  τις εκφραστικές  δυνατότητες  της   νεότερης  ελληνικής   γλώσσας . Αυτό  όμως   δε  με  έκανε , από την άλλη , να   θελήσω  να  εγκλωβίσω   το  μεταφρασμένο  κείμενο   στο  καλούπι   ενός  συγκεκριμένου   μετρικού  μοτίβου  , αφού  ένιωσα  πως  κάτι  τέτοιο  θα  κούραζε  τον   αναγνώστη –πρώτα  εμένα  ως  αναγνώστη -   κι  έπειτα  θα  μου στερούσε   την  ελευθερία  να  αποδώσω   δυναμικά   τις   συναισθηματικές  μεταπτώσεις   ενός   δράματος  που  δικαιολογημένα   έχει   χαρακτηριστεί  από  πολλούς  μελετητές  του  ως  «ψυχολογικό» .  Επιπλέον ,    είχα  να  αντιμετωπίσω  ένα   κείμενο  που  είναι  προορισμένο  να  παρασταθεί  , να  γίνει «δρων  λόγος»  και  να    συγχωνευθεί  με την κίνηση  και  την έκφραση  των   ηθοποιών  .  Αυτό  και  μόνο  του  με  πίεζε  να  δώσω  χρώμα  στο  λόγο  , να τον  ποτίσω  με  εκείνα  τα  στοιχεία  που  αναδεικνύουν  τη  «δραματικότητα» .  Έτσι , σε  πολλά  σημεία  επέλεξα   μικρές , κοφτές   φράσεις  ,οι  οποίες   να  βοηθούν  τόσο  τον  ηθοποιό  να  μεταφέρει  σ’ αυτές  πιο  έντονα  τα   συνακόλουθα  συναισθήματα , όσο  και  τον  ακροατή  να  μη  χαθεί  μέσα στο  λαβύρινθο  μιας  περίτεχνης  και  μακροσκελούς  διατύπωσης  , η  οποία   θα  στερούσε  από  το  κείμενο   τη  «δραματική» του  ενάργεια . Πολλά  από  τα  χωρία  του  κειμένου  με  παίδεψαν  αρκετά  . Για  να  φτάσω  στην  τελική  μεταφραστική   επιλογή  , χρειάστηκε  να  απορρίψω   περισσότερες  από  μία   αρχικές   δυνατότητες   και  έφτασα  στο  σημείο  να  περιφέρω  στο  μυαλό  μου  και  στ’ αυτιά  μου   τους  στίχους  , για  να  δω  τι  ταιριάζει  καλύτερα  . Και  βέβαια  ,  οδηγός  μου   σε  όλη   αυτή    τη    μεταφραστική    πρόκληση υπήρξε  η  μεγαλειώδης  πνοή  του  ίδιου  του  έργου ∙  ενός  έργου  στο  οποίο   συναντώνται   το  δαιμονικό  , το  υψηλό  , το  τραγικό    και    το  σκοτεινά  λυρικό   στοιχείο   στην  τελειότερη  έκφρασή  τους .

 

Κώστας  Τσιαχρής

 

 

                                                              Υπόθεση  του  έργου

Το  δράμα  εκτυλίσσεται  στην  Κόρινθο  ,όπου  έχουν  καταφύγει  ο  Ιάσονας    και  η  Μήδεια  , μετά  την εκδίωξή  τους  από  την  Ιωλκό . Ο  Ιάσονας  ετοιμάζεται  να  παντρευτεί   την  κόρη  του  βασιλιά  της  Κορίνθου  ,Κρέουσα    ή   Γλαύκη  , γεγονός  που  εξοργίζει  τη  Μήδεια . Στον  πρόλογο  του  δράματος  εμφανίζεται  η  Τροφός  , η  οποία   αναθεματίζει  όλα   τα  προηγούμενα   συμβάντα  που  είχαν  ως  απόληξη  το  τωρινό  δράμα  της  Μήδειας.  Με  την   εμφάνιση  του  Παιδαγωγού  και  των  παιδιών  , αποκαλύπτεται  η  δεύτερη  πτυχή  της  συμφοράς , αφού  ο   άρχοντας  της  Κορίνθου  Κρέοντας   αποφασίζει  την  εξορία  της  Μήδειας  και των  παιδιών της  . Μέσα  από το  σπίτι  ακούγονται  οι  κατάρες   της  Μήδειας  και  εκφράζονται  οι φόβοι  της Τροφού   για  τη  μοίρα  των  παιδιών  εξαιτίας  του  μένους  που έχει  καταλάβει  τη  μητέρα  τους .  Η  Μήδεια  παρουσιάζεται  στη  σκηνή   και  εκφράζει  τις  απόψεις  της  για  την  αδικία  που  υφίσταται  το  γυναικείο  φύλο  ,και  αμέσως  μετά  έρχεται  αντιμέτωπη  με τον  Κρέοντα , ο  οποίος  της  ζητά  να  φύγει  χωρίς  καθυστέρηση  από  τη  χώρα  ,  επειδή  φοβάται   τις  μαγικές  της  ικανότητες  . Η  Μήδεια  κατορθώνει  τελικά  να πείσει  τον  Κρέοντα  να την αφήσει  να   παραμείνει  στην  Κόρινθο  για  μία  μόνο  μέρα  , μέσα  στην  οποία   αποφασίζει  να   σκοτώσει   τον  ίδιο  και  την  κόρη  του   , αν  και   διστάζει  προσωρινά  , επειδή  θέλει  να  εξασφαλίσει  πρώτα  ένα  σίγουρο  καταφύγιο  για  τον  εαυτό  της  μετά  τη  δολοφονία . Ακολουθεί   ο  αγώνας  λόγων   Ιάσονα  -Μήδειας . Ο  Ιάσων  προσπαθεί  με  λογικά  επιχειρήματα  να  αποδείξει  στη  Μήδεια  πως  ό,τι  κάνει  γίνεται  για  το  καλό  της  ίδιας  και των  παιδιών  τους  , και  επιχειρεί  να   φανεί  γενναιόδωρος  προσφέροντας  στη  Μήδεια  όλα  τα  απαραίτητα  μέσα  για  τη  μετακίνησή  της  μακριά  από την  Κόρινθο . Η  Μήδεια  αντικρούει  τα  επιχειρήματά  του  και  απορρίπτει   το  ενδεχόμενο  κάθε  βοήθειας  από έναν  προδότη ,όπως  ο  Ιάσων .  Το  χάσμα  ανάμεσα  στους  δύο  ήρωες  διευρύνεται .  Τότε  εμφανίζεται  ο  Αιγέας  ,ο  οποίος  επιστρέφει  από το  μαντείο  των  Δελφών  , στο  οποίο  είχε   προσφύγει  για  το  θέμα  της  ατεκνίας  του , και  η  Μήδεια  καταφέρνει  να  τον  πείσει  να  τη δεχτεί  στη  χώρα  του  ,όταν  πάρει  το  δρόμο  της   εξορίας  .  Μετά  την απομάκρυνση  του  Αιγέα , η  Μήδεια  ξεδιπλώνει   πλέον  καθαρά  τις  πτυχές  του σχεδίου  της  : θα  προσποιηθεί  στον  Ιάσονα  ότι   έσφαλλε   κι  ότι   αναγνωρίζει   την  απερισκεψία  της  , θα  στείλει   δώρα  ποτισμένα  με  δηλητήριο  στην  Κρέουσα  ,ζητώντας  της  να  παραμείνουν  τα  παιδιά  στην  Κόρινθο ,  θα  σκοτώσει  τα  παιδιά  της  , για  να  εκδικηθεί  τον  Ιάσονα .  Ο  Ιάσων  επιστρέφει  στη  σκηνή  , μετά  από πρόσκληση  της  Μήδειας ,  και  έρχεται  αντιμέτωπος  με  μία  «μετανιωμένη»   γυναίκα  , η  οποία  του  ζητά  συγγνώμη  για   όλα  όσα  είπε  πριν . Ο  Ιάσων  την  επαινεί  για  τη  μεταστροφή  της  και  η  Μήδεια  του ζητά  να  προσπαθήσει  να  πείσει  την  Κρέουσα  να  επιστρέψει   την  παραμονή  των  παιδιών  στην Κόρινθο .Ο  Ιάσων  δηλώνει  ότι  θα το  επιχειρήσει .   Το σχέδιο  της  Μήδειας  πετυχαίνει . Ο  Παιδαγωγός  αναγγέλλει  ότι     η  παραμονή  των  παιδιών  στην  Κόρινθο   είναι  γεγονός  . Σε  έναν  περίφημο  μονόλογο , η  Μήδεια  βιώνει  μία  έντονη  εσωτερική  σύγκρουση  , αμφιταλαντευόμενη  ανάμεσα   στο  ερωτικό    και  στο  μητρικό  ένστικτο .  Υπερισχύει  το  πρώτο  . Το  πάθος  της  δεν της  επιτρέπει  να  σκεφτεί  λογικά  και   να  αποκλείσει  ως  επιλογή  τη  δολοφονία  των  παιδιών . Ο  Ιάσων  πρέπει  να τιμωρηθεί   και  η τιμωρία  του  θα είναι  η  δολοφονία  των  παιδιών  του .  Ένας  αγγελιαφόρος   φέρνει  το  δυσάρεστο  μαντάτο  :    βασιλιάς  και  βασιλοπούλα  πέθαναν από τα δηλητήρια  της  Μήδειας .  Ο  αγγελιαφόρος  αφηγείται  με  επική  παραστατικότητα   τα  συμβάντα . Η  Μήδεια  είναι  έτοιμη  να  προχωρήσει  στο  τελικό  μέρος  του σχεδίου  της  , στο φόνο  των  παιδιών . Ο  Χορός  προσπαθεί  απεγνωσμένα  αλλά  μάταια  να την αποτρέψει . Το  φονικό  πραγματοποιείται .  Στην  Έξοδο  του  δράματος  , ο   Ιάσων  έχοντας  μάθει  για  τη δολοφονία  της  Κρέουσας  και  του  πατέρα  της   αναζητά  τη  Μήδεια  . Ο  Χορός  του  αποκαλύπτει   τη  δεύτερη  φρίκη .  Αμέσως  μετά  εμφανίζεται  η  Μήδεια  πάνω στο  φτερωτό  άρμα  του  πατέρα  της  ,του  Ήλιου , μαζί  με τα σκοτωμένα  της  παιδιά . Στην τελική  σύγκρουση  των  δύο ηρώων , ο  Ιάσων εκφράζει  όλο  το  μίσος  του  για  τη  Μήδεια  και  της  ζητά  να  του δώσει  τα   πτώματα  των  παιδιών  , για  να τα  θάψει . Με  περήφανό  τρόπο  η  Μήδεια  απορρίπτει  το  αίτημα  του  Ιάσονα  και του  ανακοινώνει  τη  θέσπιση  τελετών  και  καθαρμών  για  τον  εξαγνισμό  του  φονικού . Στο  τέλος , ο  Ιάσων  απευθύνεται  στο  Δία   και  καταριέται  τη  Μήδεια  που  όχι  μόνο  σκότωσε  τα  παιδιά  του  , αλλά  δεν τον αφήνει  ούτε να  τα αγγίξει  ούτε    να τα  θάψει .


Το  σκηνικό παριστάνει το  ανάκτορο της Μήδειας  στην Κόρινθο. Η  Τροφός  , γερόντισσα  σκλάβα , στέκεται  έξω από  την πόρτα 

ΤΡΟΦΟΣ  

Ποτέ  του να  μην άνοιγε  φτερά 

το σκάφος  της  Αργώς

μέσα  απ' τις  μαύρες   Συμπληγάδες ,

να  μην έφτανε  ποτέ   στη γη των  Κόλχων ,

μες  στα φαράγγια  του  Πηλίου  το  πεύκο                                       

να  μην έπεφτε   κομμένο

και  μήτε  να' βαζε  κουπιά  στα  χέρια  δυνατών  αντρών 

που πήγαν για  να φέρουνε  

το  ολόχρυσο  τομάρι στον Πελία .

Δε  θα' χε  ταξιδέψει  η  Μήδεια , η κυρά  μου

για  της  Ιωλκός τους  πύργους 

βαθιά  μέσα  στα φρένα  χτυπημένη 

από  τον  έρωτα  για τον  Ιάσονα .

Ούτε  θα έπειθε  τις  κόρες  του  Πελία 

να φονέψουν τον πατέρα  τους .

Στη   γη της  Κόρινθος   δε  θα ' μενε 

μαζί  με τα  παιδιά  και με  τον  άντρα  της ,

πασχίζοντας   ν' αρέσει  στους  πολίτες 

της  χώρας  όπου εξόριστη  κατέφυγε ,

συμπλέοντας  με τον  Ιάσονα   στα  πάντα .

Μ' αυτό  μονάχα   σώζονται  τα  σπιτικά 

να μην απέχει η  γυναίκα  από του  άντρα  της  τη  γνώμη .

Τώρα   παντού  παραμονεύει  η  έχθρα 

ο έρωτας  κατάντησε  πληγή 

Πρόδωσε  τα  παιδιά  του  , την  κυρά  μου ο  Ιάσων 

αγάπησε   βασιλικά  κρεβάτια 

Τη  θυγατέρα  του άρχοντα  της  χώρας  Κρέοντα παντρεύεται .

Κι  η  Μήδεια  ντροπιασμένη  η άμοιρη 

κραυγές  σηκώνει  για  τους  όρκους 

επικαλείται  την τρανή  την πίστη 

που εκείνος  έδωσε  με το  δεξί  του  χέρι 

φωνάζει τους  θεούς  για  μάρτυρες 

να δουν  απ' τον  Ιάσονα  ποια  ανταμοιβή  της  έλαχε.

Κείτεται  χάμω  νηστική 

οι  πόνοι  σημαδεύουν  το  κορμί  της 

και  λιώνει  μες στα δάκρυα  όλο  τον  καιρό 

γιατί   ο   άντρας  της το  νιώθει  την αδίκησε

κι  ούτε  τα  βλέφαρα  σηκώνει

καρφωμένο  έχει το  πρόσωπο  στη γη

κι  όσο  η πέτρα ή το  θαλασσινό  δρολάπι

τόσο  ακούει  τους  φίλους  που την ορμηνεύουν 

Κι  αν  τύχει κάποτε  και  γύρει   τον  ολόλευκο  λαιμό 

μονάχη  κρώζει  τον  αγαπημένο  της  πατέρα  

το  σπίτι  την  πατρίδα  που τα  πρόδωσε 

κι  έφτασε  εδώ  μ' αυτόν τον άντρα 

που σφοδρά  την  ατιμάζει .

Μέσα  απ' τη συμφορά  της  όμως  έμαθε η καημένη

τι  κέρδος  είναι  να μη φεύγεις απ' τη  γη  την πατρική .

Στρέφει  το  μίσος  στα  παιδιά  της 

μαυρίζει  ο  νους  της   να τα  βλέπει .

Φοβάμαι   κάτι  σκοτεινό  ετοιμάζει 

Bαραίνει  το  μυαλό  της  κι ούτε θ΄ανεχτεί 

τόσα  δεινά  χωρίς  καλό να  πάσχει .

Την  ξέρω  εγώ και  με  γιομίζει  τρόμο 

μη μπει  στο ανάκτορο  κρυφά 

στο  μέρος  που έστρωσαν  το νυφικό  κρεβάτι

και  σπρώξει   κοφτερό  σπαθί  μες  στο  συκώτι 

ή  μήπως  και τον άρχοντα  και το γαμπρό  σκοτώσει 

κι  έπειτα  κάποια  συμφορά  ακόμη πιο  βαριά  σκαρώσει .

Είναι  τρομαχτική   κι  αν κάποιος συγκρουστεί  μαζί της 

δε  θα  μπορέσει  εύκολα  τραγούδι  επινίκιο  να  ψάλει .

Μα  να και  τα  παιδιά 

σταμάτησαν να παίζουν με τις ρόδες , έρχονται 

δεν ξέρουν  τίποτε  για  τα  δεινά  της  μάνας .

Οι  δροσερές  καρδιές   δεν  αγαπούν τις έγνοιες 


ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ [Μπαίνει με τα  δύο παιδιά της Μήδειας]

Παλιό  απόκτημα   του  οίκου  της  κυράς  μου,

τι  στέκεσαι   ολομόναχη   κοντά   στις  πύλες 

ψηλώνοντας    το  θρήνο  για τις  συμφορές  σου ;

Πως  θέλησε  η  Μήδεια   ν' απομείνει  μόνη της 

χωρίς  εσένα ; 

ΤΡ. Γέροντα  ,που  συνοδεύεις  τα  παιδιά  του  Ιάσονα ,

μεγάλη  συμφορά για  τους  πιστούς  τους  δούλους 

τα  βάρη  που  λυγίζουν  τους  αφέντες,

αγγίζουν  με ορμή τα  σωθικά  τους .

Τώρα  κι εγώ  σε  τέτοιο   μέγεθος  οδύνης έφτασα

που  ο  πόθος με κεντρίζει  να' ρθω  και  να  πω

εδώ  σε  γη  και  σ' ουρανό τα  πάθια  της  κυράς  μου 

ΠΑΙ.Δεν έπαψε  η  δύστυχη να  ξεσηκώνει   θρήνους ;

ΤΡ. Πως  θα' θελα  την  ξεγνοιασιά  σου !

Είναι  στα  σπάργανά  του  το  κακό 

κι ούτε  που  έφτασε  στη  μέση  

ΠΑΙ.  Η  ανόητη  !  αν πρέπει να το λέει  κανείς  αυτό για τους  αφέντες 

Δεν  της  περνούν μεσ' απ' το  νου  οι νέες  συμφορές 

ΤΡ. Μα τι  συμβαίνει  γέροντα ; Μην αρνηθείς  τα  πάντα να μου  πεις 

ΠΑΙ.Τίποτα ...μετάνιωσα  και  για  τα πριν που είπα

ΤΡ. Μη , στα  γένια  σου σε  ικετεύω , μη μου  κρύβεις την αλήθεια, την ίδια  μοίρα  δούλων  μοιραζόμαστε 

Με  τη σιωπή  τη  γλώσσα   μου, αν  πρέπει , θα   τυλίξω

ΠΑΙ.Πηγαίνοντας   στο άγιο ρέμα  της  Πειρήνης

εκεί  που  κάθονται  οι γέροντες  και  παίζουνε  πεσσούς

χωρίς να δείχνω ,κάποιον  άκουσα να  λέει

ότι   ο  άρχοντας  αυτής  της γης , ο  Κρέων 

ετούτα  τα  παιδιά  μαζί  και τη μητέρα τους 

σκοπεύει  από  την Κόρινθο  να  διώξει .

Δεν ξέρω  αν αληθεύει  αυτός ο λόγος

κι  ούτε  που  θα' θελα  ποτέ  μου τέτοιο  πράμα 

ΤΡ. Και  θα ανεχτεί ο  Ιάσονας , παρά  τη μάχη

που  άναψε με τη μητέρα τους ,

να  υποφέρουν έτσι  τα  παιδιά  του  ;

ΠΑΙ. Αφήνουν  πίσω τους  οι νέες  συγγένειες  τις  παλιές 

κι  εκείνος  πια   δεν  αγαπάει  αυτό το  σπίτι

ΤΡ. Λοιπόν  χανόμαστε , αν  φορτώσουμε 

κακό  καινούργιο  στο  παλιό  

, χωρίς  αυτό ακόμα  να΄ χει  σβήσει 

ΠΑΙ. Όμως  εσύ κρατήσου  στη σιωπή , ατάραχη .

δεν είναι ακόμη  ώρα  να  το  μάθει  αυτό η κυρά 

ΤΡ.Παιδιά  μου , ακούτε  ποιος  σας έλαχε  πατέρας ;

Δε  λέω να χαθεί , γιατί  αφέντης μου είναι

Κι  όμως  στους  λατρευτούς  του  τιποτένιος  φάνηκε 

ΠΑΙ. Σαν ποιος  απ' τους  θνητούς  δε φάνηκε  το  ίδιο ;

Κι  αν  τούτα  τα  παιδιά  δεν  αγαπάει  

για το κρεβάτι  μιας γυναίκας,

τώρα  το' νιωσες πως  ο καθένας  πάνω απ' όλους

για  τον  εαυτό του    νοιάζεται ;

Άλλος  γιατί  θαρρεί  πως έτσι  είναι το  δίκιο 

κι  άλλος για να χορτάσει  το  συμφέρον του

ΤΡ. Μπείτε  στα  δώματα  ,παιδιά μου .

Καλόβολα  θα γίνουν όλα 

Κι εσύ , όσο  μπορείς  ,κράτα  τα  μακριά

και  μην τ' αφήνεις να  ζυγώσουνε  

τη  χολωμένη    μάνα

Την  είδα  πριν  το μάτι  καταπάνω τους

να ρίχνει  σαν τον ταύρο 

λες  κάποιο τέχνασμα  πως  έβαζε  στο  νου της 

Κι  ούτε  θα  πάψει την οργή ,καλά το ξέρω ,

προτού  να  ξεθυμάνει  κάπου 

Ω  ας  ήταν μόνο  να  ξεσπούμε στους  εχθρούς

παρά σ'  αγαπημένους 

ΜΗΔΕΙΑ [Ακούγεται μέσα στο σπίτι]

Αλίμονό  μου , η  καψερή , ο  πόνος  με  τραντάζει

αλίμονο ,που τώρα  αμέσως να' σβηνα

ΤΡ. Να το που   σας  έλεγα , καρδούλες  μου ,

η  μάνα  σας  σπαράζει  

και  σηκώνει  μες  στα στήθια τη  χολή

Γρήγορα  τρέξτε μες στο σπίτι

από τα μάτια της χαθείτε 

μη ζυγώνετε κοντά  της   ,φυλαχτείτε  

από την  άγρια  καρδιά ,

το  μίσος  που τρυπάει  το  φρενιασμένο  νου της 

Εμπρός  λοιπόν , γρήγορα  μέσα!

Το  σύννεφο  του  θρήνου  της  

που αρχίζει  να  φουσκώνει , 

δείχνει  πως  θ' απλωθεί  με πιο βαρύ  θυμό .

Ποιος  ξέρει  τι  μπορεί να κάμει  

μια  ψυχή  ανήμερη ,γιομάτη οργή ,

που   τη  δαγκώνουν  οι  πληγές ;

ΜΗΔΕΙΑ

Αλίμονο , με  ζώνουν συμφορές  τη  δύστυχη ,

αντάξιες  για μεγάλους θρήνους 

Παιδιά  καταραμένα  που  σας  γέννησε 

μια μάνα  στυγερή 

Ω  που να χαθείτε κι  ο πατέρας  σας  μαζί 

κι ολάκερο  το σπίτι 

να  κυλήσει  σε συντρίμμια


ΤΡΟΦΟΣ

Ώχου  κακό  που με σκεπάζει , τη βαριόμοιρη !

Και  ποιο μεράδι  απ' του  πατέρα  τους το αίσχος 

έχουν τα παιδιά σου ;

Τι χύνεις  τόσο  δηλητήριο  γι' αυτά  ;

Αλίμονο παιδιά μου , πόσο  τρέμω 

μη  μου  πάθετε  κακό .

Μαύρες  οι σκέψεις  των αρχόντων 

κι  όπως  να  σκύβουν ξέρουν  λιγοστές  φορές

μα  πιο πολλές  να κυβερνούν , 

το  θυμικό  τους  δύσκολα αλλάζει .

Το  πιο  καλό  να  συνηθάς  να  ζεις 

ίσος  ανάμεσα  στους  ίσους 

Κι  εμένα  μακριά απ' το φόβο

ας με βρουν τα  γηρατειά 

μακριά  απ' τα  μεγαλεία 

Για  τους θνητούς  τη λέξη μέτρο 

μόνο να  τη λεν , σπουδαίο πράμα 

Το  να  την  πράττουν  κιόλας  ,θησαυρός 

Μα ό,τι  το μέτρο ξεπερνάει

ανώφελο  ολωσδιόλου  για  τον  άνθρωπο 

κι όταν η  μάνητα  φουντώσει    του  θεού ,

στα  σπιτικά  σκορπάει   φοβερότερα  δεινά 


ΠΑΡΟΔΟΣ

ΧΟΡΟΣ

[Ο  Χορός αποτελείται από  γυναίκες της  Κορίνθου]


Άκουσα  τη  φωνή , το  βογγητό

της δύστυχης  γυναίκας  από την  Κολχίδα

Αγρίμι  πια έχει γίνει - μίλα  μας  γερόντισσα ,

γιατί  άκουσα  το γοερό  της κλάμα 

μεσ'  απ' το  δίπορτο το σπιτικό μου

Δε χαίρομαι  ,γυναίκα , με  τις  συμφορές  του αρχοντικού 

Με δένει  πια  μαζί  του  η αγάπη


ΤΡΟΦΟΣ

Μη  λες  αρχοντικό , χάθηκε , πάει 

Αυτόν  βασιλικό  κρεβάτι  τον κρατάει  σφιχτά 

κι  η αφέντρα  μου στην κάμαρά της λιώνει

Κανένας  λόγος  

φίλου  κανενός 

δε   γίνεται  το  φρένιασμά  της  να  γλυκάνει 


ΜΗΔΕΙΑ

Αλίμονο , που κεραυνός  να' σκιζε  το κεφάλι  μου στα δυο

Ποιο κέρδος  μου  είναι  πια να  ζω ;

Ωχ , ωχ , που να  με  σώριαζε  ο  θάνατος 

και  ν' άφηνα  ξοπίσω  μου τη  μισητή  ζωή  

ΧΟΡΟΣ

Ακούς   ,Δία  και  γη και  φως ,

τι θλιβερό  τραγούδι  ψάλλει  η  μαύρη  νύφη;

Ποιος έρωτας   για  το   απλησίαστο  κρεβάτι,

ω  άμοιρη  ,   σε  ταξιδεύει  πια  γοργά  στο  θάνατο ;

Καθόλου  μην  προσεύχεσαι  γι'  αυτό

Κι  αν  ο άντρας  σου τιμά  νέο  κρεβάτι

μη σκίζει  την καρδιά   σου τέτοιος  πόνος 

Το  μέρος  σου θα  πάρει  ο  Δίας

Μη  λιώνεις  κλαίγοντας  τον  άντρα  σου

ΜΗΔΕΙΑ

Α   Θέμιδα  μεγαλοδύναμη , ω  σεβαστή  μου Άρτεμη,

βλέπετε  πόσα  πάθη με  κεντάνε 

κι   ας  είχα  δέσει  τον καταραμένο  σύζυγο

με  όρκους  δυνατούς 

Που  να  τον δω  κι εκείνον  και τη νύφη  του

μαζί και τα παλάτια  τους να  λιώσουν ,

τι  πρώτοι τόλμησαν  να μ'αδικήσουν 

Πατέρα  , πόλη  μου  , που μίσεψα  από  σας 

τον ίδιο  μου τον  αδελφό σκοτώνοντας  , τι φρίκη !

ΤΡΟΦΟΣ

Ακούτε  αυτά που λέει , τη  Θέμιδα  πως κράζει 

που  ακούει  τις  προσευχές,

το  Δία  που  λογαριάζεται   απ' τους  θνητούς 

φρουρός  των  όρκων  ;

Κάτι  μικρό   , δε γίνεται , 

το μένος  της  κυράς  μου να  χορτάσει


ΧΟΡΟΣ

Πως  ;  Πως  να  γινόταν  

να 'ρθει   να τη  δω 

και  να  δεχτεί τα  λόγια  που  της λέμε 

μήπως  και μέρωνε  μ'αυτό  τον τρόπο 

την  οργή  που βάρυνε  τα στήθια  της ,

τον  πόνο  του   μυαλού της  ;

Η θέλησή  μου  ας  μη λείψει  από  τους  φίλους 

Μα  τώρα   μέσα  μπες  ,φερ' την   εδώ ,

έξω απ΄το  σπίτι  

Είμαστε  φίλες  πες  της , βιάσου ,

προτού αφανίσει  αυτούς  που μείναν  μέσα

Το  πένθος  της  είν' έτοιμο να  ξεχυθεί

με δύναμη  μεγάλη 


ΤΡΟΦΟΣ

Αυτό  θα κάμω , αν  και  φοβάμαι

δε θα  πείσω την κυρά  μου

Τον   κόπο  αυτό  ευχαρίστως  θ' αναλάβω

Κι   ας ρίχνει   βλέμμα  μυσαρό  στους  δούλους 

όμοια  με  γκαστρωμένη   λιόντισσα,

αν κάποιος  πάει κοντά  της  

να της  πει  κουβέντα 

Ασύνετους  αν πεις και λίγο  μυαλωμένους

τους  παλιότερους  , δεν κάνεις  λάθος 

Τραγούδια  βρήκανε  για τις  χαρές  

για  τα συμπόσια  και  τα δείπνα ,

ακούσματα  που ευφραίνουν τη ζωή 

κι  όμως  τις σκούρες  λύπες ,

που φέρνουν  το  θανατικό 

και  τ' αποτρόπαια  βάσανα  στα  σπίτια ,

κανείς  απ' τους  θνητούς   δε βρήκε  τρόπο

με  μουσική   και   με  πολύχορδα  τραγούδια 

να τις  παύει 

Μα  θα' ταν  κέρδος  οι  θνητοί

να θεραπεύουν  τις  πληγές  τους με  τραγούδια

Κι  όπου τραπέζια  πλούσια στήνονται 

γιατί  υψώνουν   δίχως  λόγο  το παράπονο ;

Μονάχο  του  το  πλέριο  το  τραπέζι

για  τον άνθρωπο είναι  βάλσαμο


ΧΟΡΟΣ

Την  πολυστέναχτη  κραυγή  του   θρήνου  άκουσα

βγάζει στριγκές  φωνές  απόγνωσης 

κακό  στεφάνι  να' χει  καταριέται

του  κρεβατιού της  τον  προδότη 

Και  μέσα  στ' άδικα  τα  πάθια της 

τη  Θέμιδα  παρακαλά , του  Δία το  σπλάχνο,

αυτήν  που στέκει  φύλακας των όρκων ,

και   που  την  έκανε  να φτάσει  νύχτα

μέσα  από  τη  θάλασσα

στην άλλη όχθη της  Ελλάδας,

περνώντας  το  κανάλι το αρμυρό

του απέραντου  πελάγου 

Α   ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 


ΜΗΔΕΙΑ

Γυναίκες  της  Κορίνθου , βγήκα  από το  σπίτι

Να πάψετε να με  κακολογείτε  πια 

Ξέρω  πολλούς  περήφανους  ανθρώπους 

άλλους  από τα  βλέμματα  του  κόσμου  μακριά 

κι άλλους έξω απ' τις  πόρτες  των σπιτιών τους , φανερούς 

Ζώντας  αυτοί   παράμερα  απ' τους  άλλους  ήσυχη  ζωή 

απόκτησαν  φήμη  κακή  του  απόκοσμου  ανθρώπου 

Στα  μάτια  των  ανθρώπων   δεν  υπάρχει  δίκιο 

προτού  να  μάθουν  καθαρά  τα  σώψυχα  του  άλλου

τον κοιτούν  με  μίσος ,

και  δίχως  να' χουν  απ' αυτόν βλαφτεί.

Ο ξένος  πρέπει  σ' όλα  να  υποτάσσεται 

στους  νόμους  της  καινούργιας  πόλης 

Μα  δεν  παινεύω  και τον  ντόπιο  που  κομπάζει

κι  από την αφροσύνη  του  

τους συμπολίτες  του  πικραίνει 

Κι  εμένα  τώρα  ανέλπιστο  κακό   μου  χίμηξε

μου  σιγοτρώει  την   ψυχή 

Φεύγω , αφήνω  πίσω  τις  χαρές  του  βίου

και  πρέπει  , φίλες  , να  πεθάνω

Κι  ενώ  τα  πάντα  μες  στα  χέρια  μου είχα,

το γνωρίζεις ,

ο άντρας  μου αποδείχτηκε  ο χειρότερος  απ' όλους 

Απ' όλα όσα  κρύβουνε  ψυχή  και  νου

το  αθλιώτερο   βλαστάρι   οι γυναίκες  είμαστε 

Πρώτα  με χρήματα  πολλά 

το  σύζυγό  μας  πρέπει  ν' αγοράσουμε ,

να  πάρουμε   αφέντη  του  κορμιού  μας 

Κι  αυτό το δεύτερο είναι το χειρότερο  κακό 

Κι  εδώ  αρχίζει  άλλη  πιο βαριά  αγωνία :

αυτός  που πήρες  θα σου  βγει  ανάξιος  ή  σωστός ;

Ο χωρισμός   δε φέρνει  στη  γυναίκα  όνομα  καλό

κι  ούτε  μπορεί  τον άντρα  της  ν' απαρνηθεί

Αν φτάσει  σε καινούργιους  νόμους , σ' άλλα  ήθη,

μάντισσα  πρέπει  να' ναι ,

αφού   δεν το'  μαθε  απ' το  σπίτι της ,

πως  να  φερθεί  σωστά  στο  σύντροφο  του  κρεβατιού της .

Κι  αν  όλα  τούτα τα  βολέψουμε  καλά ,

χωρίς    να  νιώθει  βάρος  το ζυγό  του γάμου,

ζηλευτή  τέτοια  ζωή

Αλλιώτικα  μας  απομένει ο θάνατος 

Ο άντρας  ,όταν  πικραθεί  με τους  δικούς  του  μες στο  σπίτι,

βγαίνει  έξω , αλαφρώνει  της  καρδιάς  το βάρος  ,

σε  συνομήλικο  ή  σε  φίλο  βρίσκει  απαντοχή 

Όμως  εμείς  για  μια  ψυχή  μονάχα  πρέπει να  γνοιαζόμαστε 

Λένε  για  μας  ακίνδυνη  ζωή  περνάμε  μες στο  σπίτι,

ενώ  οι άντρες  κινδυνεύουνε  στη μάχη με  το  δόρυ

Τι  άμυαλοι ! που τρεις  φορές  καλύτερα  

πλάι  στην ασπίδα  θα στεκόμουν ,

παρά  μονάχα  μια  φορά  να γένναγα 

Μα  αυτά  τα  λόγια  δε  σ' αγγίζουνε  το  ίδιο  εσένα 

Έχεις  την πόλη  σου  εσύ , το  πατρικό  σου σπίτι ,

σου  είναι  κέρδος  η ζωή   κι  η συντροφιά  των  φίλων 

Εγώ  μονάχη  και χωρίς  πατρίδα  

από  τον άντρα  μου  πομπεύομαι ,

λάφυρο  από  μια  γη  βαρβαρική ,

κι  ούτε  μητέρα  , ούτ' αδελφό  ή  συγγενή 

δεν έχω  για  αποκούμπι μες  στη  μαύρη  μοίρα  μου 

Όμως  αυτή  τη χάρη  μόνο  σου  ζητώ ,

μη  βγάλεις  τσιμουδιά  ,

αν κάποιο τέχνασμα  , κάποιο τερτίπι   βρω ,

να  δώσω  πληρωμή  γι' αυτά  τα  βάσανα  στον  άντρα  μου,

μα και  σ' αυτόν  που του' ταξε  τη  θυγατέρα  του 

και στο  κορίτσι  που  ετοιμάζεται  να πάρει 

Γιομάτη  από φόβους   σ' όλα  τ' άλλα  είναι  η γυναίκα,

αδύναμη  στο  σώμα ,τρέμει  να  κοιτάξει το   σπαθί ,

μα  στο  κρεβάτι  της  σα  νιώσει  αδικημένη,

μυαλό   δεν  είναι  πιο  αιμοβόρο  απ' το δικό  της 

XOΡΟΣ 

Προχώρα  ,Μήδεια ! Τον  άντρα  σου  θα ξεπληρώσεις  δίκαια 

κι  ούτε  θαμάζω  που την τύχη σου  θρηνείς

Μα   να  κι  ο  Κρέοντας  , ο άρχοντας αυτής  της γης 

εδώ βαδίζει , εξάγγελος  καινούργιων  αποφάσεων


ΚΡΕΟΝΤΑΣ

[Εμφανίζεται συνοδευόμενος από   φρουρούς  και κρατά  το  σκήπτρο  του]  


Εσύ  με το σκοτεινιασμένο  βλέμμα , η  Μήδεια , 

που  απ' το θυμό  σου βράζεις  για τον  άντρα σου ,

διατάζω απ' αυτή  τη  γη εξόριστη  να  φύγεις

Πάρε  μαζί  τα  δυο  παιδιά  σου , μην αργείς 

Ο  ίδιος   είμαι  εκτελεστής  αυτής  της εντολής 

και δε γυρνάω πίσω στο  παλάτι

προτού  σε βγάλω  μακριά  απ' τα  σύνορα  της χώρας  


ΜΗΔΕΙΑ

Αλίμονο , ολάκερη  βαδίζω  στο  χαμό η δόλια 

Τεντώνουν  το σκοινί  με θράσος  οι οχτροί  μου

κι  η απόδραση  απ' αυτή  τη συμφορά  δε  θα' ναι  απλή

Θα  σε ρωτήσω ,  ωστόσο , ας υποφέρω 

Γιατί  με διώχνεις  απ' τη χώρα  , Κρέοντα ;


ΚΡΕΟΝΤΑΣ 

Τα  λόγια  μου ας μην κρύβω , σε  φοβάμαι 

αγιάτρευτο  κακό  μην κάνεις  στο  παιδί μου

Είναι  πολλά  που  μ' οδηγούν  σ' αυτό το  φόβο:

Είσαι  απ' τη φύση  σου πανούργα  , επιδέξια  σε πολλά  κακά 

κι  η στέρηση  του  κρεβατιού   σε  φαρμακώνει 

Ύστερα  ακούω   φοβέρες  ξεστομίζεις ,

έτσι  λεν,

πως  ετοιμάζεσαι  να κάμεις  κάτι 

στο  γαμπρό  , στον  πεθερό  , στη  νύφη 

Προτού  λοιπόν να  δοκιμάσω τέτοια  πάθη,

παίρνω  μέτρα 

Καλύτερα  , γυναίκα , να σου γίνω τώρα  μισητός ,

παρά  να μετανιώνω  έπειτα  

στενάζοντας  για  την καλή   καρδιά  μου 


ΜΗΔΕΙΑ

Αλίμονό  μου , Κρέοντα !

Πολλές  φορές  κι  όχι  για πρώτη  τώρα

η  φήμη  που  έχω μ' έβλαψε,

μεγάλα  μου' φερε   δεινά 

Ο  μυαλωμένος  άνθρωπος  ποτέ   δεν πρέπει 

σοφότερα  να  κάνει  τα  παιδιά  του

απ' όσο  αρμόζει

Χώρια  απ’ την άλλη απραγμοσύνη τους

κινούν το φθόνο τον κακό των άλλων

Στους  άμαθους  αν πας  να σπείρεις   νέα  ήθη ,

θα  πουν  πως  είσαι  ανέμυαλος  κι αισχρός 

Κι  αν  νομιστείς  καλύτερος 

απ' όσους  κρίνουν  πως  γνωρίζουν κάτι  διαλεχτό,

σκορπάς την  αγανάκτηση  στην  πόλη

Τώρα  κι  εγώ  την  ίδια  τύχη  έχω

Πανούργα  όπως  είμαι , άλλοι με  φθονούν 

και  σ' άλλους  γίνομαι  ενοχλητική 

Κι  όμως   πολύξερη  δεν είμαι

Κι  εσύ  ο ίδιος  πάλι  με  φοβάσαι

Μήπως  μην πάθεις  κάτι  φοβερό  ;

Μη  με   φοβάσαι  ,Κρέοντα ,

δεν  έχω τόση  δύναμη 

που  να  μπορώ  να  βλάψω  βασιλιάδες

Μήπως  μ' αδίκησες  εσύ  ;

Την  κόρη  σου  έδωσες  προικιό  

σ' αυτόν  που  λαχταρούσες  

Εγώ  τον άντρα  μου  μισώ

Εσύ  ,νομίζω ,  φέρθηκες  με  σύνεση

και   δε  ζηλεύω  τώρα  την  καλή σου τύχη

Κάνετε  γάμους , ζήστε  ευτυχισμένοι 

Μ' αφήστε  με  να  κατοικώ  σ' αυτή  τη γη

Ας  είμαι αδικημένη ,θα κλειστώ μες στη  σιωπή ,

αφού  με  νίκησαν πιο  δυνατοί 

ΚΡ: Λες  πράγματα  γλυκά  στο αυτί

μα  μέσα  μου φωλιάζει ο τρόμος

μην  κάτι  μαύρο  καταστρώνεις

Λιγότερη  από  πριν  σου έχω εμπιστοσύνη

Πιο  εύκολα  φυλάγεσαι

από   φρενιασμένο  θηλυκό 

κι από άντρα όμοια ,

παρά  από  πολυμήχανο

που  μένει  σιωπηλός 

Να  φύγετε  το  γρηγορότερο

μη  λες  πολλά 

Έτσι ορίστηκαν  αυτά  

και  με  κανέναν  τρόπο  εδώ  σε  μας

δε μένεις ,είσαι  εχθρός μου

ΜΗ. Μη  , στα  γόνατα  σου πέφτω,

μη , για  το καλό  της νιόπαντρης 

της  κόρης  σου

ΚΡΕ. Χάνεις  τα  λόγια  σου  , ποτέ  δε θα  με  πείσεις

ΜΗ. Με  διώχνεις  κι  ούτε  σέβεσαι  τις  παρακλήσεις  μου;

ΚΡΕ. Το  σπιτικό  μου πιότερο  αγαπώ  παρά  εσένα

ΜΗ. Αχ  πατρίδα μου ,πόσο  πολύ  

γυρίζει  τώρα  η μνήμη   μου   σε  σένα

ΚΡΕ. Α  ναι  , η   δυνατότερη  αγάπη , εκτός  απ' τα  παιδιά  μου, είναι  η πόλη

ΜΗ. Αλίμονο  , για τους  θνητούς ο  έρωτας  πόσο  κακό  μεγάλο!

ΚΡΕ. Νομίζω όπως  το  φέρνει  η τύχη

ΜΗ. Μη  σου  ξεφύγει , Δία  , ο  αίτιος  των συμφορών  μου

ΚΡΕ. Πάρε  δρόμο  , ανόητη , και  ξεφορτώσου  με  απ' τον κόπο να  σε διώξω

ΜΗ. Σε  τόσους  κόπους  μπαίνουμε  κι  όμως  δε χρειαζόμαστε  άλλους 

ΚΡΕ. Τα χέρια  των αντρών  μου  τώρα  θα σε  σύρουν με  τη  βία

ΜΗ. Όχι  για  κείνο , γι' άλλο  σε ικετεύω ,Κρέοντα

ΚΡΕ. Σε βάσανα , μου φαίνεται,  γυρεύεις  να  με μπλέξεις

ΜΗ. Θα  φύγω, δε  σε  παρακάλεσα  γι' αυτό

ΚΡΕ. Τι  με σκοτίζεις  τότε  και  δε φεύγεις  απ΄τη χώρα ;

ΜΗΔΕΙΑ

Μια  μέρα ,μόνο  αυτήν  εδώ , αν μ' άφηνες  να  μείνω ;

Να  φρόντιζα  το  πώς  θα  φύγουμε

το πώς  θα  βρω για  τα  παιδιά  μου τ' αναγκαία  

Αφού  ο  γονιός  τους  διάλεξε  

να μην τα γνοιάζεται  καθόλου

Λυπήσου  τα ! Και  συ  παιδιών πατέρας  είσαι

Τι  πιο  φυσικό  να  δείξεις  καλοσύνη

Δε  σκέφτομαι  για  μένα που  εξορίζομαι

για  κείνα  κλαίω

που πιάστηκαν  στα  δίχτυα  του  κακού 

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Τυραννικό   δεν είναι  διόλου  το  μυαλό  μου

κι έχω  συχνά  καταστραφεί  απ' την  καλή  καρδιά  μου

Το  βλέπω τώρα  ,λάθος  κάνω 

όμως  , γυναίκα  ,  η χάρη  θα σου  γίνει

Αλλά   σε προειδοποιώ  

Αν αύριο το  φως  του  ήλιου  βρει  εδώ ,

μέσα  στα  σύνορα  αυτής  της  γης ,

εσένα  και  μαζί  και  τα  παιδιά  σου ,

θα  πεθάνεις 

Είναι  ολωσδιόλου   αληθινή  αυτή  η  απειλή

Και  τώρα  μείνε , αν πρέπει  , μόνο  για  μια  μέρα

τι   δεν μπορείς να  κάμεις  κάτι

από   αυτά  που με τρομάζουν 

ΧΟΡΟΣ

Αχ  γυναίκα  καψερή ,

από τα  βασανά  σου  κουρσεμένη,

ποιον δρόμο  τώρα  θα  τραβήξεις;

Ποιον  ξένο  φίλο ,ποιο  παλάτι και  ποια  γη

θα  βρεις να σε γλιτώσουν  απ'  τα  πάθη ;

Σε   τρικυμία  συμφορών  αδιάβατη

η  μοίρα   σου  σε ρίχνει , Μήδεια 

ΜΗΔΕΙΑ

Τα  πάντα  είναι  ολέθρια  γύρω  μου ,

ποιος  κάτι  αλλιώτικο  μπορεί  να πει;

Μα  μη νομίζετε  θα μείνουν  έτσι 

Έχουν  δοκιμασίες  ακόμη  οι  νιόπαντροι  μπροστά  τους 

και  τα  πεθερικά  μεγάλους μόχθους

Νομίζεις  πως  ποτέ  θα τον  καλόπιανα,

αν απ' αυτό  δεν είχα  κάποιο κέρδος 

ή αν  κάποιο  τέχνασμα  δε γύριζε  

μες στο  μυαλό  μου; 

Ούτε  μια  λέξη  δε θα μου'  παιρνε 

δε θ'άγγιζα  τα  δυο  του  χέρια

Μα τόσο  ανόητος  φάνηκε 

που  ενώ μπορούσε  να με  διώξει  από τη  γη,

τα  σχέδια  μου  ν'  αλλάξει , 

αυτή  τη μέρα  μ' άφησε  να μείνω  

Μέσα   σ' αυτήν  στο  θάνατο  θα  ρίξω

τρεις  απ'  τους  εχθρούς  μου ,

την κόρη  , τον  πατέρα  και  τον άντρα  μου

Αν  κι έχω , φίλες  μου ,πολλούς  θανάτου  δρόμους ,

δεν ξέρω  ποιον απ' όλους  πρώτο  να  τραβήξω 

Από  τα  δύο  ποιο  ;  να  βάλω  πυρκαγιά

στο  νυφικό  κοιτώνα 

ή  μες  στο  σπίτι  να  χωθώ  κρυφά  ,

εκεί  που είναι  στρωμένο  το  κρεβάτι ,

και  κοφτερό  σπαθί  να  σπρώξω στο  συκώτι ;

Μα  κάτι δε μου  πάει  καλά σ' αυτό

Άμα  πιαστώ   να  τριγυρνώ  μέσα  στ' ανάκτορο   

και  κάποιο τέχνασμα  να στήνω ,

πεθαίνοντας  θα  κάνω τους  εχθρούς  μου να  γελάνε

Καλύτερα  το  δρόμο  τον  ευθύ ,

εκεί  που  η φύση  μ' έκανε  πανούργα

Θα  τους ξεκάνω  με  φαρμάκι 

Έστω !  ας πούμε  πως  πεθαίνουν 

Ποια  πόλη   θα  δεχτεί  εμένα  ;

Ποιος  φίλος   θα  μου  δώσει  άσυλο 

σπίτι  να  μείνω  ασφαλής  

ω  ποιος  θα  σώσει  το  κορμί  μου  ;

Δε  γίνεται .Καλύτερα  να περιμένω  λίγο ακόμα 

κι  όταν  βρεθεί  για  μένα  καταφύγιο  σίγουρο ,

βάζω  μπροστά  με  τρόπο   δολερό  

και  σιωπηλά  το  φόνο

Αν  όμως  συμφορά  με ζώσει   τρομερή,

το  ξίφος  μόνη  μου αρπάζω , 

κι  αν  είναι  να  πεθάνω , τους σκοτώνω

Η  τόλμη  μου  θα φτάσει  στο απροχώρητο

Μα  τη θεά   που  πιότερο  τιμώ  

και  διάλεξα  για  συνεργό  μου , την Εκάτη , 

αυτήν που  κατοικεί  στα  βάθια  του  σπιτιού μου , 

κανείς  από  αυτούς  χαρούμενος 

δε  θα  πονέσει  την καρδιά  μου

Πικρούς  και  θλιβερούς  θα κάμω  εγώ  τους  γάμους,

πικρούς  τους  πεθερούς  ,  

πικρή  και  τη  φυγή  μου  από τη  χώρα

Έλα  λοιπόν ,μη  λυπηθείς  απ' όσα  ξέρεις , Μήδεια  , τίποτε ,

τις  σκέψεις  και  τα  μάγια  σου

Προχώρα  σαν το  φίδι  στο  κακό

Είν' ώρα  ,έφτασε  ο  τολμηρός  αγώνας

Τα  βλέπεις  τα  μαρτύριά  σου  ;

Εσύ  βλαστάρι  ευγενικού  πατέρα , απ' τη γενιά  του  Ήλιου ,

μη  γίνεσαι  περίγελος  στους  γάμους  του  Ιάσονα

με τη  σπορά  του  Σίσυφου 

Ξέρεις  τον  τρόπο ,αφού  γυναίκες  γεννηθήκαμε,

ανίκανες  ολότελα  για  το  καλό

μα  όλων  των  κακών οι  πιο  σοφές αρχιτεκτόνισσες


Α   ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ


Βαδίζουν  τα νερά  των  άγιων  ποταμών

βαδίζουν  προς  τα  πάνω

γυρνάει  το δίκιο  ανάποδα

γυρνούν τα  πάντα

Γιομάτες   δόλο οι  σκέψεις  των αντρών 

κι  η πίστη  στους  θεούς  συντρίμμια 

Θ' αλλάξουν  τη ζωή  μου οι  Φήμες 

θα  μου  φέρουν  δόξα

Τιμή  στο  γυναικείο   γένος  έρχεται

και  δε θ΄αγγίζει  τις  γυναίκες  πια

ο   λόγος  ο  φαρμακερός 


Την  απιστία  μου  θα  πάψουν  να υμνούν

οι  μούσες  των  παλιών  τραγουδιστών

Δεν  έβαλε   στα  στήθια  μου 

ο Απόλλωνας  , ο  ηγήτορας  των τραγουδιών .

της λύρας  το  θεσπέσιο  τραγούδι

Θ' αντιλαλούσε  τότε 

η  φωνή  μου  με  μολπές

για  των αντρών  το  γένος

Κι  ο  χρόνος  ο  απέραντος

μπορεί  να  πει  πολλά

για  των  αντρών  και τη  δική  μας 

μοίρα

Αχ  εσύ  που  κίνησες 

με  ξέφρενη  καρδιά 

από  το  πατρικό  σου  σπίτι

και  πέρασες  τα   δίδυμα

τα  βράχια  του  πελάγου

Σε  ξένη  χώρα  κατοικείς,

με  το κρεβάτι  σου γυμνό

απ' τον έρωτα  του άντρα,

κι  ατιμασμένη διώχνεσαι

,καημένη , από τη  χώρα


Ω πάει  ο σεβασμός  στους  όρκους

χάθηκε

Δε  μένει  πια  η ντροπή

στην ένδοξη  Ελλάδα

φτερούγισε  ψηλά  

μες  στους  αιθέρες

Κι  ούτε  το σπίτι  του πατέρα

σου απομένει , δόλια ,

από  τα  βάσανα  να βρεις

αγκυροβόλι

Άλλη  βασίλισσα  πιο  δυνατή

απ' τη  δική σου  αγάπη

κυβερνάει  μέσα στο  σπίτι 


Β ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΙΑΣΩΝ

Δεν  είναι  η  πρώτη  μου  φορά  

αλλά  πολλές  που ένιωσα

πόσο  αγιάτρευτο  κακό

είν' η  βαριά  οργή 

Κι ενώ  μπορούσες  τούτη  δω  τη γη

το  σπίτι  αυτό   δικά  σου  να' χεις ,

μ' ελαφριά  καρδιά  υπομένοντας

τα σχέδια  των αρχόντων ,

τα  κούφια  λόγια  σου  θα σ' εξορίσουν απ' τη χώρα

Για  μένα  δε με  νοιάζει στάλα

Ποτέ  μην πάψεις να το  λες

τι  τιποτένιος άντρας  είναι  ο  Ιάσων

Όμως  για  κείνα  που είπες  για τους άρχοντες

να  θεωρείς  που  τιμωρείσαι  μ' εξορία  

κέρδος

Εγώ παρόλο που  λυσσομανούσαν  τα  παλάτια ,

συνέχεια  πάσχιζα την  αγανάκτησή  τους  να  γλυκάνω

και  πολεμούσα  εδώ να  μείνεις

Μα  εσύ απ'  την αφροσύνη  σου  δεν  κάνεις  βήμα ,

συνέχεια  λες  βρισιές  για  τα  παλάτια

κι  η  πληρωμή  σου θα' ναι  ο  ξεριζωμός

Ακόμη  κι έτσι  όμως , να' ρθω  εδώ

για  τους  αγαπημένους  μου  δεν  είναι  κόπος,

γιατί  για  σένα   γνοιάζομαι  ,γυναίκα,

μη  φύγεις  δίχως  χρήματα  με τα  παιδιά,

μην τύχει  και  σου  λείψει  κάτι

Είναι  πολλά  κακά  που  σέρνει  από  κοντά της

η εξορία

Κι  αν  τώρα  χολωμένη  είσαι  μαζί  μου,

εγώ  ποτέ  δε θα  μπορούσα  να  σκεφτώ

κακό  για  σένα

ΜΗΔΕΙΑ

Α τρισάθλιε , γιατί μπροστά  στην ανανδρία  σου

μονάχα  τούτη τη βρισιά  μπορώ  να  ξεστομίσω

Ήρθες  σε  μας  , ήρθες  εσύ

που  ο  μισητότερος  σε  μένα  , στους  θεούς 

και  σ' όλους  τους ανθρώπους  είσαι

Αυτό  δεν  είναι  θάρρος  ούτε  τόλμη,

να βλέπεις  κατά  πρόσωπο  τους  φίλους   που αδικείς,

αλλά  η μεγαλύτερη  απ΄όλες  τις  αρρώστιες  των  θνητών ,

η  αδιαντροπιά 

Όμως  καλά έκανες  και  ήρθες

Με  τις  βλαστήμιες  που θα  σου  μετρώ ,

θ' ανακουφίζω  την καρδιά  μου

κι  εσύ  θ' ακούς  αυτά  και  θα  πικραίνεσαι

Και  πρώτα  απ΄τα  παλιά  θ' αρχίσω να  ιστορώ

Σ' έσωσα ,όπως  γνωρίζουν οι Έλληνες

που  ταξιδεύανε  μαζί σου  στην  Αργώ

Τους  ταύρους  που  ξεφύσαγαν  φωτιά 

είχες  σταλθεί  να  ζέψεις

και  το  χωράφι που γεννάει  το  θάνατο 

να  σπείρεις

Εγώ  λοιπόν το δράκοντα 

που φύλαγε τ΄ολόχρυσο  τομάρι  ξάγρυπνος

και  το' ντυνε  ολόγυρα  με  τις περίπλοκές  του σπείρες,

σκότωσα,

το φως  της  σωτηρίας  κάνοντας  για  σένα  ν'  ανατείλει

Το  σπίτι  , το  γονιό  μου  πρόδωσα

κι εδώ μαζί σου έφτασα  στην  Πηλειορείτικη  Ιωλκό 

Τον  έρωτα  εμπιστεύτηκα  περισσότερο

παρά  τη λογική

Και  με το φόνο  που είν' ο  πιο  φριχτός

ξέκανα  τον  Πελία,

τον σκότωσαν  οι  ίδιες  του οι  κόρες ,

και  στείρωσα  μες στη  ψυχή μου  κάθε  φόβο

Κι  αντί  για  τούτα  τα  καλά ,

χειρότερε  απ' τους  άντρες,

μας  πρόδωσες  εμάς 

κι απόκτησες  καινούργια  αγάπη,

ας είχες  τα  παιδιά σου

Γιατί  αν ήσουνα  ακόμη άκληρος,

θα  σου το  συγχωρούσα  που  σε  μέθυσε

ο έρωτας  αυτός

Μα  δεν πιστεύω  πια  στους  όρκους  σου 

κι  ούτε  μπορώ  να ξέρω  αν το  νομίζεις

πως   οι  παμπάλαιοι  θεοί

δεν  έχουν πια  κανένα  κύρος

ή μήπως  νέοι θεσμοί ,οι  τωρινοί,

αφεντεύουν  τους  ανθρώπους ,

αφού το  νιώθεις  δεν τηρείς 

τους  όρκους που είχες  δώσει

Αχ  δεξί  μου χέρι ,που το 'σφιγγες   συχνά εσύ

κι αυτά τα  γόνατα ,

πόσο  ανώφελα  μας  μόλυνε   ο άντρας  ο  κακός

Κι  απ' τις  ελπίδες  μας ακόμη  προδοθήκαμε  

Εμπρός  λοιπόν  , σα να' σουν  φίλος  μου  θα σε ρωτήσω

-καλό   δεν περιμένω  βέβαια  από  σένα -

κι  όμως  θα σε ρωτήσω 

Μ’ αυτό τον  τρόπο θα φανείς πιο φαύλος 

Ποιον  δρόμο  τώρα  να τραβήξω; Ποιον  από τους  δυο ;

Στο  σπίτι  του  πατέρα  μου  ,

που  αυτό  και  την πατρίδα  πρόδωσα,

για  να' ρθω  εδώ  για  χάρη  σου  ;

Ή τάχα  προς  τις  δύστυχες  τις  κόρες  του  Πελία;

Ωραία  που θα  με δέχονταν  στο  σπίτι  τους 

εμένα  του  πατέρα  τους  τη φόνισσα !

Τέτοια  τροπή  έχουν πάρει πια  τα  πράγματα :

Κατάντησα  να  με  μισούν  οι   φίλοι απ΄την πατρίδα

κι  εκείνους  που  δεν έπρεπε  καθόλου εγώ να  βλάψω,

για  το  δικό σου  το  χατήρι  έχω  εχθρούς 

Και  για  βραβείο  έκαμες  να  με  νομίζουνε

καλότυχη  πολλές  μες στην Ελλάδα

Θαυμάσιος  άντρας  και πιστός που  μου' λαχε  της  τυχερής ,

που σέρνομαι  απ' τη  χώρα  εξόριστη ,

από  φίλους  γυμνωμένη ,

μόνη  με  τα  παιδιά  μου  ορφανά !

Ωραία  τιμή  του  για   τον  νιόγαμπρο 

φτωχά  να τριγυρνάνε  τα  παιδιά  του ,

αλλά  κι εγώ που σ' έσωσα  !

Ω  Δία ,πως  κι έδωσες  στον άνθρωπο ξεκάθαρα  γνωρίσματα  

να  νιώθει  το  χρυσάφι που' ναι  κάλπικο ,


μα  για  τους  άντρες  πως  να  κρίνεις  τον  κακό ,

δεν  έβαλες  σημάδι να  φυτρώνει  στο  κορμί του  ;


ΧΟΡΟΣ

Αγιάτρευτη  και  τρομερή  η  οργή ,

όταν   χτυπιούνται   φίλοι  με τους  φίλους  

ΙΑΣΩΝ

Δεν  πρέπει  να  φανώ , καθώς  νομίζω,

ανίκανος  στα  λόγια ,

μα   σαν  του  πλοίου  τον  άξιο  τιμονιέρη 

που  ξετυλίγει  τα  πανιά  απ' τις άκρες,

έτσι  να  ξεμπλεχτώ  

απ' την τόση   φλυαρία  σου  , γυναίκα 

Εγώ  όμως , μια  και   σήκωσες   ψηλά  σαν  πύργο

το  καλό   που  μου' χεις  κάμει ,

θαρρώ    σαν  μόνο  καπετάνιο   

απ'  τους  θεούς  και  τους  ανθρώπους 

για  τη  σωτηρία  μου την  Κύπριδα

Βεβαίως  κι έχεις  κοφτερό  μυαλό 

Μα  μίσος  θα  σε γέμιζε   να πω   

πως  ήταν  ο έρωτας  με  τα  μοιραία  του  βέλη

που  σ'  ανάγκασε  να  σώσεις  το  κορμί  μου

Αλλά  σ' αυτό  δε  δίνω  τόση  σημασία 

Όπου  με  βόηθησες  μου  βγήκε   σε  καλό

Απ΄τη  δική  μου  σωτηρία  ωστόσο 

κέρδισες  περισσότερα  απ' όσα  μου'  δωσες 

κι  αυτό  θα σου  αποδείξω

Πρώτα  , αντί  για  γη  βαρβαρική 

στη χώρα  της  Ελλάδας   μένεις,

γνωρίζεις  τι  είναι  δίκιο ,

να  τηρούνται  οι  νόμοι,

να  μην  κυβερνάει  το  θέλω  του   ισχυρού 

Για  τη σοφία  σου  γνωρίζουν  όλοι  οι Έλληνες 

και  φήμη κέρδισες τρανή 

Μα  αν έμενες   στα  πέριορα  της γης ,

μήτε  μια  λέξη  δε θ' ακούγονταν  για  σένα  

Ας  ήτανε   χρυσάφι  να  μην έχω  εγώ  στο  σπίτι μου

ούτε  γλυκύτερα  να τραγουδώ από  τον Ορφέα ,

αν τύχη  ξακουστή  παντού  δεν  είχα 

Για  όσα  μόχτησα  για  σένα  ,αυτά  είχα  να σου  πω 

-στα λόγια  , άλλωστε  , εσύ  προτίμησες  να  παραβγούμε-

Στις  κατηγόριες  σου  για  τους  βασιλικούς  μου γάμους ,

θα  δείξω  πρώτα ότι  φάνηκα  έξυπνος ,

ύστερα  συνετός  , αλλά  και  φίλος  σου  πιστός

και των  παιδιών  μου ....ω  μείνε   ψύχραιμη..

Σαν έφτασα  απ' την  Ιωλκό εδώ 

μαζί  μου σέρνοντας  πολλές  αγιάτρευτες  πληγές  ,

ποια τύχη  θα' βρισκα  καλύτερη 

παρά  να παντρευτώ  , ένας  εξόριστος , 

του  βασιλιά  την  κόρη  ;

Όχι   γιατί   μισούσα , να τι  σε κεντρίζει  , το κρεβάτι  σου,

γιατί  χτυπήθηκα  απ' το  πάθος  για  καινούργια  νύφη 

κι  ούτε  γιατί   περισσότερα  παιδιά  να  κάνω κυνηγούσα  

Όσα  γεννήθηκαν  μου φτάνουν , δεν παραπονιέμαι 

Μα  πάνω  απ΄όλα  για να  ζούμε ευτυχισμένοι ,

να  μη  μας λείπει  τίποτα , γνωρίζοντας

ότι  κι ο  φίλος  αποφεύγει  τον φτωχό ,

και  για   να  θρέψω τα  παιδιά  μου  αντάξια  της γενιάς  μου,

να  σπείρω αδέλφια  στα παιδιά  

που γεννηθήκαν  από σένα 

Το  ίδιο να  τα έχω όλα,

κι αφού   μονοιάσω   τη γενιά  μου,

να '  μαι  ευτυχισμένος 

Εσένα  τα παιδιά  δε σου χρειάζονται ,

όμως  για  μένα  θα' ναι  λύτρωση 

τα  ζωντανά  παιδιά  μου να ωφελήσω

μ' αυτά  που θ' αποκτήσω  αργότερα 

Μην τάχα  σκέφτομαι  παράλογα ;

Όμως  κι εσύ  θα  συμφωνούσες  ,

αν  ο  πόθος  σου για  το κρεβάτι  δε σε  κένταγε 

Σε  τούτο το σημείο  φτάσατε οι γυναίκες :

Αν   είναι  στέριο  το   κρεβάτι  σας ,

να  νιώθετε  πως έχετε  τα πάντα ,

αν  πάλι   στο  κρεβάτι  σας πλακώσουν  συμφορές ,

θαρρείτε πως τα  πιο  ωφέλιμα , 

τα  πιο  καλά σας  πολεμούν 

Αμ   έπρεπε   απ 'αλλού  οι άντρες  ν' αποκτούν  παιδιά ,

των  γυναικών  η φύτρα  να  μην  είναι  

Κανένα  βάσανο   δε θα  γεννιόταν  τότε στους  ανθρώπους 

ΧΟΡΟΣ

Ωραία  που στόλισες  , Ιάσονα , αυτά  τα  λόγια σου !

Όμως  νομίζω , κι  ας φανεί  παράταιρη  η  γνώμη μου,

ότι  προδίδοντας  το  ταίρι  σου  καταπατάς  το  δίκιο

ΜΗΔΕΙΑ

Στ' αλήθεια   σε πολλά  διαφέρω  απ' τους  πολλούς

Γιατί  νομίζω  αν κάποιον που' ναι  άδικος 

η  φύση  του  τον κάμει  κι επιδέξιο  ρήτορα ,

την  πιο  μεγάλη  αυτός αξίζει  τιμωρία 

Καυχιέται  αυτός  ότι  μπορεί  πίσω απ' τα  λόγια

τ' άδικο  καλά  να  κρύψει

κι έτσι  τολμά  και  κάνει   πονηριές

Όμως  δεν  είναι  διόλου πονηρός

Όπως  και  τώρα   εσύ ,  μη  μου  καμώνεσαι

πως  φέρεσαι  σωστά  , πως  είσαι  φοβερός  στα  λόγια

Μια μόνο λέξη μου μπορεί να σε γκρεμίσει

Άμα   δεν ήσουν άχρηστος  , θα' πρεπε  πρώτα 

να  με  πείσεις  για  το  γάμο  αυτό 

κι  όχι  κρυφά  απ' τους  φίλους  να τον κάμεις

ΙΑ:  Ω  ναι  βεβαίως ,αν  για  το γάμο  σου' λεγα,

θα τ' άκουγες  τα  λόγια  μου ,  εσύ  

που  τώρα  δεν τολμάς  να  λευτερώσεις  

την  καρδιά  σου  απ' την  πικρή  χολή !

ΜΗ:  Δε  σ' ενοχλούσε  αυτό  , αλλά  η  βάρβαρη  γυναίκα

που  θ' αμαύρωνε  τη  φήμη  σου  στα  γηρατειά 

ΙΑ:   Άκου  λοιπόν  καλά  κι  αυτό .Δεν  κάνω γάμο

με το  αίμα  το  βασιλικό για  μια   γυναίκα,

μα  όπως είπα  λίγο πριν ,θέλω να  σώσω  εσένα,

για  τα  παιδιά  μου  αδέλφια  βασιλόπουλα να  σπείρω ,

να' ν'  του  σπιτιού  μου  θέμελο  γερό

ΜΗ  :  Ας  μη  μου λάχει για  χαρά  τέτοια  πικρή  ζωή 

και  μήτε   πλούτος  που κεντρίζει  την  ψυχή  

ΙΑ:  Το ξέρεις  που αν  αλλάξεις  την ευχή σου ,

θα  φανείς  πιο  μυαλωμένη ;

Ποτέ  σου  μη θαρρείς  τα  ωφέλιμα  για βλαβερά  

μήτε  στην ευτυχία  σου να νιώθεις  δυστυχής  

ΜΗ: Κορόιδευε  ,αφού  για σένα  βρίσκεται  αποκούμπι,

ενώ  εγώ είμαι  μόνη κι  απ' αυτή τη γη με διώχνουν

ΙΑ:  Μονάχη  σου  το θέλησες , μη ρίχνεις   την  ευθύνη σ' άλλον

ΜΗ:   Κάνοντας  τι ; Μην  και  παντρεύτηκα  άλλον  και  σε  πρόδωσα ; 

ΙΑ :  Κεραύνωσες  με  βέβηλες  κατάρες  τα  παλάτια 

ΜΗ:   Και στο  δικό  σου σπίτι  αστράφτουν  όμως οι  κατάρες  μου

ΙΑ:  Δε  θα λογομαχήσω  πιο  πολύ  μαζί  σου 

Μα  αν  θέλεις  να' χεις  από μένα  λίγα  πράγματα,

ένα  στήριγμα  για τα  παιδιά  ή για  το ταξίδι  σου ,

φανέρωσέ  το .Είμ' έτοιμος   απλόχερα 

τα  πάντα  να  σου  δώσω ,

να  στείλω  ακόμη και σημάδια  σε γνωστούς  ,

να σε  στηρίξουν 

Αν αρνηθείς  αυτά  , γυναίκα , ανόητη  θα  φανείς 

Μα  αν τη οργή  σου καταπιείς  ,περισσότερα  κερδίζεις

ΜΗ:  Ούτε  τους  φίλους   σου θα  χρειαστούμε  

ούτε  τα δώρα  σου  θα  λάβουμε,

μην  είσαι τόσο ανοιχτοχέρης 

Δώρα  που  δίνει άντρας  άχρηστος ,

δε φέρνουν  όφελος  κανένα 

ΙΑ:   Βάζω  λοιπόν για  μάρτυρές  μου τους  θεούς  

πως  υπηρέτης  σου  και των παιδιών  μου  

θέλω  να' μαι

Όμως  εσύ  δεν αγαπάς  τα  βολικά 

και  διώχνεις  με το θράσος  σου τους  φίλους 

Σου  απομένει από  δω κι  εμπρός  ο  πόνος 

ΜΗ  :  Εμπρός  λοιπόν , γιατί  απ' τον έρωτα 

για την  καινούργια  τη  νυφούλα  σου 

σκλαβώθηκες κι έχεις  καιρό  

που  βρίσκεσαι   μακριά  απ' την κάμαρά  της 

Παντρέψου !  Ίσως ,   θα το  πει ο   θεός ,

θα  κάμεις  τέτοιο  γάμο ,

που  θα   σιχαθείς τις  παντρειές 


Β ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ

Οι  έρωτες   που  χύνονται  με  δύναμη

στα  στήθια  των  ανθρώπων 

δε  φέρνουν  όνομα  καλό   

μήτε  κι αξιοσύνη 

Αν  όμως  μ’ απαλό  το  βήμα  της 

περάσει  η  Αφροδίτη , 

δεν είναι   σαν κι αυτή 

καμιά   θεά   χαριτωμένη

Ποτέ  σου  , δέσποινα ,  απάνω μου

μη  ρίξεις  μη 

με  τα  χρυσά  σου τόξα 

το  μοιραίο  βέλος 

που  το’ χεις  μες  στον  πόθο 

βουτηγμένο  


Δικός   μου έρωτας

ας  είναι  η  σωφροσύνη ,

το  πιο   ακριβό

απ’ τα δώρα  των  θεών 

Μη  ρίξει  καταπάνω  μου  ποτέ  

η  τρομερή  Αφροδίτη την  οργή

που φέρνει  διχασμό  στα λόγια

και  την αχόρταγη  την  έριδα ,

ταράζοντας  με  το  κρεβάτι  άλλου

την  καρδιά  μου 

Μα  να  τιμάει  

τ’ αντρόγυνα   

που  μένουν  φιλιωμένα 

και  με το  κοφτερό  της το  μυαλό

τους  έρωτες  των  γυναικών

να κρίνει

Πατρίδα  μου  και  σπίτι  μου

ποτέ  να  μην  ξεριζωθώ    από   σας

περνώντας  τον  αδιάβατο  καιρό 

της  ανημπόριας ,

που  είναι  ο  πιο φριχτός   απ’ τους  καημούς 

Καλύτερα  ο  θάνατος  !

Ο  θάνατος   πιο  πριν 

να  μου  περάσει  χαλινάρι

Την  ίδια  μέρα  να  χαθώ 

Μαρτύριο   μεγαλύτερο  δεν  είναι

απ΄ το  να χάνεις  της  πατρίδας  σου

τη  γη 



Τα  ξέρουμε , δεν  είναι  λόγια

που  μας  τα ‘παν  άλλοι 

Πόλη  καμιά

κανένας  φίλος 

δε θα  σου  σταθεί

που   δοκιμάζεις  

το   χειρότερο  απ’  τα  πάθια 

Που  να  χαθεί

χωρίς  χαρές 

όποιος  τους  φίλους  δεν τιμά

κι  άδολη  την καρδιά  του

δεν  ανοίγει

Ποτέ  δικός  μου  τέτοιος 

φίλος 


Γ   ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΑΙΓΕΥΣ [Μπάινει από την αριστερή  πάροδο] 

Χαίρε  Μήδεια  !  Καλύτερη   ευχή  

κανείς  δε  θα' βρισκε 

τους   φίλους  του  να  χαιρετήσει

ΜΗ:  Χαίρε  κι εσύ  , Αιγέα ,  σπλάχνο του  σοφού   Πανδίονα

Πούθε   γυρνώντας  έφτασες   σ' αυτή  τη  γη;

ΑΙ:  Απ'  το  πανάρχαιο   του  Φοίβου  το  μαντείο  κίνησα

ΜΗ:   Πώς  και  ταξίδεψες  στον ομφαλό  της γης 

που  τραγουδάει  χρησμούς  ;

ΑΙ:   Να  μάθω   γύρευα  σπορά  παιδιών  πώς θα  αποκτούσα

ΜΗ  :  Μα τους  θεούς  !  Ως  τώρα   ζεις  χωρίς  παιδιά;

ΑΙ:   Χωρίς  . Αυτή  τη  μοίρα  μου  όρισε  κάποιος  θεός  

ΜΗ:   Έχεις  γυναίκα ή δε  δοκίμασες του  γάμου  το κρεβάτι ;

ΑΙ:   Από  του  γάμου  το ζυγό  ασφαλώς  και  ξέρω

ΜΗ:   Και  τι  λοιπόν ο  Φοίβος  σου φανέρωσε  για  τα  παιδιά  ;

ΑΙ:  Λόγια  σοφότερα  απ' όσα   ο  άνθρωπος

μπορεί  με το  μυαλό  ν' αγγίξει 

ΜΗ:  Μπορώ  κι εγώ  να  μάθω το χρησμό  που  σου' δωσε  ο  θεός;

ΑΙ:   Και  βέβαια , αφού  χρειάζεται  γερό  μυαλό

ΜΗΔΕΙΑ

Σαν  τι σου  μήνυσε  λοιπόν ;  Αν  επιτρέπεται  ν' ακούσω ,πες

ΑΙ:  Του  ασκού  την  άκρη  που  πετάει  μπροστά  ,  να μην τη  λύσω

ΜΗ:   Προτού  να κάμεις  τι  ή  να  φτάσεις  σε ποια  χώρα  ;

ΑΙ:   Προτού   στο  πατρικό  μου σπίτι  πάλι  να  γυρίσω

ΜΗ:  Και  συ  σαν τι  χρειάζεσαι   κι αγκυροβόλησες  σ'  αυτή  τη  γη;

ΑΙ:  Κάποιος  Πιτθέας  βρίσκεται ,  άρχοντας  στη  χώρα  της  Τροιζήνας

ΜΗ:  Παιδί  ,όπως  λεν , αξιοσέβαστο  του  Πέλοπα

ΑΙ:  Σ' αυτόν  να  φανερώσω  θέλω τη μαντεία  του  θεού

ΜΗ:   Άνθρωπος  γνωστικός  κι έμπειρος  από τέτοια

ΑΙ:   Κι  από τους  φίλους  μου στον πόλεμο ο  πιο  αγαπητός

ΜΗ:   Καθ' ευτυχία  να'  χεις  κι όλα  που  ποθείς  να γίνουν

ΑΙ:   Όμως  γιατί  τα μάτια  σου  , το  πρόσωπό  σου  λιώνουν  έτσι;

ΜΗ:   Αιγέα  , ο άντρας  μου   αποδείχτηκε  ο  χειρότερος  απ'όλους

ΑΙ:  Τι λες;  Ξεκάθαρα  τη στεναχώρια  σου  μολόγησέ  μου

ΜΗ:  Ο  Ιάσονας  με αδικεί  , χωρίς  κακό  να  δει  από μένα

ΑΙ:   Μίλα  πιο  καθαρά . Τι  πράμα  κάνοντας  ;

ΜΗ:   Σ' άλλη γυναίκα  έδωσε  το θρόνο  του σπιτιού  μας

ΑΙ:   Στ΄αλήθεια τόλμησε  να κάνει τέτοια  αδιαντροπιά ;

ΜΗ:  Καλά  τ' ακούς . Κι  εμάς  μας  ατιμάζει  τις  παλιές  του  αγάπες

ΑΙ:   Από  τα δύο  ποιο; Χτυπήθηκε  από έρωτα 

ή  τον βαραίνει το  κρεβάτι  σου  ;

ΜΗ:   Από  έρωτα .  Σφοδρό ! Η φύση  δεν τον έκαμε  πιστό  στους  φίλους

ΑΙ:  Ας  φύγει , αφού  είναι  φαύλος  ,όπως  λες

ΜΗ:  Βασιλικά  πεθερικά  πεθύμησε  να κάνει

ΑΙ:   Και  ποιος  ο  πεθερός  ; Αυτό  που  λες για  τέλεψέ  το

ΜΗ:  Ο  Κρέοντας  ,που  κυβερνάει  τη  χώρα  της Κορίνθου

ΑΙ:   Συχωρεμένη  τότε  που θρηνείς , γυναίκα

ΜΗ:   Χάνομαι  ! Και  κοντά  σ' αυτό  με  διώχνουν απ' τη χώρα

ΑΙ:    Μα  ποιος ; Τι  συμφορά  καινούργια  μου  αναφέρεις  πάλι;

ΜΗ:  Ο  Κρεόντας  μ' εξορίζει  από την Κόρινθο

ΑΙ:  Κι  ο Ιάσων  τον  αφήνει  ; Μήτε  για τούτο  θα' λεγα

γι' αυτόν  καλή κουβέντα

ΜΗ: Δεν  τον  αφήνει  ,λέει . Μα  η θέλησή  του  τον  προδίδει

Όμως  στα  γένια  σου   σ΄ εκλιπαρώ

στα  γόνατα  σου  πέφτω

Λυπήσου  με  , λυπήσου  με , την  άμοιρη

στην  εξορία  μη μ΄ αφήνεις  μόνη

Δέξου  με  στην  πατρίδα και  στο  σπίτι  σου

δωσ' μου    μια στέγη

Έτσι ,μα τους  θεούς  , που  ο  πόθος  σου για τα παιδιά

καρπούς  να φέρει

κι ευτυχισμένο  να  σε  βρει  το  τέρμα  της  ζωής  σου

Το  εύρημα  που '  σου  λαχε

δεν το  φαντάζεσαι ποια  δύναμη έχει

Στην  ακληρία  σου  θα  βάλω τέρμα

και  θα  σε κάμω  ικανό  να  σπείρεις  απογόνους

Ξέρω  από τέτοια  φίλτρα

ΑΙ:    Πολλά  είναι  που  με σπρώχνουνε  , γυναίκα ,

να σου  κάμω αυτή  τη χάρη

Η  πίστη πρώτα  στους  θεούς 

κι έπειτα  οι  σπόροι  που  μου  τάζεις  των παιδιών

Γιατί  σ' αυτό είμαι  ολότελα  χωρίς  ελπίδα

Κι  έτσι  θα  κάμω : όταν  θα ' ρθείς   εσύ  στη γη μου,

θα  προσπαθήσω  δίκαιος να φανώ ,

προστάτης  σου  να γίνω

Αλλά  ,γυναίκα ,  να  προσέχεις  μόνο  αυτό

Δε  θα μπορέσω  ο ίδιος  να σε πάρω  από  δω

Δε  θέλω , βλέπεις ,  να  δεχτώ  από φίλους  κατηγόριες

Όμως  εσύ  μονάχη  σου  στο  σπίτι  μου αν έρθεις ,

άσυλο  θα  βρεις 

κι ούτε στα χέρια  κανενός   θα  σε χαρίσω

Μα  φύγε  μοναχή  σου  απ' τα  μέρη αυτά

ΜΗ:    Έτσι  θα γίνει . Όμως  γι' αυτά 

αν είχα  κάποια  εγγύηση ,

κανένα  πια  παράπονο  δε θα' χα  από  σένα

ΑΙ:   Δε μ' εμπιστεύεσαι  ή  κάτι  σε  σκοτίζει ;

ΜΗ:   Σου  έχω εμπιστοσύνη .Όμως  ο Κρέοντας

μου είναι  εχθρός , το σπίτι του Πελία  το ίδιο

Αν  μπεις  ,λοιπόν , στου  όρκου το ζυγό,

δε θα  μπορείς  να τους  αφήσεις

να με πάρουν  απ' τη γη  σου

Μ' αν  συμφωνήσεις  μοναχά   στα   λόγια ,

χωρίς  να δώσεις  όρκο  στους  θεούς  ,

μπορεί    και φίλος  τους  να γίνεις

κι  όσα  προστάζουν με τους  κήρυκες

τη  γνώμη  σου γοργά  ν' αλλάξουν

Εγώ  είμαι , βλέπεις  , η αδύναμη  μεριά,

ενώ σ' εκείνους  τρέχουν πλούτια  και παλάτια 

ΑΙ: Περίσκεψη  φανέρωσες  στα  λόγια  σου βαθιά

Δε θ’ αποφύγω   το  να κάμω  αυτά , αν έτσι  εσύ  ποθείς  

Γιατί  κι  εγώ  πιο  σίγουρα  θα  βρω  μια  πρόφαση  

για  να προβάλλω  στους  εχθρούς  σου

κι  εσύ  θα  νιώθεις  πως  πατάς   σε στέριο   χώμα

Μονάχα  πες   σε  ποιους   θεούς  

ΜΗ: Ορκίσου  μου στη  γη  

και  στον  πατέρα  του  πατέρα  μου, τον  Ήλιο,

κι  από  κοντά  σ’ όλο το γένος  των  θεών 

ΑΙ:  Να  κάνω ή  να  μην κάνω  τι ; για  πες

ΜΗ:   Πως  ούτε ο  ίδιος  θα με διώξεις  απ’ τη χώρα  σου  ποτέ 

ούτ΄ όσο  ζεις , πως  θα  με παραδώσεις  θέλοντας 

σ’ άλλον  απ’ τους   εχθρούς  μου  

ΑΙ:  Ορκίζομαι      στη  Γη  , στου  Ήλιου  το  λαμπρό  το  φως 

και  σ’ όλους  τους  θεούς 

πιστός  να μείνω  σ’ όσα  ακούω 

ΜΗ:  Αρκούν  αυτά . Και  τι  να  πάθεις  παραβαίνοντας  τον  όρκο ;

ΑΙ:  Αυτά  που  κατατρέχουν  τους  επίορκους 

ΜΗ:   Πήγαινε  στην  ευχή . Όλα  καλά  πηγαίνουν  πια .

Κι  εγώ  στην  πόλη σου  το συντομότερο   θα’ ρθώ 

Πιο  πριν  ό,τι  έβαλα  στο  νου   θα  κάμω

κι  εκείνο  που  ποθώ   θα  το  πετύχω 

ΧΟ:  Άμποτε  ο  γιός της  Μαίας  , ο  Ερμής ,

ο   αγός    που  προβοδίζει  τους  θνητούς ,

στο  σπίτι  σου  να δώσει  να  ζυγώσεις 

Κι  όσα  ζητάς  στο  νου  σου  βάζοντας 

να  γίνουν  πράξη 

Γιατί , Αιγέα , θαρρώ  πως είσαι  ευγενική  μορφή 

ΜΗ:  Ω  Δία   και  Δίκη , σπλάχνο  του  Διός ,  και  φως  του  ήλιου !

Μεγάλη  νίκη   θα γευτούμε  τώρα , φίλες  μου ,

ενάντια  στους  εχθρούς  μας

Στο  δρόμο  τους  τα πάντα  μπαίνουν 

κι  ελπίδα  πως  θα λάβουν τα επίχειρα  οι  εχθροί  μου

Γιατί  ο άνθρωπος  αυτός , 

την  ώρα  που η πληγή  μου βάθαινε ,

λιμάνι  φανερώθηκε  σ’ εκείνα  που τεχνάζομαι

Σ’ αυτόν  θα δέσω  εγώ   το καραβόσκοινο  της  πρύμνης ,

στην  πόλη  και στο κράτος της  Παλλάδας  μόλις  φτάσω 

Και  τώρα  όσα  στοχάζομαι  τα  πάντα  θα σου  πω 

Μην  περιμένεις  όμως  λόγια  που  ευφραίνουν 

Θα  στείλω πρώτα  στον  Ιάσονα  έναν δούλο

Θα  του ζητήσω  να’  ρθει  να με δει 

Σαν  έρθει  , θα  τον καλοπιάσω  με τα  λόγια

πως  τάχα   συμφωνώ  μαζί  του  , ό,τι λέει  είναι  σωστό 

κι  οι γάμοι  του  με τα  παλάτια -  προδοσία  για  μας -  

πως  είναι τάχα  το συμφέρον μας  ,

απόφαση  σοφή ! 

Θα  του ζητήσω  τα  παιδιά  μου εδώ να μείνουν,

όχι  για να  τ’ αφήσω    μόνα  σε μια  χώρα  εχθρική ,

περίγελος να γίνουν  στους εχθρούς  μου ,

μα για  να στήσω   την παγίδα  του  θανάτου

για  του  βασιλιά  την κόρη

Τα  χέρια  τους  με δώρα  θα  στολίσω 

Στη  νύφη  θα τα  στείλω  να  τα  παν 

παρακαλώντας  την  να  μείνουνε  στη  χώρα,

μαγνάδι   λεπτοκαμωμένο  και  στεφάνι  δουλεμένο  με  χρυσό 

Κι  όταν  θα λάβει  τα στολίδια  και  τ’ απλώσει  στο  κορμί της ,

μαύρο  θάνατο  θα  βρει  

κι αυτή  κι εκείνος  που θα την  αγγίξει

Με  τέτοια  δηλητήρια   θ’ αλείψω  τα στολίδια 

Κι  εδώ τα  λόγια  μου  τυλίγω στη  σιωπή 

Θρηνώ και που το σκέφτομαι 

τι  πρέπει  από  κει κι εμπρός  να κάμω 

Των  παιδιών  μου  φόνισσα  θα γίνω 

Δεν  είναι μπορετό  κανείς  να τα  λυτρώσει 

Κι  αφού τα  πάντα κάνω  στάχτη   στου  Ιάσονα  το σπίτι ,

θα  μισέψω  από τη χώρα,

αφήνοντας  ξοπίσω  μου το φόνο  των παιδιών  ,

αφού  μια  τέτοια  πράξη  στυγερή  τολμήσω

Γιατί  , καλές  μου , δεν αντέχονται  τα γέλια  των εχθρών 

Ας  γίνουν έτσι  !  Και  μήπως  τάχα μου είναι κέρδος  η  ζωή ;

Δεν έχω  πια  πατρίδα  μήτε  σπίτι 

μήτε  καταφύγιο από  τις συμφορές  

Μεγάλο  σφάλμα  μου  που  ξεριζώθηκα απ’ το πατρικό μου ! 

Θαμπώθηκα  απ’  τα λόγια  ενός  Έλληνα  

που  τώρα  θα γευτεί  , μαζί  μου  κι ο θεός  , την πληρωμή  του 

Γιατί  ούτε  τα  παιδιά  που’ του  καμα   

θα   ξαναδεί  ποτέ  του  ζωντανά  

ούτ’ άλλο  θ’ αποκτήσει  από τη  νιόπαντρη  κυρά  του 

Μες  στο  δικό  μου το φαρμάκι 

αυτή  είναι  πεπρωμένο  να χαθεί  φριχτά 

Κανείς  μη  με περάσει  για  δειλή  κι  αδύναμη 

και  ταπεινή ,

μ’ αλλιώτικη  ,   με  δυο καρδιές  ,

τη  μια  βαριά   για τους εχθρούς  

πονετική την άλλη για  τους  φίλους 

Γιατί  είναι  αυτά  που φέρνουν  δόξα στη  ζωή 

ΧΟ:Αφού  μας έκαμες  γνωστά  τα όσα  κρύβεις  στο  μυαλό σου 

και  μια  και θέλω     να  σου   γίνω στήριγμα 

μα  και τους νόμους  των  ανθρώπων  να  στυλώσω  , 

σου  απαγορεύω  τέτοιο  έγκλημα   να κάνεις  

ΜΗΔΕΙΑ: Δεν έχω άλλο δρόμο ∙ μα  σε συγχωρώ   που  λες  αυτά  , δεν  έπεσες    σε  τρικυμία  ,όπως  εγώ  

ΧΟΡΟΣ

Θα σφάξεις  τα  παιδιά  σου  ;  Θα τολμήσεις  τέτοιο  κρίμα 

ΜΗ :  Έτσι  το  πιο  πολύ  θα  δαγκωθεί  η καρδιά  του  αντρός  μου 

ΧΟ:  Μα  θα’  σαι  τότε  ένα  κακούργο  θηλυκό 

ΜΗ: Ας είμαι  ∙ ανώφελα   είναι  πια  

στο  μέσο  του κακού  τα λόγια 

Εμπρός  λοιπόν  προχώρα  , φέρε  τον Ιάσονα 

Σου  έχω  εμπιστοσύνη   σ΄ όλα  μου  τα  μυστικά 

Κι  από τις  αποφάσεις  μου  μην πεις  κουβέντα ,

αν  γνοιάζεσαι  για  της  κυράς  σου  το  καλό 

και  μια  και  συ  γυναίκα  είσαι 


Γ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ

Ευτυχισμένοι  από  παλιά  ,

απόγονοι  του  Ερεχθέα  ,

βλαστάρια  των θεών  ευλογημένων ,

από  την  ιερή  σας  χώρα 

την απάτητη  

καρπώνεστε  την ένδοξη   σοφία 

και πάντοτε  βαδίζετε  απαλά 

μες  στον υπέρλαμπρο  αιθέρα ,

εκεί  που  λένε  κάποτε  

οι  εννιά  οι αγνές  της  Πιερίας  Μούσες  

γεννήσαν  την  ξανθή  Αρμονία  


Από   τα ρέματα   του  Κηφισού

που  όμορφα  κυλά

η  Αφροδίτη  λένε  πως  αντλεί 

απαλές  τις  αύρες  των ανέμων

που   γλυκοφυσούν 

και  τις  απλώνει  στους  αγρούς  

Και  πάντοτε   στις  μπούκλες  της  στεριώνει

μυρωδάτο   στεφανάκι  από  ρόδα 

και  στέλνει  στη  σοφία  ομοτράπεζους τους  έρωτες 

να  συνεργούν  σε κάθε  πράξη  αρετής 


Πως   λοιπόν  μια  πόλη  πό’ χει 

άγιους  ποταμούς 

Μια  χώρα  που τους  ξένους   συμπονά

εσένα   των  παιδιών  τη φόνισσα  ,

τη  μιαρή   ,

μαζί  με  άλλους   θα δεχτεί  ;

Το  μαχαίρι  σκέψου 

που  καρφώνει  τα  παιδιά ,

τι  φόνο  σκέψου  

θα σηκώνεις  πάνω σου  

Μη  , στα  γόνατα  σου  πέφτω , μη,

όπως  μπορώ   σ’ εκλιπαρώ  ,

μην τα σκοτώσεις  τα  παιδιά  

Που’ θε   θα βρεις  το θάρρος ,

ποιο  μυαλό ,

με  χέρι  ποιο  ,

τη   φοβερή  σου τόλμη  να  γυρίσεις 

στην καρδούλα  των  παιδιών  ;

Πως  ρίχνοντας  το βλέμμα σου   σ’ αυτά ,

αδάκρυτη το  ριζικό  μιας   φόνισσας  

θα  κουβαλάς  ;

Δε  θα  μπορέσεις   όχι ,

όταν  θα  πέφτουν  τα  παιδιά  σου   

ικέτες ,όχι , 

το  χέρι  σου  να  βρέξεις  

μ’ αίμα  φονικό,

πάνω  στο  φρένιασμά  σου        


Δ   ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


ΙΑ: Ήρθα   καθώς  το  ζήτησες  .Κι  ας  είσαι  χολωμένη.

Να σου  αρνηθώ  μια τέτοια  χάρη  θα’ταν  κρίμα 

Όμως  ν’ ακούσω  τι  καινούργιο  από μένα  θες , γυναίκα  

ΜΗ:   Ιάσονα  , για  κείνα  που ξεστόμισα ,  ζητώ  συγχώρεση. 

Στο  μένος  μου να  δείξεις  καρτερία  τι  πιο  φυσικό ,

αφού  μεγάλη αγάπη  υπήρχε  ανάμεσά  μας 

Εγώ  ,λοιπόν , κουβέντα  με το  μέσα  μου άνοιξα ,

μου’ ριχνα  κατηγόριες  :

Η  ανόητη , τι  φρένιασα  κι οργίζομαι 

μ’ αυτούς που θέλουν το καλό μου  ;

Τι κάθομαι  κι   οχτρεύομαι   

τους άρχοντες  της  χώρας  και  τον άντρα  μου , 

που  γνοιάζεται  για  το συμφέρον  μας ,

που  κάμει   γάμο   αρχοντικό    

κι αδέλφια  στα  παιδιά  μου  λαχταρά  να σπείρει ;

Από  τη μάνητα  δε θα   γλιτώσω ;

Τι  θέλω κι υποφέρω  , αφού  οι θεοί 

καλά  τα φέρνουν  όλα  ;

Μήπως  δεν έχω εγώ  παιδιά  ; 

Μήπως   δεν ξέρω  ότι  απ’ τη  χώρα  

θα  ξεριζωθούμε  δίχως  φίλους ; 

Τέτοιες   οι  σκέψεις  που  έκανα  και το’ νιωσα  

πως  ήμουν άμυαλη  πολύ  κι ότι άδικα  θυμώνω 

Και τώρα σε παινεύω   και  θαρρώ  πως σκέφτεσαι σωστά 

που  θες  να συγγενέψουμε  με τέτοιο  γένος 

Εγώ  είμαι η απερίσκεπτη 

που θα’ πρεπε  να συμφωνώ  με τις  βουλές  σου αυτές ,

μαζί  σου να τις  κάνω  πράξη 

Στους  γάμους  σου  να  παραστέκω  και  ν’  αναγαλλιάζω  

που  θα κάνω  συγγενή  τη νύφη  σου 

Αλλά  είμαστε  αυτό  που  είμαστε  , δε λέω  κακό ,  γυναίκες  

Όμοια  με  τους  κακούς   δεν πρέπει  εσύ να πράττεις 

κι  ούτε  τα  κούφια  λόγια  ν’ αντιμάχεσαι  με  κούφια 

Συγγνώμη  σου  ζητώ  κι  ομολογώ  

παράλογα   σκεφτόμουν  τότε  

μα  τώρα πια  σοφότερα  στοχάζομαι 

Κι  εσείς  ,παιδιά  μου , ελάτε , αφήστε  πια  το  σπίτι,

έξω  βγείτε , φιλήστε  , χαιρετήστε  τον  πατέρα  σας  μαζί  μου 

Μονοιάστε  ,όπως  η  μάνα   σας,   μαζί του 

Ξεχάστε  την  παλιά  την έχθρα  με  τους  φίλους  

Γιατί  φιλιώσαμε   ξανά  με τον πατέρα  σας 

και πάει , πέταξε  η οργή 

Πιάστε  του  το δεξί  του χέρι .....

Αλίμονο  , τι  συμφορές  απόκρυφες  αγγίζει ο νους μου ! 

Για  πόσο  ακόμη ζωντανά  

θ’ απλώνετε   ,παιδάκια  μου , το  λατρεμένο  χέρι  ;

Δύστυχη  εγώ , τι εύκολα  που  συγκινούμαι

και  γιομίζω  φόβους !

Μ’ αφού  με τον  πατέρα  σας   τόσον καιρό  μετά 

σταμάτησε  η αμάχη  ,

γι’ αυτό  και  δάκρυα  πλημμυρίσανε  το  τρυφερό μου πρόσωπο 

ΧΟ: Κι  εμένα   τώρα   μου  ανάβρυσε  νωπό το δάκρυ

Μακάρι  το  κακό   να μη βαδίσει  παραπέρα  απ’ όσο τώρα

ΙΑ:  Για  τούτα   σε  παινεύω   εγώ  , γυναίκα 

Για τα  παλιά   δε  θα  σε  κατακρίνω 

Γιατί  είναι  λογικό  να οργίζονται  τα  θηλυκά ,

όταν  ο άντρας  τους  κρυφά  

καινούργιους  παζαρεύει  γάμους  

Τώρα  η  καρδιά  σου άλλαξε , γύρισε  στο  συμφέρον 

Έστω  κι αργά , κατάλαβες  ποιανού  νικάει  το θέλω

Γυναίκα   μυαλωμένη  τέτοια  πράττει

Μα  και  για  σας  , παιδιά  μου , ο  πατέρας  σας ,

με τη  βοήθεια  του θεού , προνόησε  

με περισσή  φροντίδα  

Γιατί θαρρώ   κοντά  στ’ αδέρφια  σας 

εσείς  θα  γίνετε  απ’ τους  πρώτους  της  Κορίνθου 

Πρώτα  να μεγαλώσετε  και  τ’άλλα  θ’ αναλάβει ο  γονιός    σας  

κι  όποιος  απ’ τους  θεούς  μας  είναι  σπλαχνικός  

Και στην ακμή   της  νιότης  σας  μακάρι  να σας  δω  

να φτάσετε  , μ’ ανατροφή  καλή 

κι απ’ τους   εχθρούς  μου  δυνατότεροι 

Κι  εσένα  τώρα  πάλι τι  σου βρέχουνε  τα  μάτια  σου

νωπές  σταλαματιές  ,

τι στρέφεις   προς  τα πέρα  τη χιονόλευκη  μορφή  σου 

και   δε χαίρεσαι   που ακούς  να λέω τέτοια  λόγια  ;

ΜΗ:Τίποτα ∙ για  τα  παιδιά  σκεφτόμουν κάτι

ΙΑ:  Τα  πάντα  εγώ  θα φέρω  βολικά  γι’ αυτά . Κάνε  κουράγιο 

ΜΗ : Κάνω . Κι  απόλυτα  στα  λόγια  σου  πιστεύω  

Μα  η  γυναίκα   είναι  πλάσμα  αδύναμο  

και  παραδίνεται  απ’ τη φύση  της  στο  κλάμα 

ΙΑ : Γιατί  ,λοιπόν ,  για  τα  παιδιά  τόσο  βαριά  στενάζεις  ;

ΜΗΔΕΙΑ

Εγώ  τα  έφερα  στο  φως  .Κι  όταν  εσύ  να’  χουν  ζωή  

τους  έδωσες  ευχή ,

φώλιασε  μέσα  μου  μια λύπη  , 

αν  τούτο  πράγματι   μπορεί  να  γίνει 

Μα  ήρθες  τώρα  εδώ  τα  λόγια  μου  ν’ ακούσεις  

Σου  τα’ πα   τα  μισά  , τα  υπόλοιπα  θα στα  θυμίσω 

Αφού   αποφάσισαν  οι άρχοντες  

να  μ’ αποδιώξουν   απ’ τη χώρα 

-κι  εμένα   αυτό είναι το συμφέρον μου , καλά το ξέρω ,

μήτε  για σένα  εμπόδιο  να  στέκομαι   μήτε για τους  δεσπότες ,γιατί  θαρρώ   για  τα  παλάτια  είμαι εχθρός –

εγώ  θα  τα  μαζέψω  κι  από  δω θα  φύγω  ,

μα  παρακάλεσε  τον  Κρέοντα   για  τα  παιδιά 

εδώ  να  μείνουν  

μες  στα  χέρια  σου  να  μεγαλώσουν 

ΙΑ:  Δεν  ξέρω  αν θα  μπορέσω  να τον  πείσω  ,

μ’ αξίζει  μια  προσπάθεια  να  κάνω 

ΜΗ:  Μα ναι  , και  παρακάλεσε   και  τη  γυναίκα  σου 

να το  ζητήσει   απ’ τον  πατέρα  της  

να μην εξοριστούνε  τα  παιδιά  

ΙΑ:    Και βέβαια  . Νομίζω  κιόλας  πως την  έχω  του  χεριού  μου 

ΜΗ:   Αν   είναι  , φυσικά  , όπως  οι άλλες  οι  γυναίκες  

Σ’  αυτό  το  έργο  σου  κι εμένα  θα’ χεις  βοηθό

Γιατί   σ’ εκείνη   εγώ θα στείλω   δώρα 

τέτοια  που  τώρα  λογαριάζονται   

τα πιο  όμορφα  μες  στους  ανθρώπους  

Ξέρω  εγώ  , μαγνάδι  λεπτοκαμωμένο 

και  στεφάνι  δουλεμένο  με χρυσό 

Θα  της  τα  πάνε  τα παιδιά   

-μα  πρέπει  όσο  πιο  γρήγορα  

να  φέρει  τα στολίδια  εδώ  μια  βάγια-  

Δε  θα’ ναι  μόνο  μια  φορά  καλότυχη , μα  μύριες 

Πρώτα  της  έτυχε  ο  καλύτερος  ο  άντρας  , σαν  κι εσένα 

Δικά  της  έπειτα  θα γίνουν τα στολίδια  

που  ο Ήλιος  κάποτε  , ο πατέρας  του πατέρα  μου ,

χάρισε  στη γενιά  του 

Πάρτε  στα χέρια  σας  , παιδιά  μου , αυτά  τα δώρα  

Δώστε  τα  στην ευλογημένη , τη  βασιλική  μας  νύφη 

Δεν είναι   δα  καθόλου  ανάξια  δώρα

ΙΑ  :  Γιατί  να λείψουν  ,απερίσκεπτη  , απ’ τα  χέρια  σου ;

Θαρρείς  πως  έχουν στέρηση  από πέπλα  τα παλάτια ;

Μην και σπανίζει  το  χρυσάφι  εκεί ;

Ω  φύλαξέ  τα  και μην τα σκορπάς 

Γιατί  αν κάπως  η γυναίκα  ετούτη με τιμά ,

ξέρω  καλά , θα  λογαριάσει  πιότερο  τα  λόγια  μου  

παρά  τα  δώρα  

ΜΗΔΕΙΑ

Μη  με  στεναχωρείς  ! Τα δώρα   λεν   πλανεύουνε  και τους  θεούς 

Κι  ανώτερο  το  μάλαμα  για  τους  ανθρώπους  από  μύρια  λόγια 

Έχει  την τύχη  με το  μέρος  της  ,   σε κείνη  τώρα  δίνει δύναμη ο θεός 

και  βασιλεύει  με τα  νιάτα  της 

Την ίδια  τη ζωή  μου θα’ δινα    κι όχι  χρυσάφι  μόνο ,

για να μείνουν τα  παιδιά  μου εδώ 

Κι  εσείς  παιδιά  μου τώρα , μπείτε  μες στ’ ανάκτορο 

Τη  νέα  γυναίκα  του  πατέρα  σας  κι αφέντρα  μου 

ικετέψτε .

Ζητήστε  της  να μη  σας  διώξει  από τη χώρα  

Δώστε  της  τα  δώρα 

Μονάχα  τούτο  να  προσέξετε  καλά  ,

στα  χέρια  σας  να  λάβει  αυτή  τα δώρα 

Βάλτε  στα  πόδια  σας φτερά  

Κι  αφού  πετύχετε  σ’ αυτά  ,

φέρτε  χαρμόσυνες   ειδήσεις  στη  μανούλα  σας 

για  κείνα  που  ποθεί   να  γίνουν 


Δ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ

Καμιά   ελπίδα    δε μου  μένει  πια 

να ζήσουν τα παιδιά 

καμία 

Τα  βλέπω  που πηγαίνουν  καταπάνω στο μαχαίρι

Μαλαματένια  στέμματα   θα  λάβει τώρα  η νύφη ,

θα  λάβει  η δόλια  το χαμό της  τον  κακό

Μονάχη   με  τα  δυο της  χέρια  

θα φορέσει   για στολίδι 

στα  ξανθά  της  τα  μαλλιά   τον Άδη 


Θα την πλανέψει  η ομορφιά  ,

το  θεϊκό  το λάμπος  ,

να  ντύσει   το  κορμί

με  το  μαλαματένιο   πέπλο  

και  με το στεφάνι

Θα  βάλει  , ναι ,  το  νυφικό ,

μα  όχι  εδώ   , στον  Άδη 

Τέτοια  η  παγίδα  που θα  πέσει 

η  άμοιρη,

τέτοιος  ο  θάνατος  για  κείνη

Τη  μαύρη  μοίρα   δε γλιτώνει

Και  συ  , βαριόμοιρε  , 

μαύρε  γαμπρέ    του βασιλιά ,

σέρνεις   τον όλεθρο   στα   ίδια  τα  παιδιά  σου ,

δεν το βλέπεις  ; 

Σκορπάς   στο  ταίρι  σου 

τον θάνατο  φριχτό 

Και  πως  μακραίνεις  , δύστυχε ,

απ’ την  καλή  σου  μοίρα  !


Μα  και τον  πόνο το  δικό  σου  

εγώ  θρηνώ , 

κακότυχη  μητέρα  των  παιδιών 

Για  το  κρεβάτι  σου  το  νυφικό 

θα τα  φονέψεις  ,

που ο άντρας  σου   το άφησε  γυμνό                                      

κι άτιμα  ζευγαρώνει

μ’  άλλο  ταίρι                                                           


Ε  ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Κυρά  μου , σώθηκαν  από  την εξορία  τα  παιδιά  σου 

και  η βασιλοπούλα  η  νύφη  όλο  χαρά  

στα  χέρια  της  τα  δώρα  πήρε  

Είν’ ασφαλή  απ’  τη  μεριά  εκείνη  τα  παιδιά  

Έλα  ,  τι στέκεσαι  γιομάτη  ταραχή ,

την  ώρα  αυτή  που θα’ πρεπε   να  λάμπεις ; 

Τι  στρέφεις  προς  τα  πέρα  το  κεφάλι 

και  δεν παίρνεις  μ’ ανακούφιση  τα  λόγια  μου  ;

ΜΗ : Ωχ  αλίμονό  μου 

ΠΑΙ:   Αυτό  δεν  είναι  ταιριαστό  με τα  μαντάτα  

ΜΗ:   Αλίμονο  και  πάλι 

ΠΑΙ:   Μη  δεν  κατάλαβα  και  γίνηκα  άγγελος  κακών 

και  πέρασα  τη συμφορά  για  ρόδινο  μαντάτο;

ΜΗ:   Ό,τι  ήτανε  να  πεις  το είπες  , δε σε λοιδορώ 

ΠΑΙ:   Και τι σκοτείνιασαν   τα  μάτια  σου  και πνίγονται  στο  δάκρυ ;

ΜΗ:  Μεγάλη  ανάγκη  , γέροντα !  

Τέτοια  οι   θεοί   σκαρφίστηκαν  αλλά  κι εγώ

που δολερά  σκεφτόμουν 

ΠΑΙ: Κουράγιο , πάλι τα  παιδιά  σου  θα  σε φέρουν  εδώ  κάτω

ΜΗ:  Πιο  πριν  θα στείλω   η μαύρη  άλλους  κάτω 

ΠΑΙ: Λες  κι είσαι  η  μόνη  που χωρίστηκε  απ’  τα  παιδιά  της 

Μα  πρέπει  ο  θνητός  με  ελαφριά  καρδιά  

να στέκεται  στις  συμφορές 

ΜΗ: Κι εγώ  έτσι  θα σταθώ  . Μα  μπες  μέσα  στο  σπίτι 

και  δώσε  στα  παιδιά  ό,τι  για  σήμερα  τους  λείπει

Παιδιά  μου , παιδιά  μου 

για   σας υπάρχει  πόλη , υπάρχει  σπίτι 

Εκεί  θα  κατοικήσετε  για  πάντα  

Εμένα  τη  βαριόμοιρη  θ’ αφήσετε  ,

θα  στερηθείτε  τη  μανούλα 

Εξόριστη  θα  καταφύγω  σ’ άλλη    χώρα  

προτού  να  βρω    καλό  από   σας  

κι ευτυχισμένους    να   σας   δω ,

προτού στολίσω  το κρεβάτι  σας  του  γάμου,

τη  νύφη  και  το  νυφικό  κοιτώνα  ,

προτού   βαστήξω  τις   γαμήλιες  λαμπάδες 

Η  δύστυχη  , με αφάνισαν  τα  λόγια  τα  βαριά 

Με  άλλα όνειρα  παιδιά   μου  σας  μεγάλωσα ,

με  άλλα  όνειρα  για  σας  βασανιζόμουν 

και  με σπάραζαν  οι έγνοιες  ,

όταν  υπέμενα  τους  πόνους  της φριχτής  της  γέννας  

Περίμενα  η καημένη  κάποτε   να  γηροκομηθώ   από  σας  

Κι  όταν  πεθάνω , με  τα  χέρια  σας  

να  με  κηδέψετε  ,όπως  πρέπει 

Μα τώρα  χάθηκε   η γλυκιά  φροντίδα 

Χώρια  από  σας   , μαύρη  ζωή   θα  ζήσω  κι  όλη πόνους 

Κι  εσείς  ποτέ   ξανά  τη  μάνα  σας  

με τα  ζεστά  σας  μάτια   δε θα  δείτε  

Αλλιώτικη  ζωή  από δω κι εμπρός  σας  περιμένει 

Ωωωχ , τι  με  κοιτάτε   , σπλάχνα  μου  ,μ’ αυτό το  βλέμμα ;

Τι το στερνό  σας  γέλιο  μου χαρίζετε  ; 

Αλίμονό  μου  , τι  να  κάνω ;  Μου’  φυγε  η  ψυχή , γυναίκες ,

μόλις  κοίταξα  το  φωτεινό  το  βλέμμα  των  παιδιών 

Δεν  έχω  δύναμη .  Ας  πάνε  στο  καλό  τα σχέδια  τα  παλιά 

Θα  πάρω  τα  παιδιά  μου  από τη χώρα  

Ποιο  κέρδος  να πικράνω   τον  πατέρα  τους  

με  το δικό  τους  το χαμό 

και  να γευτώ  διπλάσιες  συμφορές  ;

Όχι  κανένα  κέρδος  

Παλιές  μου  σκέψεις  άντε  στο  καλό 

Μα  τι  έχω  πάθει  ; Μη  και θέλω  ΄

γέλιο  να  χορτάσω  τους  εχθρούς  μου, 

αφήνοντάς  τους  δίχως  πληρωμή  ;

Τόλμη   λοιπόν  !  Μα έλα  που  φάνηκα  λιγόψυχη 

κι  έβαλα  στο  μυαλό  μου  λόγια  γλυκερά  

Εμπρός  παιδιά  μου  μες στο  σπίτι 

Και  σ’ όποιον  δε βαστάει  η  καρδιά  

να στέκεται  κοντά  στα  θύματά  μου,

η έγνοια  δική  του  !

Το  χέρι  αυτό δε θα  φανεί  χωρίς  ψυχή  

Α  μη , καρδιά  μου  , μη

μην κάνεις  τέτοιο  πράμα 

Άστα  , καλή μου , τα  παιδιά  ,λυπήσου  τα 

Εκεί  μαζί  μου  ζωντανά  αναγάλλια  θα  μου  φέρνουν 

Μα  τους  θεούς  τους  τιμωρούς  του  κάτω  κόσμου ,

αυτό  ποτέ  , ποτέ  του  δε θα γίνει ,

ν’ αφήσω  τους  εχθρούς  να ταπεινώσουν  τα  παιδιά  μου 

Είτε  έτσι  είτε  αλλιώς  ανάγκη  να  πεθάνουν 

Κι  αν  πρέπει  εγώ  που τα’ φερα  στο   φως  

εγώ  θα  τα  σκοτώσω 

Αυτό  και  μόνο  γράφει  η μοίρα  , δεν υπάρχει  γλιτωμός 

Να  το στεφάνι  στο  κεφάλι  της  ,

σβήνει  η  βασιλοκόρη  μες στα  πέπλα  ,

βλέπω  καθαρά  

Ωστόσο   τώρα  που βαδίζω  την οδό του  μαρτυρίου

και  τα παιδιά  μου  στέλνω  σε μαρτύριο μεγαλύτερο  ακόμη ,

θα’ θελα  να  τ’ αποχαιρετήσω 

Δώστε  , παιδιά  μου , να  φιλήσω  ,  η  μάνα  σας , το  χέρι  το   δεξί 

Γλυκό  μου χέρι  , λατρευτό  μου  εσύ  κεφάλι 

και  σώμα  των  παιδιών  κι  ευγενική  μορφή  

να  μου είστε  πάντοτε  καλά , μα  σ’ άλλο  κόσμο 

Γιατί  την  ευτυχία  την εδώ   τη θέρισε  ο πατέρας  σας 

Αχ  γλυκό  μου αγκάλιασμα  , αχ  δέρμα  απαλό 

και  δροσερή  ανάσα  των  παιδιών 

Πηγαίνετε  , πηγαίνετε  , γιατί  δεν  το  μπορώ 

να  σας  κοιτάζω  πια, με νίκησε  η  οργή  μου

Και  νιώθω   πια  πολύ  καλά  σαν τι κακό  ετοιμάζω 

Είν’ η  καρδιά  πιο  δυνατή  απ’ το  μυαλό ,

αυτή  που   φέρνει  στους  θνητούς  τα  πιο  μεγάλα  πάθη  


Ε  ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ

Πολλές  φορές  

σε σκέψεις  πιο  λεπτές 

σκαρφάλωσε  ο  νους  μου

και  πάλευα  ν’ αγγίξω  πράματα

που στέκουν πιο ψηλά 

απ’ όσο  θα’ πρεπε  

ο  νους  των γυναικών 

να  ψάχνει 

Μα  έχουμε  κι εμείς  

τη  Μούσα  μας 

Μαζί  μας  κουβεντιάζει

να  μας κάμει  πιο  σοφές ,

όχι  όλες 

Λίγες  γυναίκες  θε  να  βρεις  

-μπορεί  και  μια  στις  τόσες-

που  τις  Μούσες  να τιμούν 


Και  λέω  πως  είναι  κάποιοι

ολότελα  άμαθοι

από  παιδιά 

που  μήτε  τέτοιο  σπόρο  ρίξαν 

Κι  όμως  πιο τυχεροί   

απ’  αυτούς  που  γίνηκαν

γονείς  

Οι  άτεκνοι  

σα δε γνωρίζουν

τι  είναι τα  παιδιά  

-δεν  έτυχε  να κάνουν –

χαρά  στον άνθρωπο  

ή τάχα  βάρος  ,

από  μεγάλες  ταλαιπώριες

μένουν  μακριά 

Μα  σ’ όσα  σπίτια  το  γλυκό  

βλαστάρι των  παιδιών  φυτρώνει ,

οι έγνοιες  , βλέπω ,τα  ταρακουνάν 

συθέμελα  για  πάντα 

Ν’ ανατραφούν  σωστά  

το  πρώτο  άγχος 

κι  έπειτα  το  βιός  

να μην τους  λείψει 

Και  μήπως  να’  ξερε  κανείς 

αν  βασανίζεται

για  κάτι  ασήμαντο

ή  για  το  καλό ;



Κι ένα  κακό ,

το  πιο στερνό 

στον άνθρωπο ,

θα φανερώσω 

Τι  πες  πως  τα  παιδιά  του

βρίσκουν πλούτια  ένα  σωρό ,

πως  φτάνουνε  στη  νιότη  τους

και  γίνονται άτομα  σωστά  

Μ’ αν  κάποιος  δαίμονας 

τα φέρει  αλλιώς  , 

στο  δρόμο  τους  πετιέται  ο  θάνατος

και  ρίχνει τα  κορμάκια  τους στον  Άδη 

Τι  όφελος  λοιπόν 

μαζί  με  τ’ άλλα  πάθια 

να  δίνουν  οι θεοί   στο  άνθρωπο 

για  χάρη  των  παιδιών  

μια  λύπη τόσο  μαύρη  ;       


ΣΤ  ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΜΗΔΕΙΑ

Φίλες  , απ’ ώρα  αγωνιώ   αν   θα’ μαι τυχερή ,

όσα  εκεί  μέσα γίνονται 

να  δω  τι  τέρμα  θα’ χουν 

Μα  να  και  κάποιος  έμπιστος  του  Ιάσονα !

Τον  βλέπω , πλησιάζει 

και  τ’ αγκομαχητό του   μαρτυράει

ότι  πληγή  καινούργια  θ’  αναγγείλει 

ΑΓΓΕΛΟΣ : Φύγε  ,Μήδεια  , φύγε , φύγε 

Εσύ  που έργα  του  θανάτου  έπραξες  κρυφά 

Φύγε  και  μην αφήσεις  μήτε  πλοίο 

μήτε  αμάξι  στεριανό  

ΜΗ :  Σαν  τι  έκαμα    κι αξίζω  τέτοιο  εγώ  διωγμό  ;

ΑΓ:   Πριν  λίγο  πέθανε  η  βασιλοπούλα  

κι ο  πατέρας  της  ο  Κρεόντας  απ’  τα  φαρμάκια  σου 

ΜΗ:    Ω  είδηση  χαρμόσυνη που  μου  πες  !

Στους  ευεργέτες  και στους  φίλους  μου

από  δω κι εμπρός  σε βάζω 

ΑΓ:   Τι  λες  ;  Στη  θέση  του   είναι  το  μυαλό  σου 

για  σου  σάλεψε  

που  πρώτα  τα  παλάτια  ρήμαξες  

κι  ύστερα  χαίρεσαι  ν’ ακούς  

και  δε φοβάσαι  τέτοια  πάθια  ; 

ΜΗ:    Έχω  κι εγώ  στα  λόγια  σου  μια  απάντηση  να  δώσω 

Μα  μη  μου  βιάζεσαι  , καλέ  μου ,

πρώτα  πες  πώς  χάθηκαν 

Διπλάσια  ηδονή  θα  μας  χαρίσεις

λέγοντας  πως  πέθαναν  φριχτά 

ΑΓ :   Σαν  έφτασαν  τα  δυο   βλαστάρια  σου 

μαζί  με το  γονιό  τους  

και  μπήκανε  στο  νυφικό  κοιτώνα  ,

χαρά  σου   εμείς  οι  δούλοι  , που  πιο  πριν  

μας  μάτωνε  η  καρδιά  με  τα  μαρτύρια

που τραβούσες 

Κι  αμέσως  μες στο  ανάχτορο 

φτερούγιζαν  οι  φήμες  

ότι  ο άντρας  σου  κι  εσύ  φιλιώσατε  

και  πάει  το  μίσος  το  παλιό 

Κι  ο ένας  φίλαγε  τα  χέρια  των παιδιών ,

ο  άλλος  το  ξανθό  κεφάλι 

Κι εγώ  ο  ίδιος  από  τη χαρά  μου 

ερχόμουνα   ξοπίσω  απ’ τα  παιδιά  

και  μπήκα  μες  στα  δώματα  των  γυναικών 

Κι  αυτή  που τώρα  αντί  για  σένα 

την τιμούμε  για  κυρά  μας  ,

πριν  το  ζευγάρι  των  παιδιών σου δει,

σαΐτευε  τον  Ιάσονα  με  μάτια  ερωτικά 

Μα  γρήγορα  τα  μάτια  σκέπασε

και  χολωμένη  απ’  των  παιδιών  τον ερχομό 

το  γαλατένιο  πρόσωπο  γυρίζει   προς  τα  πέρα 

Πάσχιζε  ο άντρας  σου  με τέτοια  λόγια

να  μερώσει  το  θυμό της  και το   πείσμα  :

Ως  πότε  θα  μου εχτρεύεσαι  τους  φίλους ,

δε θα  πάψεις  την οργή  ,

δε  θα γυρίσεις  πάλι το  κεφάλι  ,

θαρρώντας  για  δικούς  σου  αυτούς 

που  ο άντρας  σου  πονά ;

Δέξου  τα δώρα  , ζήτα 

απ’ τον πατέρα  σου   για  χάρη  μου

να μου  γλιτώσει  τα  παιδιά  απ’ την  εξορία 

Κι  αυτή  δεν άντεξε  σαν είδε  τα  πλουμίδια 

κι  όλο  γλυκόλογα  ήταν  για  τον  άντρα  της 

Και  πριν  μακρύνουν  τα  παιδιά  σου

κι  ο  πατέρας  τους  απ’ τον κοιτώνα  ,

παίρνει στα χέρια  της  τα  στολισμένα  πέπλα   

και  τ’ απλώνει  στο  κορμί

Στις  μπούκλες  βάζει  το χρυσό στεφάνι

Μπροστά  στο  λαμπερό  καθρέφτη σιάζει  τα  μαλλιά  της 

και  στου κορμιού  της  τ’ άψυχο  είδωλο

χαμογελάει  με νάζι 

Μετά  σηκώνεται  απ’ το θρόνο της  

και  περπατώντας  απαλά  με τα  λευκά της  πόδια 

φέρνει  πέρα  δώθε  στο  παλάτι,

όλη  μες  στη χαρά  για τα  στολίδια 

Σκορπάει  συνέχεια  βλέμματα  στις  σηκωμένες  φτέρνες 

Αλλά  από  κει  και  δώθε  θέαμα  φριχτό !

Αλλάζει  χρώμα , προχωράει  τρικλίζοντας  ,

της  τρέμουν χέρια  -πόδια 

Μόλις  που  προλαβαίνει  και σωριάζεται

στο  θρόνο , μην και  πέσει  κάτω 

Και  μια γερόντισσα  απ΄ τις  βάγιες 

που  νομίζει  πως  τη χτύπησε  η  οργή  του  Πάνα 

ή  κάποιου  απ’ τους  θεούς  , στενάζει  δυνατά  

Και  τι  να  δει  που  χύνεται

απ’  το στόμα  της  λευκός  αφρός ,

οι  κόρες  των  ματιών  που  της  γυρνάν  ανάποδα,

το  δέρμα  που  της  γίνεται  πανί ;

Αλλάζει τόνο  κι αρχινάει    

μεγάλο  θρήνο  , κι  έπειτα  

μεμιάς  ,  η  μια  ορμάει  στο δώμα  του  γονιού  της  κόρης ,

στο  νιόπαντρο  η  άλλη  να  του  πει

τα  μαύρα  τα  μαντάτα  για  τη νύφη 

Κι  ολάκερο  το  σπίτι    βρόνταγε  απ’  τα αδιάκοπα  τρεχαλητά  

Κι  όσο  ο δρομέας  θα’ κανε   να  φτάσει  τρέχοντας  

στο  τέρμα  δρόμου έξι  πλέθρων ,

σε τόσο  χρόνο  η   δύστυχη  χωρίς  μιλιά  ,

με σφραγιστά  τα  βλέφαρα ,

βογκάει  με πόνο  και  σηκώνεται  ξανά 

Διπλό  μαρτύριο  τώρα  τη  βασάνιζε

Απ’ τη  μια  το  χρυσαφένιο  στέφανο

,που  το’ χε  ολόγυρα  στεριώσει  στα  μαλλιά  της ,

ξερνάει  αλλόκοτα  μια  πυρωμένη  λάβα 

που  μασάει  τα  πάντα 

Από  την  άλλη , τα  λεπτά  τα  πέπλα ,

δώρα  των  παιδιών  σου , κατατρώγουνε 

το τρυφερό  κορμάκι  της καημένης 

Την  καίει  φωτιά  , σηκώνεται  να  φύγει  από το  θρόνο,

τινάζει  τα  μαλλιά  , τινάζει  το  κεφάλι  δώθε  κείθε 

Να  ρίξει  θέλει  χάμω το  στεφάνι

Μα το χρυσάφι  έχει  μπλεχτεί  γερά  

κι  όσο  τινάζει  τα  μαλλιά , διπλάσια  λάμπει  η φλόγα 

Στο  τέλος  πέφτει  ρημαγμένη  απ’  το  κακό 

Σ’  όλους  αγνώριστη  εντελώς  , εκτός  απ’ το  γονιό της 

Μήτε  τα  μάτια  ξεχωρίζουν  πια 

μήτε  το  πρόσωπό  της το γραμμένο 

κι  από  την  κορυφή  του  κεφαλιού  

σταλάζει  αίμα  παντρεμένο  με  φωτιά 

Γλιστράν  οι  σάρκες  απ’ τα  κόκαλα

σα  δάκρυ  από  το πεύκο 

Κρυφά  το  δηλητήριο  τις αλέθει  , φρικαλέο να δεις 

Κι  όλοι  φοβόμασταν  ν’ αγγίξουμε  την  πεθαμένη,

η  τύχη  της  ο  δάσκαλός  μας 

Μα  ο  πατέρας  της   ο  δόλιος  ,

που  ιδέα  δεν είχε  απ΄ το  κακό ,

ορμάει  μες  στο  δωμάτιο  ξάφνου,

πέφτει  απάνω  στη νεκρή,  σηκώνει  αμέσως  θρήνο 

κι  αφού  αγκάλιασε  το  πτώμα ,

το  φιλάει   και τέτοια  λέει :

Παιδί  μου   δύστυχο , ποιος  δαίμονας  

έτσι  ύπουλα  σε ξέκανε ;

Ποιος  άφησε  το  μελλοθάνατο  πατέρα  σου 

ορφανό  από σένα; 

Ω  που  να  πέθαινα  ,παιδάκι  μου  , μαζί  σου

Και  μόλις  σταματάει  τους  θρήνους  και τα  κλάματα ,

απάνω  στην ανάγκη  του  το  γέρικο  κορμί  του   να  στυλώσει ,

στα  λεπτοκαμωμένα  πέπλα  μπλέκεται,

σαν τον  κισσό  μες στα κλαριά  της  δάφνης  

Κι  εκεί  να  δείτε  πάλεμα  φριχτό  !

Εκείνος  λαχταράει  να σηκωθεί  στα  γόνατα ,

ξοπίσω τον  κρατά η  νεκρή  

Να  βάλει  , δοκιμάζει  , λίγη  δύναμη  ;

Από  τα  κόκαλά  του ξεκολνούν  

οι  γερασμένες  σάρκες 

Μα  γρήγορα    παράδωσε  και  του’ σβησε  η  ψυχή  

Πιο  δυνατό  ήταν  ,βλέπεις,  το  κακό  απ’ αυτόν

Κόρη  και  γέροντας  πατέρας  τώρα  κείτονται  νεκροί ,

ο ένας  πλάι  στον  άλλο,

συμφορά  που  δάκρυα  ποταμός  της  πρέπουν 

Το  τι  θα κάμεις  τώρα  εσύ  δε  θα  το κρίνω  εγώ  

Μονάχη  σου θα  βρεις  τον  τρόπο 

να  ξεφύγεις  απ’ την  πληρωμή 

Κι εγώ  δεν  είναι  τώρα  που  θαρρώ   μα  πάντοτε  

τον  άνθρωπο  έναν  ίσκιο 

κι  ούτε  δειλιάζω να το πω  

όσοι  περνιούνται  για σοφοί    και  φρόνιμοι  στα  λόγια  ,

αυτοί  βουλιάζουν  πιο  πολύ  μέσα  στην αφροσύνη 

Γιατί κανένας  άνθρωπος  δε γίνεται  

να ζει  στην ευτυχία  

Κι αν  τρέχουνε  τα  πλούτια  από  παντού ,

μπορεί  και  να’ ναι  κάποιος   

απ’ τους  άλλους  τυχερότερος ,

όμως  στ’ αλήθεια  ευτυχισμένος  όχι   

                                     

ΧΟΡΟΣ

Πολλές   μα  δίκαιες  συμφορές  αυτήν  εδώ  τη  μέρα

φαίνεται  πως  σώριασε  ο  θεός  απάνω  στον  Ιάσονα 

Α  μαύρη   κόρη  εσύ  του  Κρέοντα ,

που για  τους  γάμους  σου  με τον  Ιάσονα 

στις  πύλες  του  Άδη  κατηφόρισες ,

λιώνει  η καρδιά  μας  λιώνει 

για  τα  πάθια  σου 


ΜΗΔΕΙΑ

Φίλες  , το  πράμα  αποφασίστηκε 

Νεκρά  θα πέσουν  τα  παιδιά  απ’ το χέρι  μου 

κι  ύστερα  όσο  πιο  γρήγορα  μπορώ  , θα φύγω  από  τη χώρα 

Διόλου  δε θ’ αργήσω 

Μα  φόνο  απ’  άλλο χέρι  πιο εχθρικό  

δε  θα  τ’  αφήσω   να  γευτούν 

Έτσι  κι αλλιώς  ο θάνατος  μπροστά  τους 

Κι  αν έτσι  πρέπει , εγώ θα  τα  σκοτώσω   που  τα  γέννησα

Έλα  καρδιά  μου , οπλίσου , τι  αργείς  ;

Κάμε   το  φοβερό  αλλά  μοιραίο  κακό 

Δύστυχο  χέρι  μου  έλα  , πάρε  πάρε   το  σπαθί 

και  τράβα  ως το  πικρό  το  τέρμα  της ζωής 

Μη μου δειλιάσεις  , μη  μου  θυμηθείς

το  τι  αγάπη  είχες  στα  παιδιά ,

το  πως  εσύ  τα  γέννησες 

Ξέχνα  το  λίγο  που  απομένει  στα  παιδιά   σου  κι  ύστερα  

αρχινάς  το  θρήνο

Γιατί   κι  αν τα  σκοτώσεις  , σου  είναι  λατρευτά 

κι  η  δυστυχία  για  πάντα  θα  σε κυνηγά     


ΣΤ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ

Αχ   γη κι   ολόφωτη  αχτίδα

του  Ήλιου , στρέψτε το βλέμμα  σας

κοιτάχτε  την κακούργα  τη  γυναίκα

προτού  ν' απλώσει  στα  παιδιά

το   φονικό της  χέρι το  αιματόβρεχτο

Απ'  τη χρυσή  σου ,Ήλιε ,  τη  γενιά 

είναι  βλαστάρι 

και  τώρα  ο  φόβος  να  χυθεί  από  θνητούς 

το   αίμα  του  θεού   φουντώνει 

Εσύ  όμως   Φως , σπέρμα  του  Δία ,

σταμάτησέ  την 

βάλε  φραγμό   στα  βήματά  της 

κι  έξω από τ' ανάκτορο  

τη   δόλια  οδήγησέ  την  

που οι δαίμονες  την  έχουν  κάμει 

φόνισσα   Ερινύα 


Πάνε   χαθήκαν  

τόσα  βάσανα  για  τα  παιδιά 

ανώφελα   λοιπόν  στον  κόσμο  έφερες

τη λατρευτή  γενιά  σου

σύ  που φτερούγισες  

μέσα  απ'  τις  αφιλόξενες  τις  μαύρες  Συμπληγάδες

Α   δύστυχη , πως όρμησε   

στα φρένα  σου  βαριά   χολή

και  σ' άγγιξε  το ανόσιο  φονικό ;

Αβάσταχτο  κακό  στον  άνθρωπο

να στρέφει   το μαχαίρι  στους  αγαπημένους 

Τότε σ' ολάκερη  τη γη

τα σπίτια  των φονιάδων 

τα  ραντίζουν   οι  θεοί 

μ'  αντάξιες  πίκρες  για τα φονικά  


ΠΑΙΔΙ  :  Ωχ   ωχ

ΧΟ:     Ακους   τις  κραυγές  των  παιδιών ,τις  ακούς  ;

            Αλίμονό   σου  δύστυχη , βαριόμοιρη   γυναίκα 

ΠΑΙ :  - Ω   τι να κάνω ; πως να  ξεφύγω πως  από  της  μάνας 

           μου το χέρι ;

            -Δεν  ξέρω , αγαπημένε  μου αδελφέ ! Πεθαίνουμε 

ΧΟ:   Να  μπω στο  σπίτι άραγε ; Το  κλώθει  ο   νους  μου

           να   γλιτώσω   τα  παιδιά   απ' το  φόνο

ΠΑΙ: -Ναι  μα  τους  θεούς ,όσο ακόμα  είναι  καιρός , γλιτώστε

           μας

          -Όλο  και  πιο κοντά  , στου  ξίφους  την  παγίδα

           πέφτουμε 

ΧΟ  :  Δύστυχη , σα να 'σουν από  πέτρα  ή σίδερο

           το σπόρο  των παιδιών  που γέννησες 

           θα  τον ξεκάνεις  με  το  ίδιο  σου το  χέρι 

            Έχω ακουστά  πως  μια  μονάχα   απ' τις  παλιές

           γυναίκες

           άπλωσε θανατερό  το  χέρι   

           στα  μονάκριβά    της  σπλάχνα 

           Τη  φρενιασμένη  απ' τους  θεούς   Ινώ 

           όταν  την έδιωξε  του  Δία  το ταίρι από  το  σπίτι 

           και  να  πλανιέται  εδώ κι εκεί  την  άφησε

           Έπεσε   η δόλια    στ΄ αρμυρό  το  πέλαγο  

           ανόσια   πρώτα  σκότωσε  τα τέκνα  της

           γκρέμισε  το κορμί της  απ' της θάλασσας τα  βράχια

           και   βούλιαξε  στο  θάνατο   

           κοντά  στα  δυο   βλαστάρια  της 

           Ποιο  φοβερότερο  δεινό μπορεί να  γίνει ;

           Άχου κρεβάτι  πολυβάσανο  των  γυναικών !

           τόσα  κακά  που  μέχρι τώρα  σκόρπισες  μες  στους 

           θνητούς 



ΕΞΟΔΟΣ


ΙΑ. Γυναίκες  , σεις  που στέκεστε  κοντά   σ’ αυτό  το  σπίτι ,είναι   εκεί   μέσα  ακόμη   αυτή  η  φόνισσα 

η  Μήδεια   ή  το’ βαλε  στα  πόδια ; 

Μονάχα   αν  βρει κρυψώνα  κάτω  από τη γη 

ή αν χαθεί ψηλά  με φτερωτό κορμί στα βάθια των   αιθέρων , την  τιμωρία  των βασιλιάδων θα γλιτώσει.

Τι  νόμιζε  , θα  σκότωνε  τους  άρχοντες 

κι απείραχτη απ’ το  σπίτι  ετούτο  θα  δραπέτευε;

Η  έγνοια  μου  όμως  είναι  τα  παιδιά  , αυτή καθόλου

Όσοι  από  κείνη  βλάφτηκαν , θα της  γυρίσουν  βλάβη

Ήρθα  να  σώσω  των παιδιών  μου τη  ζωή ,

μην τύχει  και μου  τα  πειράξουν των νεκρών οι συγγενείς ,

να ξεπληρώσουν θέλοντας  της  μάνας τους το ανόσιο φονικό

ΧΟ. Βαριόμοιρε , και  που  να  φανταστείς σε τι  κακό έχεις φτάσει! Ούτε που θα’ βγαιναν τα λόγια  αυτά απ’ το στόμα σου , Ιάσων 

ΙΑ. Μα τι’ ναι ; Μη  και  λαχταράει  κι εμένα να σκοτώσει;

ΧΟ. Πέθαναν τα  παιδιά ! Τ’ αφάνισε  της  μάνας  τους το χέρι 

ΙΑ. Ώχου  τι  λες , γυναίκα  ;   Με  σκοτώνεις

ΧΟ. Σα να  μην είναι  τα  παιδιά  ,έτσι  σκέψου 

ΙΑ. Και  που  τα  σκότωσε ;Έξω απ’ το  σπίτι ;  Μέσα ;

ΧΟ. Τις  πύλες  άνοιξε  και  θ’ αντικρίσεις τα  σφαγμένα 

ΙΑ. Σπάστε  τα μάνταλα , όσο μπορείτε, δούλοι, γρηγορότερα,

ελευθερώστε  τους  αρμούς , να  δω ,διπλή μου συμφορά,

τα  σπλάχνα μου νεκρά  ,κι αυτήν που θα πληρώσω για το φόνο

[Εμφανίζεται η Μήδεια  με   τα νεκρά παιδιά πάνω σε  φτερωτό  άρμα] 

ΜΗ. Γιατί τραντάζεις, τι παλεύεις 

για να σύρεις τούτες  δω τις  πόρτες ;  

Ψάχνεις τους  νεκρούς ; Εμένα  την  κακούργα ; 

Άδικος  ο κόπος ! 

Άμα  σε σπρώχνει  κάποια  ανάγκη , αν κάτι  θέλεις από μένα,

πες  το 

Όμως  ποτέ  δε θα  μ’ αγγίξεις με τα  χέρια  σου 

Τέτοιο  αμάξι μου’ δωσε , ασπίδα  από χέρι εχθρικό,

ο  πατέρας  του  πατέρα  μου  , ο  Ήλιος 

ΙΑ . Α  μίσος  ζωντανό! Γυναίκα  πολυμίσητη 

σ’ εμένα  , στους  θεούς και σ’ όλη τη γενιά του ανθρώπου

Πως άντεξες , κι ας ήσουν μάνα τους ,

το  ξίφος να καρφώσεις στα παιδιά ,

και δίχως κλήρο να μ’ αφήσεις μες στον όλεθρο;

Κι αφού έκανες αυτά , τολμάς ακόμη  

και κοιτάς τον ήλιο και τη γη ;

Εσύ  που άντεξες τόσο  βαρύ κι ανόσιο έργο;

Που να χαθείς ! Τα  πάντα  βλέπω τώρα καθαρά ,

δεν είχα  μάτια τότε ,

που σ’ έφερνα απ’ το σπίτι σου το βάρβαρο ,

από τη γη σου εδώ  ,σε σπίτι ελληνικό ,μεγάλη συμφορά μου 

Προδότρα του  πατέρα  σου , της χώρας που σ’ ανάστησε

Κι όμως  σε  μένα  ρίξανε οι θεοί τον τιμωρό σου 

Γιατί όταν σκότωσες  τον αδερφό σου ,

πλάι στου σπιτιού σας την εστία ,

μπήκες  μες στ’ ομορφόπλωρο  καράβι, την  Αργώ .

Κι αυτό ήταν η αρχή . Μετά παντρεύτηκες εμένα,

μου’ κανες  παιδιά . Και τώρα μου τα σκότωσες 

για  πόθους , για  κρεβάτια

Τέτοιο κακό ποτέ ,ποτέ  δε θ’ άντεχε η καρδιά μιας Ελληνίδας,

απ’ όσες  άφησα θαρρώντας  για σωστό να πάρω  εσένα ,

συγγένεια  μισητή ,που  μου’ φερες  τον όλεθρο 

Όχι  γυναίκα , λέαινα ! Πιο άγρια  από  φυσικού  σου

κι απ’ την Τυρρηνίδα  Σκύλλα 

Χίλιες  βρισιές  μου  δε  θα σ’ άγγιζαν 

Τέτοιο  το θράσος  που  φυτρώνει  μέσα  σου 

Τσακίσου από δω, κακούργα !Φόνισσα σιχαμένη των παιδιών 

Άσε  με  εμένα να θρηνώ  την τύχη μου

που μήτε  θα χαρώ  τη νιόπαντρη

και  μήτε  τα  παιδιά  που έσπειρα  κι  ανάστησα

θα’ χω  κοντά  μου ζωντανά  να  τους  μιλώ , χαθήκαν 

ΜΗ. Θα  μάκραινα  πολύ  τα  λόγια μου,

για να  σου δώσω  απάντηση σ’ αυτά , 

αν ο πατέρας  Δίας  δε γνώριζε

τι  το  καλό  είδες  από μένα εσύ  και  πως μου το ξεπλήρωσες

Κι όμως δε σου ήτανε γραφτό ,περιφρονώντας το κρεβάτι μου

,να ζήσεις  χαρισάμενη ζωή , περιφρονώντας  με ,

ούτ’ η  βασιλοκόρη σου  ,ούτε κι αυτός

που ετοίμασε  το γάμο σου, ο  Κρέων ,

θα μ’ εξόριζε  απ’ τη χώρα  δίχως πληρωμή 

Γι’ αυτά και  λέαινα πες με , αν το ποθείς ,

και  Σκύλλα  που έμενε  στης Τυρρηνίας τα  μέρη

Κέντρισα  την  καρδιά σου , όπως  πρέπει 

ΙΑ. Κι εσένα σε κεντρίζει το κακό και το  μοιράζεσαι μαζί μου

ΜΗ. Σωστά  μιλάς , όμως τον πόνο μου αλαφρώνει

που δεν έγινα  περίγελος σε σένα 

ΙΑ. Βλαστάρια  μου , ποια  μάνα  ολέθρια  σας  έλαχε

ΜΗ. Αγόρια μου, πως σας αφάνισε η αρρώστια του πατέρα  σας

ΙΑ. Δεν ήταν το δικό μου χέρι  αυτό που τα’ σφαξε 

ΜΗ. Η έπαρσή σου κι ο καινούργιος γάμος σου τα σκότωσαν

ΙΑ. Και πίστεψες  πως άξιζε να τα σκοτώσεις για ένα γάμο;

ΜΗ. Μικρό δυστύχημα  το νόμισες αυτό για μια γυναίκα;

ΙΑ. Και βέβαια , αν είναι συνετή . Μα εσύ τα πάντα βλέπεις

μαύρα

ΜΗ. Οι γιοι  σου δεν υπάρχουν πια , αυτό θα σε δαγκώσει

ΙΑ. Υπάρχουν. Κι είναι τιμωροί πικροί απάνω απ’ το κεφάλι σου

ΜΗ. Γνωρίζουν οι θεοί ποιος ήταν ο πρωταίτιος του κακού

ΙΑ. Γνωρίζουν πάνω απ’ όλα  το  σιχαμερό μυαλό σου

ΜΗ. Ας με σιχαίνεσαι . Την πίκρα από το στόμα σου μισώ 

ΙΑ. Κι εγώ από το  δικό σου ... Είν’ εύκολο  να βρούμε ωστόσο

λυτρωμό

ΜΗ. Μα πως; Σαν τι να κάμω ; Αυτό ζητάω κι εγώ με την ψυχή μου όλη 

ΙΑ. Αν μ’ άφηνες  να θάψω τους νεκρούς μου αυτούς και να τους  κλάψω ; 

ΜΗ.  Ποτέ ! Με τούτο  εδώ το  χέρι  θα τα  θάψω εγώ ,

αφού τα  φέρω  στο  ναό της Ήρας  της  Ακραίας ,

μη  μου τα  μαγαρίσουν , σκάβοντας τους τάφους τους ,

οι οχτροί μου .

Και θα  θεσπίσω στο  εξής , εδώ στη γη  του Σίσυφου ,

ιερή  γιορτή  και τελετές  , για εξαγνισμό του ανόσιου φονικού

Κι εγώ η ίδια  φεύγω για του Ερεχθέα  τη γη,

μαζί  με τον Αιγέα να μείνω ,του Πανδίονα το  γιο

Μα  εσένα , όπως είναι φυσικό για τους κακούς , κακός χαμός 

σε  περιμένει, 

απομεινάρι της  Αργώς θα σου συντρίψει το κεφάλι ,

και θα’ χεις  δει το τέρμα το πικρό του γάμου σου μ’ εμένα 

ΙΑ. Που να σε θέριζε η Ερινύα των παιδιών κι η Δίκη που διψά για  αίμα

ΜΗ. Και ποιος θεός ή δαίμονας θ’ ακούσει εσένα και τους  ψεύτικους τους όρκους σου ,που απάτησες  τους φίλους ;

ΙΑ. Α σιχαμένο  πλάσμα , των παιδιών σου φόνισσα

ΜΗ. Τράβα στο σπίτι σου να θάψεις την καλή σου

ΙΑ. Τραβάω , ορφανεμένος απ’ τα δυο μου τα παιδιά 

ΜΗ. Δε γεύτηκες  καλά το θρήνο ακόμη , είναι μπροστά τα γηρατειά 

ΙΑ. Παιδάκια μου , αγάπες μου  

ΜΗ. Για τη μητέρα τους ,όχι για σένα 

ΙΑ. Ναι ; και για αυτό τα σκότωσες ; 

ΜΗ. Για να σου σκίσω την καρδιά 

ΙΑ. Αλίμονο , αχ πόσο θέλω  να  φιλήσω ο δύστυχος  

τα χείλη των παιδιών μου τα  γλυκά 

ΜΗ. Τώρα τους  κρένεις , τους ζητάς  φιλιά 

Τότε τους  έδιωχνες  από  κοντά σου

ΙΑ. Δωσ’ μου για τους  θεούς  ν’ αγγίξω ,  

δωσ’ μου το απαλό  το σώμα  των παιδιών 

ΜΗ. Δε γίνεται , σκορπάς  τα λόγια  σου  του  κάκου 

ΙΑ. Ω  Δία , τ’  ακούς που  μ’ αποδιώχνει ,

ακούς  τι πάθια  ζω   απ’ αυτό  το σίχαμα ,

τη λέαινα  την παιδοκτόνο  ; 

Μα  μ’ όλη μου τη δύναμη  

και θα θρηνώ  και θα ζητώ το δίκιο ,

καλώντας  τους θεούς για μάρτυρες  

που τα παιδιά  μου σκότωσες  

και με μποδάς να τα χαϊδέψω 

με τα χέρια μου ,να θάψω τα  κορμιά τους 

Που ας ήτανε  ποτέ να μην τα έσπερνα ,

για να τα δω απ’ τα χέρια σου χαμένα 

ΧΟΡΟΣ

Ψηλά  στον Όλυμπο 

πολλών πραγμάτων  κυβερνήτης  στέκει ο  Δίας ,

πολλά  ορίζουν κι οι θεοί ,

χωρίς κανείς να το προσμένει

Κι  εκείνα  που θαρρείς  για πιστευτά  δε γίνονται 

και για τ’ απίστευτα  τον τρόπο βρίσκουν οι θεοί  να γίνουν 

Κι αυτής της ιστορίας  

τέτοιο στάθηκε το τέρμα 

















Μίμνερμος " τίς δὲ βίος..." Απόδοση από τον Κώστα Τσιαχρή

  τίς δὲ βίος, τί δὲ τερπνὸν ἄτερ χρυσῆς Ἀφροδίτης;           τεθναίην, ὅτε μοι μηκέτι ταῦτα μέλοι, κρυπταδίη φιλότης καὶ μείλιχα δῶρα καὶ ε...