Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΑ [ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2000-2010 ]

1. Κυοφορία 

2. Απολείπειν ο λυγμός Μενέλαον 

3. Ο σπορέας

4. Η ανάγνωση 

5. Πιθανότητες 

6. Του έρωτα 

7. Αφρήτωρ 

8. Επιθαλάμιο

9. Η απαγωγή 

10. Η σκιά  

11. Οι συλλαβές 

12. Παλίντονος αρμονίη 

13. Και μην ξεχνάς 

14. Από  κάτω χάος  

15. Ο συνθέτης 

16. Απομίμηση  γλυπτικής 

17. Τα σύμβολα 

18. Ψιθυρίστε με

19. Ανυπεράσπιστο βλέμμα 

20. Αθλοπαιδιά 

21. Ο ποιητής  

22. Το αδιάβροχο

23. Ο φόβος 

24. Ο  εξωγήινος

25. Ο ορειβάτης 

26. Ο διαρρήκτης

    27.         Ποιητική βραδιά

    28.         Εν τη ερήμω 

    29.         Παιδομάζωμα

    30.         Η εγγύηση

    31.         Αδημονία

    32.         Αποχαιρετισμός



Κυοφορία

Σήμερα
πρώτη μέρα
κλώτσησες
λεξούλα-αγγελούδι
κι ένιωσα 
το χτύπημα
Άνοιξα την πόρτα
πέφταν χρώματα
δασείες
ονόματα
Έκανα  για σένα
όνειρα
να μπεις σε κείμενο
να γίνεις υποκείμενο 
και να τινάξεις
από πάνω σου
το σάλιο
της φριχτής
της καθημερινής
φθοράς

 Í

Απολείπειν  ο λυγμός  Μενέλαον
 
Κάθομαι  στο πιο  βαθύ  φωνήεν
που πήρα  με χρησμό απ’ το στόμα της
Θα κοιμάται  βουερά
πάνω σ’ εκείνο το γιομάτο νύχτες  χρώμα του
Πλησιάζει  θάλασσα  Μενέλαε
μη δείξεις  δροσιά
μη δείξεις ίχνος  αλάτι
κάτι ξέρεις από παραπλάνηση
ολόκληρα  χρόνια πλάι σε μιαν ομορφιά
παγωμένη και  φαγωμένη και δύσβατη
να τραβάς  κουπί 
στα καλά καθούμενα 
για να της  βάλεις ψυχή
Θα σφυρίζει  στα  τείχη  αδιάφορα
κι από κάτω παλικάρια
θα πληρώνουν με βγαλμένα δόντια
με σκισμένα  στήθη  τον μύθο της
Πλησιάζει θάλασσα Μενέλαε
κάνε  πως χάλασαν τα πανιά
κάνε πως το κατάστρωμα  το ξέκαναν
τ’ από μέσα  μποφόρ
ο μεγάλος  αέρας
που κάθε  βράδυ  σαν  ησυχάζεις
σε περικυκλώνει  αλύπητα 

 Í
 
Ο  σπορέας
 
Σπέρνω  προς  τα  έξω
μόνο φύλλα και  κλαδιά
μόνο  αφορμές
να  μεγαλώσει  λίπασμα
Σπέρνω  μυαλό
έξω απ’ τις  σκέψεις
μουσική  έξω  απ’ τον  ήχο
πέρα  από τα  σύνορα
πατρίδες
Έπειτα  σπέρνω   Αυλίδες
χωρίς  θυσίες
και  Ιφιγένειες
αντωνυμίες  στη  θέση  φίλων
Αυτός   Αυτή   Κανείς
Τέρατα   έξω  από το  μύθο
πλάι   στο  πρωινό   Ντεπόν
[μισή   φρίκη  πριν από το γάλα
κι ύστερα  ανά  πέντε  σκέψεις]
Σπέρνω  κι ο  σπόρος  μου
έξω  από  τη χούφτα
φτύνει  τον ουρανό
                                     τον  ήλιο
                                                      τα  χωράφια
πράσινα  του  Βαν  Γκογκ
σε  ανυπάκουες  λέξεις
Εγώ
κατά   προτίμηση  
στο   ράμφος  των  πουλιών

Í

 
Η ανάγνωση
 
Έχεις μια υγρασία
στον τίτλο και στα μάτια
δεν κατάλαβα
που τέλειωνε η αφήγηση
και που ξεκίναγε
το σώμα
Μονάχα λίγες τρύπες
συναντούσα στις σελίδες
Με περνούσαν απ’ το δέρμα
στην πλοκή
και παραπέρα στο όνειρο
Κι όσο συνέχιζα
έλεγα με πάθος
 
Τον άνθρωπο
θα τον αφήνω
μισοτελειωμένο
Βιβλίο
που η τελευταία σελίδα
σκίστηκε
Και για συμπλήρωμα
θα βάζω πάντοτε
το χάος
 

Í


Πιθανότητες
 
Δυο  πιθανότητες
αγγίξαμε
η μία  την άλλη
Έκανε  χάος
αλλά  για λίγο
στάθηκε ο καιρός
γαλήνεψε  το σπέρμα
έβαλε στον   ίσκιο  μας
μορφή
Έζησες  φως
Έζησα  δύναμη
που  ξεπερνάει το φως
Και πριν ο έρωτας
να συνηθίσει το  κορμί
απότομα
μας  τράβηξε
το απίθανο
κοντά  του

Í


Tου  Έρωτα
 
Έρωτα
μάγμα  σκοτεινό και αμείλικτο
πυρακτωμένο σάλιο
μες  στο στόμα  του  χειμώνα
σκίζεις  πετρώματα
στο στήθος  και   στην προσευχή
καλπάζεις  σάρκες  και καλπάζεις δάση
πράσινο ανατρίχιασμα
μεδούλι από φωτιά
μέσα  στα κόκκαλα
και μέσα στη  φωνή 
που συλλαβίζεις  ουρανό
με αλφαβητάρι το αίμα
Έρωτα
μαύρο  σκίνο
φυτρωμένο
στο απομέσα  του ονείρου
στις  απάτητες  κορφές  της τρέλας
κάταγμα  στο φως 
και στο  γαλάζιο
ευαγγέλιο μοναξιάς 
κατράμι  που απιθώνει  ο φόβος

πάνω στα  φτερά

 Í

Αφρήτωρ

 

Δείξε μου τις τσέπες σου 

για να σου πω ποιος είσαι 

Ναι η αφραγκία  πονά 

μα  δίνει κιόλας το φιλί ζωής 

σε μια πρωτόπλαστη γραφή 

Φτωχαίνεις  από μέσα προς παντού

προ πάντων και επί πάντων 

Στο σημείο  που κλαίει στο στόμα  σου 

ένα κλάμα από ράμφος αηδονιού

σου αφήνουν  το χαρτάκι

τη δικαστική εντολή 

για  έξωση απ'  το πρόσωπό  σου 

Άστεγος αφρήτωρ 

Ψάχνε το χαμόγελο για στέγη 

Άναψε το κοριτσάκι με τα σπίρτα 

στα όνειρά σου 


Í

 

Επιθαλάμιο
Κάποτε  σκύβει
το  μεγάλο θαύμα
αγγίζει τρυφερά
στον ώμο
μια λεξούλα
της  χτενίζει  τα μαλλιά
την   ετοιμάζει
με το τραγούδι
σκοτεινό  προικιό
να μπει  νυφούλα
να κλειστεί
στα  θέμελα
καινούργιου  στίχου
στοιχειωμένου

Í

 
 
Η   απαγωγή
 
Στη  μνήμη Γ.Κ.
 
Θα  ήμουν μόνο
εγώ
όταν  έπεσε ο διακόπτης
στην καρδιά  σου
και σκοτείνιασε το αίμα
κι έψαχνα  κερί
για να το ανάψω πάλι
που είδα
ναι  δεν κάνω λάθος είδα
ένα  μικρό  ελικόπτερο
που ανέβαινε απ’ το στήθος  σου
και  μέσα   αιχμάλωτο
των ουρανών
για πάντα
το  χαμόγελό  σου 

Í

 
 
Η  σκιά
 
Έντυσα  τη σκιά  σου
με το  μπλε  πουκάμισο
που φόραγα  εκείνο το απόγευμα
έτσι
για να μην κρυώνει
μέσα  στην απουσία  μας
μέσα  στην τόση παγωνιά
Κούμπωσα  τα κουμπιά  σφιχτά
πάνω στο  στήθος
Το  ξέρω
δραπετεύουν  εύκολα
οι  σκιές
δεν τις κρατάς
παρά  για μια μονάχα
ανατριχίλα
για ένα μόνο
ανάλαφρο
ανασήκωμα  της πλήξης

Í

 
Οι  συλλαβές
 
Είμαστε
δύο συλλαβές
Ενώθηκαν
απρόσμενα
το καλοκαίρι
Έφεραν στο στόμα
νέα  λέξη
Δυο κομματάκια  λόγου
ερεθισμένα
που τα ζήλεψε
ο χειμώνας
κι έβαλε  την παγωνιά
οριστικά
για παύλα
ανάμεσά τους

Í

 
Παλίντονος  αρμονίη
 
Και θέλω εγώ
λοιπόν
ένας μικρούλης
κοσμοκράτορας
να βάλω
τους πλανήτες  μου
να τρέχουν
ολοένα
γύρω από τον ήλιο σου
να σμίξουμε
τ’ αντίθετά  μας
και να γεννηθεί
καινούργιος κόσμος

Í

 

Και μην ξεχνάς
 
Και  μην ξεχνάς
κάπου – κάπου
να δραπετεύεις  απ’ το σώμα
που θα  σου ζητήσουν
Να  επιστρέφεις  στο λάθος
στο παιδί
να  κλείνεις πονηρά  το μάτι
στις αθώες  σου  μέρες
κι  όσο  θα μεγαλώνεις
τόσο  να γυμνώνεσαι
από το βάρος της συγγνώμης
Συγγνώμη  για όσα  δεν πρόλαβες
-όντας παιδί-
να  κρύψεις  πιο βαθιά  στο  φως

Í

 
Από  κάτω  χάος
 
Είναι  που  με  βαδίζει
ένας  Γολγοθάς
κι έρχομαι κάθε τόσο
φτύνω
Κομμάτια έρωτα
αντί για  λέξεις
 
Ορκίζομαι να πω παραμύθια :
μα τον αμφίβιο εαυτό μου
μισός πληγή
και μισός  ιδέα
Η ζωή μου τριγυρνάει
με  τρύπιες  κάλτσες
μεταξύ  αγίων  και  φαντασμάτων
 
-Και μεταξύ μας
προτιμώ την κουβεντούλα
με τα  φαντάσματα
κοιτάζοντας το πρόσωπό μου
στον καθρέφτη
να βλέπω μονάχα
λευκό σεντόνι
κι από κάτω
χάος

Í

 
Ο  συνθέτης
 
Συνθέτω  μέσα  σου  συνέχεια
μια συμφωνία  από άγρια  σύμφωνα
που  να ταιριάζουνε σε λέξεις
όπως   έΡωτας  αγΧόνη  ρίΓος
Μου ξεριζώνεις νότες
μου υπνωτίζεις τις χορδές
Κι  εγώ τραγούδι  ΟΡΘΙΟ
Από  ψαχνό ή από  λίπος
Τρωτή  ή άτρωτη μεριά
αρχίζω την επίθεση
φυλάξου
οι στίχοι μου 
γυρεύουν συνουσία 

Í

 

 

Απομίμηση  γλυπτικής

Κάτω απ' τη λάμπα στάσου 
σκοτεινή μου λέξη
Κάθισε γυμνή 
με τα εσώρουχα 
με τα νοήματα 
που αγγίζουνε την ποίηση 
χωρίς επίθετα και τόνους 
ανορθόγραφη προκλητικά 
με τα φωνήεντά σου 
ανοιχτά στον έρωτα 
και με τα σύμφωνα 
φύλλο συκής 
πάνω στο καρβουνάκι 
το αναμμένο 
ανάμεσα στα πόδια σου 
Και μη φοβάσαι το μαχαίρι 
Άφησέ το 
Θα σκαλίζει 
στο μυαλό μου μάρμαρο 
για να σε στήσει 
μέσα ίνδαλμα 
μιας φρίκης

 Í

Τα  σύμβολα 

Τα  σύμβολα  δεν  είναι  μούμιες

δεν είναι      προσωπίδες  νεκρικές

να  στολίζουν   ακίνητες    ιδέες

δεν  είναι  στρώματα   πάγου

πάνω   σε  σημεία   βρασμού

πάνω   σε   αμείλικτες   σπίθες

δεν  είναι   λέξεις   άκλιτες

μέσα  σε  κλιτούς   καιρούς

-Μαχόμαστε      μάχεστε    μάχονται -

όπλα    σκουριασμένα

σε  χαρακώματα   από  λάδι

σε   καταφύγια   λαμπερών   αναμνήσεων

δεν  είναι    άψογες   γραβάτες

πάνω από  βρώμικες   φανέλες

οδηγών

λιποτακτών

ηθοποιών

στάσιμα   μεταξύ   επεισοδίων

καθημερινής    τραγωδίας

Είναι  παγίδες   για  να πέφτουν   μέσα

οι  ακυβέρνητες  πορείες

 

Πως  έγινε   και    μείναμε  αδιάβαστοι

εμείς  οι  τόσο  επιμελείς

σ’ αυτό  το  μάθημα    πολιορκίας   ;

 

 Í

Ψιθυρίστε με

Χωρίς  κραυγές
γλώσσα με γλώσσα
χωρίς βήμα  ψηλό
λέξη με λέξη
ας μην ακουστώ
ας  μην αρχίσουν
πυροβολισμοί
ας ξέρουμε
μόνο εσείς κι εγώ
ψιθυρίστε  με
γνωρίζουν οι νεκροί
γνωρίζουν οι πέτρες
γνωρίζουν οι σκόνες
εκεί  ανήκω
ανάστημα μιας λεπτομέρειας
χαμένης κάπου
κάποτε ή  ποτέ
σα  μήνυμα  σε λάθος πόρτα
εργάζεται ο καιρός
και  δίνει δύναμη
στο μεταξύ
χαλάει  τον ήλιο
τρέφεται από κάτι
στάχτες
αρμενίζει σε φιλόξενα
τοπία της πληγής
Ξέρει τη γλώσσα τους
βρυχάται  σιγουριά
Μην τον ακούτε
ψιθυρίστε με

 Í

Ανυπεράσπιστο βλέμμα

Το βλέμμα των παιδιών

είναι πάντοτε αδέξιο στις νάρκες

Μ΄ ένα ανάλαφρο πάτημα

κομματιάζεται χίλια κομμάτια

κι υποκύπτει στα τραύματά του

Λίγο μετά  ξανασηκώνεται

Σημαδεύει και μπήγεται

στα ψαχνά των ψαχνών

εκείνων που φοβούνται τον ήλιο

Το ψαχουλεύουν οι ρήτορες 

κι αυτό είναι ήδη μπροστά τους

Πιο ανάγωγο από γλώσσα

βγάζει τη γλώσσα  στις ρητορείες  

Όμοιο με ετυμηγορία στυγνού δικαστή :

 

Δις εις Θάνατον

Μια  για το αδίακριτο του βλέμματος

Άλλη μια για το ανίσχυρο της αδιακρισίας

 

( Κι είναι όντως υπεράνω της ανοχής μας

που ένα παιδί με το βλέμμα του

ξέρει τόσο αλάνθαστα  να κάνει

μακροβούτια στην ειρωνεία)

 Í

Αθλοπαιδιἀ

Kατά μια ειρωνεία

κάθε  πόλη είναι  για τα παιδιά

ένα μάθημα θανάτου 

Ιδίως τα απογεύματα του χειμώνα 

Όταν πίσω από τα σφαλιστά παράθυρα 

λιώνουν με τους υδρατμούς  

τα κολλημένα  τους πρόσωπα 

πάνω στα τζάμια 

κι ούτε μια ηλιαχτίδα   δεν κάθεται να τους μάθει 

την προπαίδεια ή την αλφαβήτα 

των χρωμάτων

Κόκκινο για τα μάγουλα 

που συνήθισαν να μένουν ωχρά 

στα μεγάλα ψέματα 

Κίτρινο για τη λιποθυμιά  που αφήνει 

το κυνηγητό του άγχους στο μικρό τους στήθος 

Μπλε γιατί με το που βλέπουν ουρανό 

τα μάτια τους ξεβάφουν 

Άσπρο για τα δόντια που τους πέφτουν 

μασουλώντας καραμέλες από φρίκη  

Μαύρο για το παραμύθι 

που έσκισε από μόνο του 

το ευτυχισμένο τέλος 

 Í

Ο  ποιητής

Σε ονομάζω συνοικισμό των αστέγων

Μέσα απ’τη ρυμοτομία των άστρων

Ξέρεις να μην κατοικείσαι

Να πλαγιάζει πάνω σου όλο το τραγούδι

Όλος ο ιδρώτας του χιονιού 

Οι τραμπάλες σε αφήνουν στον αέρα

Αναποφάσιστο μαχαίρι

Με την κόψη ή με τη θήκη;

Με το σύννεφο ή με το τσιμέντο;

Αιωρείσαι  σαν παράσιτο

στα κύματα του ραδιοφώνου πάνω από την πόλη

Απολείπειν ο εαυτός το αιώνιον

Μπαίνοντας μες στο φθινόπωρο

που περπατάει σκυφτό

με τη μαγκούρα του στα καλντερίμια

Πώς χωράει τόσος ουρανός

σε λίγα κυβικά κρανίου

Τόση μοναξιά σε τόσο

κοσμογυρισμένα μάτια !

Σε ονομάζω χορευτή μέσα σε θρήνο

ή  θρηνωδό σε γάμους των αστέγων

Τα όρια του άρτου μας  

είναι τα όρια ταχύτητας που σπάει

η  ελευθερία σου

Με μια παλάμη τρόμου

μας   χειροκροτάς

μέσα στα πιο ωραία μας ανέκδοτα

Í

 Το αδιάβροχο

Με τέτοιο   υπερπληθυσμό

νεκρών ψυχών

ανάμεσα στα σύννεφα

κατόπιν εκατό

και βάλε αιώνων

Θα ήταν συνετό

όταν βρέχει

Να φοράω αδιάβροχο

να μη με πιτσιλάει

Χωρίς συναίνεση

αυτός ο  θάνατος

ο εξ ουρανού

Í

Ο  φόβος 

Μόλις  μυριστεί  ανοιχτή πόρτα 

μπαίνει  άοσμος

βγάζει  τα   πόδια  του στο χαλάκι  

να μη μείνουν  ίχνη

και με  ένα  σάλτο  αράζει 

στον  μεγάλο  καναπέ

Έπειτα  φτάνουν με   πετσέτες  

μοσχοσάπουνο  

και λεκάνες  με  νερό

ανήλικοι   στοχασμοί

που  τους  πλένει τα πόδια

Κύριε  σύ  μου  νίπτεις τους πόδας;

Δεν είδατε ;  Δε  μάθατε;  

Ο  πόλεμος  αρχίζει  με  τα  κανόνια   του  έρωτα 

πρώτα  ανακωχή   με  το   αντίπαλο  αίμα

κι  έπειτα   πυρ   ομαδόν 

στο   ψαχνό   που  ψάχνει 

τον  μεγάλο    γητευτή του 

Ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ' ἐμοῦ.


Í

Ο  εξωγήινος

Σε  περιμένουμε   χωρίς   μεγάλες πλέον  προσδοκίες 
έτοιμα   τα  γεννοφάσκια
έτοιμη  η   ρώγα  που  θα   θηλάσει
έτοιμος  ο   πόνος   έτοιμα   τα ουρλιαχτά
Σε  τέτοια  γέννα  δεν υπάρχουν κόλπα  αναπνοής
Αν δε μας  γδάρει  το ζώο   δε   θα  ματώσει  η ζωή

Περιμένουμε σηκωμένοι ανάλαφρα  στις  μύτες  μιας ερώτησης
σε  μαρτυρούν  στρωμένα βάγια  στις  πλατείες 
ο  ουρανός  συγυρισμένος 

τα  άστρα στην καλή   τροχιά  τους
δυο παιδιά  που  κρέμασαν το  καλώς  όρισες  στα  όνειρά  τους
δεκατρείς  γενιές  σκοτάδι    που  βολτάρει  μέσα μας
κι αντί για  γλίτσα   βγάζει   αρετή

Ας  ανταλλάξουμε  πολιτισμούς
Θα  σου  χαρίσω  πόλεμο θα  μου χαρίσεις  ένα λεξικό 
που   μεταφράζει   τις   οβίδες  σε  γαλήνη
τα   εννέα  ρίχτερ σε   απαλή τραμπάλα
ει  ωωωπ  ει  ωωωπ  

μια  στον πάτο  μια  στον αφρό
βασιλιάς σε  ουτιδανούς  και  ουτιδανός  σε  δεσποτάδες

Περιμένουμε   
ή   ψιχάλα     ή  μετεωρίτης  πέσε 

γιόρτασε  το βάρος  της  ευθύνης  
σκάψε ουρανό  στα μέρη  του  μυαλού   
που    κάνουν  σχήμα  βράχου  πέσε 
κατευθείαν   στο  κέντρο της   οδύνης
δίχως αλεξίπτωτα
μηχανικά   φτερά  ή  τέτοιες  μαγγανείες
πέσε   ολόισιος  δριμύς με δέρμα  και με κόκκαλα
ένας   αληθινός  σακάτης   της αλήθειας 
  

Σε   περιμένουμε
Ποιος  μίλησε   για  σταύρωσον   αυτόν;
Ποιος   για   καινά   δαιμόνια;
Ποιος  για  μαγικό  συκώτι;

Με το  ηλιοβασίλεμα   μισό  με   την  ανατολή  γεμάτο
φτου   ξανά  κι  απ'την  αρχή
Να  μη  σου  αξίζει ούτε ένας  θάνατος με ουσία;
Σε   περιμένουμε
Το  νέο  μας εργαλείο βασανισμού
είναι  η  αγάπη

Í

Ο ορειβάτης 

Όποιος  τραβάει  την  ανηφόρα  για τα  ύψη  ενός  βιβλίου 
ας   χορτάσει   πρώτα  οξυγόνο από  τα  βάθη  της  γραφής  του


Í


Ο διαρρήκτης 

Με  συνδετήρα ή  με   κατσαβίδι

στίχος   εγώ , φορώ  μαντίλι 

να  φαίνονται  μονάχα  τα  θαυμαστικά  μου

Ώρες  πασχίζω  δειλά  τραυλίζω 

τον τοίχο  οργώνω συχνά   ιδρώνω

να ανοίξω  μια  θύμηση να  κλέψω την ποίηση 

πλάκες  χρυσάφι  βαριές ιδέες 

έστω  ένα  κέρμα να  κουδουνίζει

δικαίωση  κόλπων   για  την τιμή  των όπλων

προτού   χτυπήσει  συναγερμός 

προτού  μου βάλει  

χειροπέδες   το φως



Í

Ποιητική  βραδιά

 Μιλάει   συνέχεια  ο  άνθρωπος  με το μικρόφωνο

ένας  σωρός  από   χείλια

μισός   πρόσωπο και  μισός  μουντζούρα

που το ένα  μισό  τραβάει μαχαίρι στο άλλο

ο άνθρωπος με το μικρόφωνο

ίδιος  βεντέτα    χωρίς    το  πτώμα

λιγοστεύει σε ύφος κι αφθονεί  σε χείλια 

που   καταπίνουν  μάτια, ζάρες ,ζυγωματικά , βρισιές ,απωθημένα

Είναι    μια  πόλη  γεννημένη από αναρχία

κύκλος   από   συνεχόμενες   ευθείες

Κάτω  από  τα  χείλια

πιο   νεκρός  κι από  νεκρό

Ανοίγει  λόγια  κι  απ'τα λόγια ανοίγουν σαλιγκάρια

πέφτει  το  καβούκι  γντουπ

και  σουλατσάρει    χάος

Ποιος  ειρμός  και  ποια  ειμαρμένη;

που   αν η φλυαρία  είχε  αυτιά

θα  βούλωναν  απ' την οδύνη

Í


Εν τη ερήμω

Έζησα  τη φωνή  μου 

κρεμασμένη  πάντα

στο  ψηλότερο  κατάρτι

της  ταπείνωσης

Έδωσα πήρα περιφρόνηση 

αλλά  πάντα 

ένας πελώριος μαγνήτης

τράβαγε  κοντά του  

τις σιωπές μου  

και  τις άνθιζε

Και  τώρα  ήσυχος 

μπορώ να βγω  απ'το σκηνικό 

Αφήνω  τη δικαίωση 

για  κείνους 

που  κοιλοπονούν γεράματα 

Εγώ κι αμίλητος  ακόμη 

θα  μιλώ  τα  πράγματα 

στην εφηβεία


Í

Παιδομάζωμα

Προτού   περάσει   εκείνος  

ο   φοβερός   στοχασμός

και   μαζέψει  

όσα  ρωμαλέα     αισθήματα

γεννιούνται

να   τα   κάμει   γενίτσαρους 

ας  ντύσω με  ό,τι  θηλυκό

υπάρχει 

με  φουστάνια   και  κραγιόνια 

το   μυαλό   και   την  καρδιά  μου

Ίσως  έτσι να    σωθούν

απ'την  αλλοφροσύνη

Í


Η εγγύηση

Το μόνο που μπορώ να εγγυηθώ

σε τέτοιες ώρες υπερχείλισης των αισθημάτων

όπου σφίγγει ο κόμπος

σε σημείο πνιγμού

είναι ένα κοίταγμα βαθιά στο βλέμμα

με τα μάτια ενός ανακριτή

που αφήνει με σαρδόνια τακτική

το θύμα της ανάκρισης να λογαριάζει

ότι προσπέρασε την κόλαση

χωρίς να κάψει ούτε ένα χιλιοστό

απ' τα  γαλαζοαίματα όνειρά του

Í


Αδημονία

Αν εκτοξεύαμε τα κόκκαλα όλων των νεκρών της γης

στο υπερπέρα

Μπορεί ο Άδης να έπαιρνε το σχήμα ενός πλανήτη

Για να μπορούμε έτσι  να ελπίζουμε μια μέρα

Πως η ζωή θα συνεχίζονταν Εκεί   

και σαν το Σταγειρίτη

Θα ψάχναμε το τέλος των πραγμάτων σε άλλο τέλος

Θα έπαιρναν αληθινά οστά οι μεταθανάτιες εμμονές μας

σε έναν νέο αιώνα

Μπορεί και να χανόμασταν όπως ο Οθέλλος

Από τη ζήλεια για μια ψόφια  Δυσδαιμόνα

Í

Αποχαιρετισμός

Φεύγω  πλήρης μοναξιάς

που  μόνο αυτή

με ερμήνευσε 

στα αληθινά

αλλά και  πλήρης 

ευθύνης

που  δεν τόλμησα

να ξεκλειδώσω

αυτό το  στήθος

να ξεδιπλωθεί

κορδέλα

η ζαρωμένη   ουσία

ο  χρυσός που  τύφλωνε

χωρίς  να λάμπει






 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίμνερμος " τίς δὲ βίος..." Απόδοση από τον Κώστα Τσιαχρή

  τίς δὲ βίος, τί δὲ τερπνὸν ἄτερ χρυσῆς Ἀφροδίτης;           τεθναίην, ὅτε μοι μηκέτι ταῦτα μέλοι, κρυπταδίη φιλότης καὶ μείλιχα δῶρα καὶ ε...