2. Μικρός Ερωτικός
3. Θαλασσογραφία
4. Αντιγραφή
5. Περί ανέμων …και θυμάτων
6. Περί Σαδουκκαίων
7. Φοβού τους Δαναούς
8. Σκηνοθεσία ατυχήματος
9. Η μπαλάντα των αρτιμελών ποιητών
10. Οι επιβάτες
11. Τα τέρατα γκρεμίζονται με φως
12. Ο τρομοκράτης
13. Παραλλαγές πάνω στο μοτίβο μιας λέξης
14. Η κρεμάλα
15. Μετά τη γλυπτική
16. Λευκόνοικο
17. Ασυγχύτως , ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως
18. Τοξικομανείς στίχοι
19. Κατά των Τσε Γκεβάρα
20. Που;
21. Κατολίσθηση
22. Επιληψία
23. Αδαμιαία περιβολή
24. O φύλακας
25. Ο κυνηγός
26. Νηπενθές
27. Ανά χείρας
28. Εκλείψεις
29. Αλεξανδρούπολη
29. Ενθάδε κείται
Καρυάτιδα
κι ας με τρυπάει από τα μάτια ως τον ύπνο
αυτή η αποχή
Δε ζευγαρώνω αδιάντροπα μ’ άλλους τουρίστες
Έφτασε ο χρόνος κατεβαίνω απ’ τις ευθύνες
Αν λίγο έμεινα το δροσερό κορίτσι
θα πετάξω αυτά τα μάρμαρα απ’ τα στήθια μου
θα φτύσω το λευκό
θα κοιμηθώ το μαύρο
Και θα’ ρθει -το φωνάζει- οργασμός
Με μια γροθιά στο ακίνητο θα ξεχυθώ
και θα λερώσω με το σπέρμα
ωραίων αγοριών
χιλιάδες μέρες έξω απ’ το γυμνό\
Í
Μικρός Ερωτικός
με το ύφος των θηρίων
με το μαντήλι ανέμελα στην τσέπη
με εξαιρέσεις
Πάντοτε σαν άγγελος
που τα φτερά φυτρώνουν στο όνειρό του
Χτυπώ τις πόρτες των αμαρτωλών
και με καλωσορίζουν οι αμαρτίες
που άλλοι πρόφτασαν να ζήσουν
αγαπώ
και λέω την ποίηση πνιγμό
που παίρνει φόρα από την άβυσσο
ως τα πέριορα του πόθου
αγαπώ
σε μια διάλεκτο που πλάθουν
τ’ αστέρια
σε κάτι κρυψώνες μέσα στα λόγια των παιδιών
αθόρυβα και ύπουλα
για να σκεπάζονται οι εστίες της φωτιάς
για να φαντάζει το πυράκτωμα βολτούλα στη βροχή
αγαπώ
με μια γεωμετρία που ακυρώνει κάθε σχήμα
μ’ ένα σώμα κάθετο οριζόντιο επικλινές
κάτω απ’το βάρος μιας εκδίκησης
για όσα χάδια σκόνταψαν στο χέρι της μητέρας
αγαπώ
με παρωπίδες
με ηλεκτροφόρα σύρματα
τριγύρω από τα μπράτσα
με δόκανα ή αθέατες καταπαχτές
για όσους αφελείς
αγαπώ
και λέω ευτυχώς που ο Θεός
έφτυσε λίγο ουρανό
για να’ χουν να ακουμπήσουν κάπου
οι συννεφιές μας
Θαλασσογραφία
Πάνω που πήρα χρώματα απ'το χάος
να με ζωγραφίσω
στάθηκα
Αντιδρούσε το πινέλο
Δεν ήταν κάτι για να μείνει
Άλλαζε συνέχεια το πορτρέτο
απλωνόταν
έπιανε το μέρος της στεριάς
Μα εγώ ήμουν θάλασσα
Έπεφταν από τις τσέπες μου ναυάγια
Κυμάτιζα
κι ούτε για μια στιγμή δεν έμεινα
να ισορροπήσω
πάνω στις μπογιές μου
Í
Αντιγραφή
Είναι
παράξενο
τρομακτικά
παράξενο
Αυτή
η πλατεία
με
τα πρεζόνια και τις πεταμένες σύριγγες
αποστηθίζει
βρώμα
κι
απαγγέλλει ουρανό
Μα
όταν αρχίζει να αντιγράφει
κουτοπόνηρα
απ'
το τετράδιο των ονείρων
επιτηρητές
την παίρνουν μυρωδιά
οι
κόρνες των αυτοκινήτων
Μηδενίζουνε την κόλλα της
Í
Περί ανέμων...και
θυμάτων
Φυσάει όλο το
απόγευμα
αυτή η μοναξιά
κουράστηκαν τα δέντρα να την τραγουδάνε
μ' εκείνο το μονότονο ββββ
δε λέει να κοπάσει
Έρχεται από μακρινούς ασκούς
από τις πρώτες λάσπες που έχτισαν τον άνθρωπο
από το πλευρό που λυπήθηκε να σπαράξει ο
Θεός
δύναμη παραδομένη άνευ όρων
σε άλλη δύναμη
όμοια με κλάμα πεινασμένου ζώου
φυσάει με χτύπους πάνω στις κορνίζες
ξεριζώνει πρόσωπα που υπήρξαν
κάποτε και κάπως
καταστρέφει ενθύμια πόθου
με μανία απατημένης συζύγου
Περί Σαδδουκαίων
Αγαπούληδες ποιητές
αγαπούλες μου ποιήτριες
τα μπαλκόνια έπεσαν
και δεν είναι χώρος εδώ
να ξαποστάσουν τα φτερά σας
τα πατώματα σαρώθηκαν
δεν έχει ψίχουλα εδώ
τσιμπολογήστε ποίηση αλλού
σε αποστειρωμένα βιβλιοπωλεία
σε προθήκες με λαμπιόνια
κάπου θα χωράει ένα περίσσιο όνομα
με κεφαλαία ή με μικρά
κάπου θα χωράει ένας τρόπος
να σιγήσουν οι ανίδεοι
για να λάμψει η αρετή σας
Αφού απόμεινε γεροντοκόρη η ποίηση
και πίνει τσάι σε φιλανθρωπικά γκαλά
διοπτροφόρος αναγνώστρια των παθών μας
-μα τι εξαίσια γραφή
-οι στίχοι αυτοί αγγίζουν την καρδιά του λυρισμού
-υπάρχει μια αισθαντικότητα μέσα σε τόσο κυνισμό
Αισθαντικότητα. Με άλλα λόγια απόδραση
σε τόπους όπου φέγγει η φλυαρία
λέξεις επί λέξεων πρόβατα επί σφαγή
όταν ο θύτης έχει αφήσει το μαχαίρι
σε άλλες εποχές
σε χρόνια όπου έβγαζε αγαπούλες μου
μια εφηβεία η σκέψη
Φοβού τους Δαναούς
Αγοράστηκε στην Ασωμάτων
σε μια εποχή μεγάλης συντριβής
καθώς ακούγονταν στο σώμα
εκρήξεις μοναξιάς
και το παράθυρο έμοιαζε ταξίδι
Ακόμη ανέγγιχτο
όπως στην πρώτη εκείνη αγρυπνία προς τιμήν του
Ακόμη αστραφτερό
Ρίχνει ένα φως που γράφει ελιγμούς
στα μάτια και στην αναπόληση
Ένα τετράγωνο κυματιστό κομμάτι τέχνη
Αγοράστηκε σαν ανταπόδοση ενός αδέξιου πάθους
που έμελλε να το ρουφήξει ο χρόνος
να το αφυδατώσει
για να κείτεται αποτύπωμα παλιάς δροσιάς
σε τώρα διψασμένο στόμα
Αντίγραφο μεγάλης τέχνης
Φέρνει απάνω δαχτυλιές από ένα μέλλον
που το ρίξαμε στην άκρη των ελπίδων μας
και μεγαλώνει σαν παράσιτο
τραβώντας νεύρο από την ίδια του την περιφρόνηση
Αλλά δε βαριέσαι
Ποιος δίνει σημασία σε πυξίδες
όταν έχει εμπρός του τις ακτές;
Και τέλος πάντων τώρα πια
αυτό το αριστούργημα διακόπτει απλώς
τη σκόνη που θρονιάστηκε
για τα καλά στο πρόσωπό μας
Σκηνοθεσία ατυχήματος
Κόβω τα φρένα απ’τις ιδέες μου
για να τρακάρουν
όσο φονικά μπορούν
με την αλήθεια
Μετά το ατύχημα
θα τρέξω
θα καλέσω ασθενοφόρο
την Τροχαία
Εμπειρογνώμονες
Αυτόπτες μάρτυρες
Θα αναζητούν τον οδηγό
Θα κάνω πως δεν ξέρω
Πότε πέρασαν για τελευταία φορά
Από ΚΤΕΟ
[Κέντρο τεχνικού ελέγχου οραμάτων] ;
Ψάξτε το βιβλιαράκι με τα σέρβις
Φύγετε παρακαλώ απομακρυνθείτε
Έχουμε νεκρό
Τι πανδαιμόνιο Θε μου !
Μήπως τελικά
ήταν όλο σκηνοθετημένο;
Δείτε αυτές δεν είναι ιδέες
σκοτωμένες
Είναι ποιήματα
που παριστάνουν πτώματα
για να γλιτώσουνε το πρόστιμο
για οδήγηση
υπό την επήρεια αλκοόλ
Η μπαλάντα των αρτιμελών ποιητών
Αφού δεν έχετε μια τοση δα αναπηρία
να γράφετε ας πούμε με ουρανό
χωμένο στα μανίκια
δίχως χέρια μήτε αφή
δεν είστε ευπρόσδεκτοι σ’ αυτή την κάστα
Αυτό που πρέπει
τη λαχτάρα του αναγνώστη
δεν την ακουμπάτε μ’επιφώνημα βαθύ
Αν όμως ίσως λέγατε ευφράδειες
με κομμένη γλώσσα ;
Αν κάποιο τικ μπορούσε
να τραντάξει τα οστά σας
κλείδες γνάθους ή ταρσούς ;
Αν τρέλαιναν την ακοή σας
ντεσιμπέλ μιας άλλης νοημοσύνης
ένα σκάψιμο ως τα έγκατα
του ψεύδους ή έστω του ονείρου ;
Εις μάτην
Τη θλιβερή σας αρτιμέλεια κρατήστε
Το πολύ να σας πετάξει κάποιο κέρμα
ένας φιλάνθρωπος σεισμός
και για λιγάκι
να φανεί ένα ρήγμα στη γραφή σας
Οι επιβάτες
Κακώς ζητάτε τίτλους και προνόμια
Σε τούτο το χαρτί
είστε μόνο επιβάτες
θυμηθείτε
εύκολα το ταξίδι
σας πετάει
από τη ράχη του
όποτε νομίσει
Καλύτερα να βάζετε
μες στις βαλίτσες
τ’ απαραίτητα
Τρεις μόνο αλλαξιές
Μια πρόχειρη για μεροκάματα
που αφήσατε στην
ποίηση μισά
Μια σπορ
για τον αγώνα δρόμου με τους
στίχους
Μια τελευταία
επίσημη
για τα λεπτά που η γέννα θα ρετάρει
Παραμονεύει πάντα,
βλέπετε, ο σταθμός
Εσείς θα μένετε, τα
λόγια σας θα περπατούν
Και θα’ ναι
μία αίσθηση περίφημη αυτή
ν’ αλλάζουν στα
μολύβια οι εποχές
ενώ το πλάτος και
το μήκος τους
έτσι νομίσατε
καθόταν ξέγνοιαστα
σ’ έναν αιώνιο
Ισημερινό
Í
Τα
τέρατα γκρεμίζονται με φως
και σπρώχνει τη ζωή μας ένα αλλιώς
ίσως να μην το λογαριάσαμε
τα τέρατα γκρεμίζονται με φως
Ν’ ανοίγουν τα παράθυρα
να μπαίνει μέσα χρώμα
να περπατούν τα ποιήματα
απ’ την καρδιά στο στόμα
Εδώ που ρίχνουν μαύρο στην ελπίδα
και σημαδεύουν στο κεφάλι μας το γέλιο
εδώ που μεγαλώνει η ρυτίδα
τα τέρατα γκρεμίζονται με ήλιο
Ν’ ανοίγουν τα ματόκλαδα
να μπαίνουν μέσα στίχοι
με μια μικρή αναπνοή
να πέφτουνε τα τείχη
Í
Ο τρομοκράτης
Ναʼ ρθει μια μέρα
που θα ζωθώ με
στίχους
σʼ ένα μεγάλο δρόμο
με πολλούς ανθρώπους
Θαʼ χει φωνές
και γέλια και
μαλάματα
Θα λάμπουν ήλιοι τα
γράμματα
μέσα στο ποίημα
και θα χάνονται οι
κανόνες
Και να τραβήξω το
κορδόνι
ξαφνικά
Πάνω στην έξαψη της
πλήξης
Εγώ ταιριάζω μοναχά
με τις εκρήξεις
Χίλια κομμάτια
θα χαθούν τα μέτρα
Ίαμβοι και τροχαίοι
θα γίνουν κρότοι
κολασμένα
κουδουνάκια
και θα τρομάζουν
τα φιλήσυχα
ανθρωπάκια
Ε ναι λοιπόν η
ποίηση
μια πράξη απελπισίας
Παραλλαγές πάνω στο μοτίβο μιας λέξης
Σα φύλο / Σα σπέρμα
που το σήκωσε / που το τίναξε
η έμπνευση / η έμπνευση
μέσα στα πόδια μου / μέσα στα χέρια μου
χορεύεις / γυαλίζεις
παιχνιδιάρα λέξη / παιχνιδιάρα λέξη
και μόλις πάω / Ύστερα πέφτεις
να σε χαιδέψω / και θρηνείς
απότομα γυρίζεις / στο πάτωμα
μου δαγκώνεις
το μυαλό
γιατί σου στέρησα
τη μια σου ευκαιρία / τη μια σου δυνατότητα
να μπεις στο[ν] κόλπο / να γίνεις Ποίηση
Η
κρεμάλα
Βάζω τα
γράμματα
Σε μια σειρά
Μου βγαίνουν άλλα
Εγώ
κι εσύ
και η φωτιά
Σε μια ζωή χωρίς ζωή
Να παίζουμε κρεμάλα
-Πρώτα
το Ζήτα
-Θα καείς
Σου βάζω το κεφάλι
Ξεκίνα απ' τα φωνήεντα
Τα σπίρτα βγαίνουν πάλι
Σε τούτο
το στερέωμα
Ποιός παίρνει και Ποιός δίνει
Και Ποιός μονάχος του
θα κρεμεστεί
Σου ρίχνω τη βενζίνη
Κι αν
βρεις τη λέξη
Κράτα τη
Στα δόντια σου με μένος
Όταν δε θα'χει διαφορά
Δήμιος ή κρεμασμένος
Í
Μετά τη γλυπτική
Βγαίνει
από αγάλματα
Του ψιθυρίζω κάτι τόσης ομορφιάς
Ή μήπως σκόνης; Διάλεξε
Του αφήνω τις ρυτίδες
να χαλάσουν τη μορφή
Το ξέρω -τόσα χρόνια μάρμαρο
στα πόδια του
είναι δύσκολο να περπατάει
από το ένα σχήμα στα πολλά
Θα φέρεται με το γυμνό των αγαλμάτων
Θα παραπατάει
Κανένα δέος
Θα σβήνουν γρήγορα οι φωνές των ξεναγών
οι επιγραφές που αδιάντροπα
προδίδουν ηλικίες
Βγαίνει από αγάλματα
Από το σώμα του περνά
ένα μήνυμα
που λέει "φεύγω"
Φεύγει σ'ένα νέο υλικό
Κι αφήνει σπλάχνικά
για το καλό της τέχνης
στο βιβλίο επισκεπτών
σε κάθε αράδα εαυτού
να υπογράφει το κενό
Καταλαβαίνεις τώρα
πόση περιπέτεια
κρύβει η ανθρωπιά
Λευκόνοικο
Εδώ το
βάθος
κλέβει από την επιφάνεια
Κυλιούνται σπίτια στον ασβέστη
Αφανίζονται οι ρωγμές τους
Ανεβαίνει ένα ερώτημα
στους τοίχους
"Muss es sein?"
με το κουαρτέτο
του Μπετόβεν
Κάθεται στη θέση
του καθρέφτη
κι ίσως φταίει το φως
που πέφτει
κι ανακρίνει
Γιατί τα χώματα γυρνούν σελίδες;
Γιατί να κανονίζουν το καφέ
το γαλανό το πράσινο αλλιώς;
Εδώ δεν προλαβαίνει το μελάνι
να καρφώσει λέξεις
Μόνο οι γλώσσες που μετρούν
"Σε πόσα στόματα χωράμε;"
Μόνο τα στόματα που ταλαντεύονται
"Ποια γλώσσα θ' απομείνει;"
Και κάτω απ'το φεγγάρι
το ρηγόπουλο της Κύπρου
με το κράνος και τη ζωγραφιά του σέρνει
τον Έρωτα δεμένο πίσω από τ' αμάξι
Φορτώνει στίχους απ' τον Ερωτόκριτο
Ασημένια γράμματα
που τρίβουν το σκοτάδι
και πετάει σπίθες
Εδώ ας σταθούμε
κι ας σου μάθω τη φωτιά
μαζί μου να την καις να την αγγίζεις
Κι ας σου βγαίνουν
απ' τα δάχτυλα
καινούργιες μέρες
Ασυγχύτως , ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως
Αναγνώστη, σκοτεινό μου σπλάχνο
Δεν είναι πια καιρός για
ν΄αναμετρηθούμε
κι ας υπάρχουν εκεί έξω τόσοι
που ζητούν το χαλασμό
που επευφημούν το πέρασμα του
κονταριού
από το στόμα ως τον αυχένα
Ο σώζων διχασμόν σωθήτω
Αλλά και πάλι πώς θα φορτωθώ εγώ
δικές σου ρήτρες, λάθη και προτάγματα
που ολοένα και μικραίνουν πέφτουν
όρια
πέφτουν επικράτειες
και μόνο αν δω τα αργύρια της προδοσίας
πεταμένα
θα μερώσουν οι πληγές απ' τα καρφιά
σου;
Και έσονται εις σάρκαν μίαν...
Πολύ ωραία! Και ποιος μας
εγγυάται συνουσία
που όλα σου τα κύτταρα αντιγράφουν τον
Ιούδα
λες και πρέπει ένα φιλί να είναι
πάντα αιρετικό
να παραδίδει το σπουργίτι στους
φονιάδες ;
Γύρνα το καθρεφτάκι
για να δει το αίμα σου
ποιος είσαι ανάποδα και να σε μάθει
Αναγνώστη, σκοτεινό μου σπλάχνο
Η φύση μου είναι φύση μέσα σου
αποκαμωμένη
Σα να περπάταγες για ώρα
μες στις λέξεις
κι οι μεταφορές τους σου έβαλαν
τρικλοποδιά
Δεν έχει σημασία που όλα γύρω
προμηνύουν διχασμό
Ο σώζων διχασμόν
σωθήτω
Εμείς ας προσποιούμαστε μια φύση
αχώριστη
που μόνο το άγραφο θα την ξεκάνει
Τοξικομανείς στίχοι
Οι στίχοι είναι πρεζόνια
Κουνάνε πίσω από το
συρματόπλεγμα
χαρτονομίσματα
Στα μάτια τους οι μαύροι κύκλοι
ζωγραφίζουν ίλιγγο
Καρφώνουν στις τομές τους σύριγγες
Στην όγδοη συλλαβή την έκσταση
Ένας Αχέροντας
το αίμα τους
Λέξη με λέξη κατεβάζει ερημιές
Δόση με δόση ανεβάζει γαλαξίες
Και πλέει
βαποράκι καλοτάξιδο
Ένα νόημα
με σημαία του το μαύρο
Κατά των Τσε Γκεβάρα
Έψαχνε
για σώμα ή για
σκέψη ή για νεύρα
Αλλά η στολή
ήταν κούφια
Κάτω από
το κράνος
Τίποτα
Πίσω απ’ το
αλεξίσφαιρο γιλέκο
Γυάλιζε μονάχα ένα
γκλομπ
Αρκεί αυτό
, σκεφτόταν , δε βαριέσαι
Κάτι
στέρεο χειροπιαστό
Για
να χτυπάει
τα ταραχοποιά στοιχεία
του
πνεύματός μου
Με
σπασμένες μύτες
Ραγισμένα κόκκαλα
Σφαδάζοντας από τους
πόνους
Κουμαντάρονται
Και
κάπως πείθονται
για
το άτοπο της ανταρσίας
οι επίδοξοι Γκεβάρα
Κι
απ’ τον ήχο μόνο
Κι απ’
την όψη τη μεταλλική
πετάγεται
όρθιος στα μάτια τους
ο φόβος
Πριν
από τον πόνο ή πριν
απ’
την απάτη που ονομάζεται
ελπίδα
Που;
Που
να μιλήσεις τώρα για μπαρκάρισμα
που πια
είναι βέβαιο
θα
βουλιάξει το καράβι
Που
κυκλώνεται από τρομερά νερά
Σειρήνες
κάτω από παγόβουνα
Που εσύ
θα
προτιμούσες μια αυτο-ύπνωση
μια δοκιμή
πνιγμού των πάντων μες στα χέρια σου
Προτού αγγίξουν
ή αγγιχτούν
Που
πόσο πια να μεγαλώσεις
Που
κάθε δευτερόλεπτο
κονταίνει το
πάθος σου
Που
γίνεται μια βίδα
Που τη
γυρνάνε χιλιάδες χέρια
Και δε
βιδώνεται πουθενά
Που
ακουμπάει μια ψόφια άνοιξη
Που ήδη χειμωνιάζει
στην
ηλιόλουστη μεριά σου
Που
αντί να σε φοβάται ο θάνατος
σε
θανατώνει ο φόβος σου ;
Κατολίσθηση
Έτσι άπειρος
που είναι
από κατρακύλισμα
Ικέτεψε τον έρωτα
να τον πετάξει
στους γκρεμούς του
Και τον
πέταξε
Μάτια λοξά
των βράχων
τώρα
τον κοιτάζουν
στρέφουν καταπάνω
του
τη σκοτεινιά
τους
με τη
στοργή που δείχνει
ο
πόνος προς τον άρρωστο
Α πάλι κόκκινα λοιπόν
-το βλέπει
καθαρά-
εν τέλει
κόκκινα
τα δόντια
της αγάπης
Επιληψία
Ας μη γελιόμαστε
ή ταν ή επί τας
Με το που πέσει το
σκοτάδι
η παγίδα σου
ανοιχτή
το δόλωμα ιοβόλο
πρέπει να εξοντώσει
το αθέατο βάρος
ή εμένα
που τις νύχτες
ξεθαρρεύω
δένω τα κορδόνια
μου
σε περπατάω
ολοκορμίς
αφήνω σ' ό,τι
μοιάζεις
δαχτυλιές
απ' τη μορφή μου
ίδιος τρωκτικό
Να φοβάσαι μόνο
μήπως
κείνο το φεγγάρι
που ζωγράφισα
σχεδόν κεφαλοτύρι
μπει από ένστικτο
στη θέση του
δολώματος
Δεν εγγυώμαι τίποτε
για τα μετέπειτα
Ετοιμάσου για
σπασμούς
λιποθυμίες εν
συνειδήσει
κρίσεις σεληνιασμού
που κάτι τόσο
ελλειπτικά
ρομαντικό
σου αχρήστεψε
ολάκερη παγίδα
Í
Αδαμιαία περιβολή
ἐὰν
μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ἐὸν καὶ ἄπορον.
Ηράκλειτος
που το λένε άλλοι ελπίδα
και άλλοι οδύνη
θα βρεθεί κάποιος Άγιος
να του στήσει κάποτε δόκανο
να πιαστεί από τίμια χέρια;
Αλλά κάτι τρώει
και χορεύει πεντοζάλη στο μυαλό του Αδάμ
Είναι το πρώτο σπέρμα
ο πρώτος λόγος
που έκοψε από τη νεφραμιά του η αγάπη
όταν εκείνος ορκιζόταν
ότι εν αρχή και εν τέλει ην η μοναξιά
Έτσι με το θράσος του πρωτόπλαστου
ή με τη στολή αστροναύτη
χολωμένος απ'τη λάσπη
που δε φόρεσε ποτέ τα καλά της
να μοιάσει Ήλιος
κυνηγάει έναν εξωγήινο πόθο
Πιο άυλο από τον Παράδεισο
πιο γήινο από τη γη
πιο γυμνό από το δέρμα
κι ας κρύβει ολάκερη μοσχοβολιά
το φυλλαράκι του
Έτσι κι ανασηκώσει κάποιος το φυλλαράκι τι θαύμα
κάνει τσακωτό το Άγιο Πνεύμα
με τα πονηρά των πονηρών
Í
Ο φύλακας
Δεν έχει άλλο
ψαχνό η ομορφιά
παρακάτω αρχίζει κόκκαλο
Μεταμορφώσου επομένως σε σκυλί
με δυνατά σαγόνια
περιμένοντας υπάκουο στη
γωνιά
να λάβεις έπαθλο
για την αδιάκοπη
υπεράσπισή της
απ' τους λύκους
Αλλά μην ξεχαστείς
πασχίζοντας να φτάσεις στο
μεδούλι
Το λουρί είναι
εκεί
Δε θα σου δώσουν κιόλας
λευτεριά
για λίγο κόκκαλο
που κράτησες
στα δόντια
Í
O κυνηγός
Βαρύ καθήκον
να θυμίζεις στον λέοντα
ότι έχουν κι άλλοι μερτικό
στο κυνήγι
ότι ζητάει
και άλλων
ταπεινότερων θηρίων
η ανάσα
αίμα
Ακόμη όμως
βαρύτερο
ότι τα
σκάγια του άλλου κυνηγού
δεν κάνουν γκελ
σε βασιλιάδες
ότι κάθε
σκήπτρο
γίνεται υπηρέτης
άλλου σκήπτρου
ότι δεν
είναι ο μόνος κυνηγός
στη ζούγκλα
Κι ας
είναι βουτηγμένα
τα σαγόνια
του στο γεύμα
Κι ας
έχει νύχια
που τρυπούν
τη
σκέψη
πέρα
ως πέρα
Í
Νηπενθές
Όποτε
γράφω με τον θάνατο στα χέρια
φοράω
στο πίσω μέρος του μυαλού
ζευγάρι
γάντια
για να μη λερώνεται η γραφή μου
από
την ένταση του μαύρου
Ώστε
με μια πανσέληνο από πένθος
καθαρός
από πληγές
να ξημερώνει νύχτα σε ό,τι γράφω
να
μερώνει ο χαμός
ρυτίδα
που μπαζώθηκε
απ'
το σκάψιμό της
στα
άδυτα
των πετρωμάτων
Í
Ανά χείρας
Φέρε μου τα χέρια σου
να ανοίξουμε τις παλάμες
να βολέψουμε στην απλωσιά τους
όλα τα χάδια
που ξέμαθαν από τη ζεστασιά
μιας χειραψίας
κι απομένουν κωμικά
σχεδόν σπασμένα μέλη
που τα κόλλησαν
αδέξια σε σκιάχτρο
για τον φόβο των αρπακτικών
Í
Εκλείψεις
Καμιά φορά
σαν ύστερα από έκλειψη
έβγαινες ήλιος
στο ταβάνι μου
σε πλήρη στύση
ακάθιστη φωτιά
Φούσκωνες το σκοτάδι
λαχανιάζοντας
ώσπου γινόταν
στρογγυλό
μπαλόνι ανάλαφρο
και χάνονταν
-δική του τώρα
έκλειψη-
από τη θλίψη μου
για λίγο
Í
Αλεξανδρούπολη
Έτσι
όπως αναβόσβηνε η λύπη στο λιμάνι
μας πήρε ένας αέρας στα φτερά του
Το δάκρυ έμοιαζε με ανθάκι από γεράνι
κι
ήταν Δεκέμβρης ξημερώματα Σαββάτου
Τι
φως χωρίς να φέγγει μας τρυπούσε
από
το στήθος ως την πλάτη με σπαθί
Απ’το
βαπόρι ένα χέρι χαιρετούσε
και
το ταξίδι κάθονταν σκυφτό στην κουπαστή
Βαλίτσες
άνοιγαν και κλείναν σα σελίδες
Ένας
βαστάζος διάβαζε τις αμαρτίες των άλλων
Τα
σύννεφα θυμίζαν πυραμίδες
κι
έβγαζε κάτι ηλεκτρικό το περιβάλλον
Α
πώς εσύ και πώς εγώ σε αυτή τη μουσική
ένας
τον άλλον κοίταε με ναυτία
Κι
όσο δυνάμωναν των γλάρων οι κρωγμοί
πλημμύριζαν
τα αυτιά μας Θε μου μελωδία
Í
Ενθάδε κείται
Ενθάδε
κειται
λέξη
ένδοξη
φανταχτερή
φτιαγμένη
για
να βασιλέψει
σε
κείμενα
σπουδαίων
ποιητών
να
κυριέψει
το
μυαλό
αναγνωστών.
Μα
γρήγορα
απεβίωσε
μόλις
στις
είκοσι
αναγνώσεις
και
τώρα
αναπαύεται
σε
περιθώριο
χλοερό
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου