Στήλη άλατος
Δημοσίευση στο http://www.poiein.gr/2016/02/14/ethooao-ooeantho-oothec-eaoio/
Παράξενα
που άνοιξε το δέρμα, όταν το ξυράφι ξέφυγε και σύρθηκε στο χέρι με δύναμη και
δεν πρόλαβες να δεις τίποτε! Μόνο που ένιωσες την εισβολή και μετά κοκκίνισαν
τα πάντα κι έμοιαζε το κομμένο δέρμα με συμπληγάδες που ανοιγόκλεισαν για λίγο
και σου έφεραν ένα τσούξιμο στο μυαλό και στην ανάσα. Και κράτησες σφιχτά το
λαβωμένο χέρι με μια πετσέτα που βρήκες πρόχειρη εκεί , στο δωμάτιο 15 του
ξενοδοχείου «Η Νεκρά Θάλασσα». Αλλά το αίμα πότιζε το πανί που ολοένα βάραινε
και δεν ήξερες πώς να το σταματήσεις. Και σου φάνηκε πως μια πορφύρα σε κύκλωνε
απ’ όλες τις μεριές και σ’ ανάγκαζε να χάνεις όλα τα άλλα χρώματα. Ήταν ωστόσο
αυτό που έκανε τον ταύρο μέσα σου να σηκώσει το κεφάλι και τα κέρατα, να χιμήξει
καταπάνω στην αμηχανία σου. Δεν είχες άλλο γιατρικό, μήτε οινόπνευμα μήτε στάλα
κάτουρο να ρίξεις πάνω στην πληγή. Μονάχα το χοντρό αλάτι που κουβαλούσες σα
φυλαχτό και στο τύλιγε η μάνα σου να το’ χεις πάντα μαζί σου «να κάνεις τους
εχθρούς σου του αλατιού». Ξεδίπλωσες με τρέμουλο το πουγκί κι έχωσες μέσα του
βιαστικά τα δάχτυλα ,ώσπου ένιωσες τους τραγανούς κρυστάλλους να κροταλίζουν
σιγανά. Έπειτα με το σχήμα της Αγια-Τριάδας έβγαλες τα δάχτυλα έξω φορτωμένα κι
ετοιμάστηκες γι’ αυτό που θα ‘ρθει. Άφησες να πέσει χάμω η πετσέτα- πρόχειρος
επίδεσμος, σα να ‘χε κόψει φόρα το αίμα ,αλλά η σάρκα ολάνοιχτη , ένας κρατήρας
που κάθε λίγο έφτυνε παχιά κόκκινη λάβα. Πάτησες τα δόντια τόσο που
παραμορφώθηκε το πρόσωπο. Και κίνησες το ράντισμα με την Αγια-Τριάδα.
Εκεί ήταν που κοκάλωσε για λίγο ο
χρόνος. Ίσα που πρόλαβες να δεις τους κόκκους του αλατιού ,αλλά τους είδες,
όπως έπεφταν σα χιόνι και βούιζαν στον ενδιάμεσο αέρα. Θυμήθηκες το
βομβαρδιστικό με τα γαλάζια φτερά, παιχνίδι που κληρονόμησες μετά το θάνατο του
αδελφού σου και το ‘βαζες τα βράδια να υψώνεται και να βομβαρδίζει τη θλίψη
σου. Μπουμ, η πρώτη έκρηξη κι έκανες πως χαιρόσουν. Λιγάκι μόνο ,για να μην
πάει χαμένη η πτήση. Κι εκείνο το βράδυ του Γενάρη που χιόνισε και στις τρεις
τα ξημερώματα σε σήκωσε ο θρήνος της μητέρας «Πέτροοοοο….» και τι να δεις που
μαύρο το σώμα του παιδιού, τα χέρια του , τα πόδια του, παραδομένα στους
σπασμούς. Μα γλίστραγε τόσο πολύ το παγωμένο χιόνι και τ’ αυτοκίνητο χωρίς
αλυσίδες. Και τι να κάνουμε τώρα; Τσίριζε η μάνα με απελπισία. Και ρίξατε τα
δυο τσουβάλια αλάτι στο δρομάκι της αυλής , για να πάτε να φωνάξετε τον κύριο
Οδυσσέα με το αγροτικό που είχε λέει λάστιχα παντός καιρού και στην ανάγκη
αλυσίδες…Το αλάτι έπεσε απαλά κι αισθάνθηκες την έκρηξη απ’ την πληγή να
μπαίνει ορμώντας στην καρδιά. Τινάχτηκες κι ένα κομμάτι πόνου σου ‘φερε
λιγοθυμιά στα μάτια. Τραβήχτηκε η κομμένη σάρκα προς τα μέσα και το πηγμένο
αίμα ανακατώθηκε με το αλάτι και σα να μαύρισε περισσότερο…Αλλά τι να σου κάνει
και το αλάτι ;Ήταν αργά. Χαμένο το παιδί, κρεμάστηκε η ψυχή του στ’ άστρα και
δεν πρόλαβες για τελευταία φορά ν’ ακούσεις το τραγούδι που έμαθε απ’ το
ραδιόφωνο και μ’ εκείνη τη σχεδόν κοριτσίστικη φωνούλα τραγουδούσε «Πάμε μια
βόλτα στο φεγγάρι».
Στην κηδεία πρόσεξες που η
θεία Μελπομένη έριχνε αλάτι πίσω της , δε ρώτησες γιατί, σε κυβερνούσανε τα
δάκρυα και δεν είχες το κουράγιο…Τώρα καίει η πληγή και ξέρεις, το ξυράφι
επίτηδες σου γλίστρησε. Ήταν για να μπει ένα τέλος. Μα η ζωή δε χύθηκε απ’ το
σώμα σου. Κρατήθηκε απ’ τις φλέβες με τα νύχια. Πάλεψες μαζί της. Άφησες το
αίμα αγριωπό κι απρόθυμο να σταματήσει. Και μόλις ένα βήμα πριν να του
παραδοθείς ολότελα και πέσεις στο κρεβάτι ακίνητος και χάσεις τις αισθήσεις
σου, σου φάνηκε πως χτύπησε στο μέρος της καρδιάς το φυλαχτό με το αλάτι. Το άλλο
χέρι δεν κρατήθηκε, έτρεξε να σώσει. Ξαφνικά μεγάλωσε ο δρόμος του θανάτου. Σου
φάνηκε πως έβγαζε ξανά στην ίδια αφετηρία, τρόμαξες…Μεγάλωνες κι εσύ , μα πάντα
το μυαλό σου έμπαινε επίμονα στο ίδιο σκηνικό: ένας μικρός γαμπρός με κούφιο
πρόσωπο , χαμένο μέσα στα χρυσάνθεμα και στο άσπρο ξύλο. Γυναίκες που έβαζαν
μες στη μακάβρια τούτη ζαρντινιέρα δώρα για τον ύπνο του νεκρού αδελφού και
βέβαια σακουλάκια με αλάτι , να ξορκίσουν τους δαιμόνους, μη μολύνουν την
ψυχούλα του παιδιού. Μεγάλωνες. Σκούριαζε μαζί σου και το βομβαρδιστικό με τα
γαλάζια φτερά. Κι ο μηχανισμός που έκανε τα φτερά του να μακραίνουν, χάλασε .
Καθόλου δε σε πτόησε αυτή η μικρή ανατροπή. Συνέχισες να κάνεις πτήσεις και να
βομβαρδίζεις κάθε βράδυ με ενοχές τα σωθικά σου. Γιατί δε θέλησε η μοίρα να
είσαι εσύ ο μικρός γαμπρός. Γιατί απόμειναν τα χέρια σου να χαϊδεύουν τη
φωτογραφία του με τ’ ασημένια καρφιά στην κορνίζα και την άλλη που δείχνει τον
κύκλο των παιδιών με τη θέση του Πέτρου άδεια κι εσένα με το μαντήλι , να
γυροφέρνεις δακρυσμένος και να τραγουδάς «αλάτι ψιλό , αλάτι χοντρό, έχασα τη
μάνα μου και πάω να τη βρω». Μεγάλωνες. Όλα γύρω σου μίκραιναν , έχαναν το
θάμπος τους και κατακάθονταν σα σκόνη πάνω στην ηλικία σου. Οι σπουδές σου
σκόνη. Ο γάμος σου σκόνη. Οι καλλιτεχνικές σου ανησυχίες σκόνη. Σκέπαζε απλώς
την επιλογή της εξόδου προς το μαύρο…
Και τώρα να που το αίμα στο κομμένο χέρι
μαύρισε εντελώς, σχεδόν ξεράθηκε και νιώθεις που φυτρώνει ένα πελώριο αγκάθι
πάνω στο δέρμα σου. Και σε τρυπάει σαν παρελθόν και σε βυθίζει εκεί , σ’ εκείνο
το βράδυ που γνώρισες τυχαία το Νέο Νόημα, έτσι ονόμασες το πρόσωπο αυτό ,και
σα να πέρασε ένα ξεσκονόπανο και είδες για πρώτη φορά τον άνθρωπο στο πρόσωπό
σου, την αγάπη να σε τραβάει από τον ώμο, να γυρίζεις έκπληκτος και να βγαίνουν
ανθάκια λεμονιάς και τρυφερά μάραθα πάνω στους τοίχους. Και παρόλο που το
σπέρμα έτρεξε , παρόλο που τα χείλη δαγκώθηκαν κι ανακατώθηκαν οι γλώσσες ,
παρόλο που τα χέρια ψηλάφισαν τη γύμνια μέχρι το τελευταίο καβούκι της, δεν
ήταν για να πατήσει σε δάφνες αυτός ο έρωτας. Αλλά για τρεις τουλάχιστον φορές
είδες τα Σόδομα να χτίζονται ξανά, μ’ εκείνον τον ανεπαίσθητο ήχο που ξεγελάει
την ακοή των άγουρων ανθρώπων και περνάνε τους χτύπους των μαστόρων για
μουσική. Γιατί μόνο μουσική άκουγες και δεν πρόσεξες καθόλου που μαζί με τους
χτίστες είχαν ήδη πάρει θέση στο περιθώριο και οι εμπρηστές. Αλλά όπως και να
ήταν, τα Σόδομα χτίστηκαν και θα τα κουβάλαγες μαζί σου για πολύ καιρό. Θα
έμπαιναν μέσα σ’ εκείνο το ευγενικό χαμόγελο, στο ζεστό σα φουσκωμένη ζύμη
σώμα, στα γυαλιά που φορούσε ,όπως σου είπε , για τον αστιγματισμό, στο βλέμμα
που χανόταν και ψαχούλευε με δύναμη τον αέρα και στους γρίφους που άφηνε
κλειστούς μέσα στα δόντια του , στο Νέο Νόημα. Και πορευόσουν σα να ‘χες
υπογράψει με τον εαυτό σου τη συμφωνία του Άλατος.
Ώσπου ξύπνησες ένα πρωί , χειμώνας
ήτανε, τα σύννεφα έχυναν παντού μελάνι, σκόρπιο το μυαλό, αγνώριστα τα δέντρα,
κάτι σαν θηλιές επάνω στα κλαδιά, Χειμώνας , μήτε πουλιά , μήτε τρίλιες, μια
λύπη έκοβε βόλτες πάνω στα καμπουριασμένα σπίτια. Εγκαταλείπω, είπες, χωρίς να
δώσεις εξηγήσεις και χωρίς να χαϊδέψεις για τελευταία φορά το βομβαρδιστικό με
τα γαλάζια φτερά, κληρονομιά μετά το θάνατο του αδελφού σου. Μάζεψες λίγα
πράγματα , δυο τρία βιβλία, την κολόνια πορτοκάλι που έσμιγε τα ρουθούνια σου
με το ράντισμα της θείας Μελπομένης στο δωμάτιο που ξενυχτήσατε το νεκρό παιδί
, και δε θυμάσαι τι άλλο. Μπήκες στο αυτοκίνητο και ταξίδεψες με μια έκφραση
θριάμβου στο πρόσωπο, είχες πατήσει , νόμιζες, το φόβο ανάσκελα και τίποτε δε
σε πτοούσε. Δεν υπολόγιζες πως μία τέτοια φυγή θέλει αληθινή ψυχή και πείσμα.
Έφτασες νύχτα στη μικρή παραλιακή πόλη κι είδες τη φωτεινή ταμπέλα και
παραξενεύτηκες «Ξενοδοχείο η Νεκρά Θάλασσα». Εκεί ήταν που θα έμενες για μία
μέρα σχεδόν ακίνητος στο κρεβάτι. Τη δεύτερη δεν άντεξες , σηκώθηκες,
κοιτάχτηκες στον καθρέφτη , είχε χαθεί ο θρίαμβος, διάβαζες κενό μέσα στα μάτια
σου .Κι όλο το νόημα είχε γαντζωθεί σ’ εκείνο το ξυράφι- αντίκα που αγόρασες
απ’ το παλαιοπωλείο «Σαν Άλλοτε» . Αφήνιασε το λογικό σου, έτρεμες, «ας γίνει
το θέλημά Μου» ψέλλισες, χωρίς να το πιστεύεις, κατέβασες το χέρι που βαστούσε
το φόνο, αλλά δεν είχε δύναμη. Του κόπηκε στη μέση η ορμή. Προδόθηκε ,
προδόθηκες.
Και τώρα στέκεσαι με μια πληγή αλμυρή και μ’ ένα βλέμμα που το τρώει η
θάλασσα. Και πίσω σου ακούς τα Σόδομα που καίγονται. Φωνές αγγέλων και δαιμόνων
μοιρασμένες ισότιμα, κι η φωτιά δυναμώνει, και γέλια πολλά , βουητά και
σειρήνες , κραυγές , αναστεναγμοί τρυπάνε τον ουρανό και στάζει χρόνος
παντοτινός. Μαζί θαύμα και φρίκη. Ω μη γυρίσεις !Καλύτερα δάγκωσε το λωτό που
φέρνει τη λησμονιά. Μη γυρίσεις !Κράτα στ’ αυτιά σου την απειλή που σου
ψιθύρισε ο άγγελος.
Αλλά ήσουν καμωμένος για να μην
αντέχεις και δεν άντεξες. Γύρισες. Είδες. Έμεινες παντοτινά ακίνητος. Σα στήλη
Άλατος. Εκεί στο δωμάτιο 15 του ξενοδοχείου «Η Νεκρά Θάλασσα».
Λεονταρισμοί
Ήταν σίγουρο ,ο κύριος Δ. είχε αγριέψει . Παρά τη συμφωνία να παρουσιάζεται η υποταγή ως συνεργασία και ο εξουσιαζόμενος ως εταίρος , η τροπή των πραγμάτων ήταν διαφορετική . Ήταν άλλωστε και ζήτημα αναλογιών . Έπρεπε να φανεί ποιος έχει το πάνω χέρι σ' αυτή την εξέλιξη .
Μέχρι τώρα η Κυβέλη τα είχε καταφέρει ικανοποιητικά . Είχε δικαιολογήσει με πειστικό τρόπο στα κακομαθημένα της τις συνθήκες επιβολής του ελέγχου , επινοώντας ηχηρές εκφράσεις , από τις οποίες τα κακομαθημένα γοητεύονταν . «Το επιβάλλει η σωτηρία της οικογένειας» επαναλάμβανε κάθε τόσο , χρωματίζοντας τη φωνή της με τον απαιτούμενο τόνο αποφασιστικότητας και συνάμα δραματικότητας . Και το μυαλό και το συναίσθημα , -σκεφτόταν διαρκώς - πρέπει να ερεθίζονται ισόποσα , ώστε η κάμψη των αντιστάσεων να είναι απόλυτη . Κι όποτε τα κακομαθημένα ύψωναν ερωτηματικά και η αμφιβολία καλούπωνε το πρόσωπό τους , εκείνη σήκωνε από τις αράχνες του τον μπαμπούλα της μιζέριας . Έπαιρνε βαθιά ανάσα και τον φούσκωνε με δύναμη . Σιγά -σιγά θέριευε ο κορμός και ο όγκος που μεγάλωνε , εκτόπιζε χώρους ασφάλειας στην ψυχή των κακομαθημένων . Προτού η Κυβέλη προλάβει να φουσκώσει το κεφάλι και τα άκρα , τα κακομαθημένα είχαν ήδη φορέσει το ύφος της εμπιστοσύνης .
Και ο κύριος Δ. , όμως, ήταν
πολύ προσεκτικός στις
διατυπώσεις του . Φρόντιζε πάντοτε
να τυλίγει τις απαιτήσεις του με
το χρωματιστό χαρτί της θεραπείας .
Γιατί τα κακομαθημένα , όπως τόνιζε ,
είχαν αρρωστήσει από τον ιό της απειθαρχίας . Που ξηλώνει
αδυσώπητα όσα πλέκει
με κόπο η ηθική . Που κάνει το μαχαίρι της
λογικής να στομώνει . Κάθε του απαίτηση έπαιρνε το σχήμα ζαχαρωτού , τη
γεύση της σοκολάτας , την υφή της κρέμας
. Έτσι , τα κακομαθημένα κατάπιναν τις εντολές
, χωρίς να γεύονται την πικρίλα
που θαβόταν κάτω από τόνους
ζάχαρης . Είχαν οδηγηθεί , μάλιστα , σε
ένα περίεργο αίσθημα εξάρτησης . Παρακαλούσαν την Κυβέλη να φέρνει πιο συχνά
τον κύριο Δ. στο σπίτι . Που έχει πάντοτε στο φάκελό του γιατρικά
της γεύσης . Που ημερώνει την
απείθαρχη βούληση των παιδιών με
ζαχαρένιους πειρασμούς . Η Κυβέλη
παρηγοριόταν , πιστεύοντας πως
κάποια στιγμή η πολλή ζάχαρη θα έκανε
το θαύμα της , θα ξερίζωνε οριστικά
κάθε βλαστάρι αντίστασης ή θέλησης για αντίσταση από το μυαλό
τους . Τα κακομαθημένα όμως
μετά την ώρα της ηδονής , αποσύρονταν κάθε φορά
στο υπόγειο . Και συνωμοτούσαν ,
ολοένα συνωμοτούσαν . Το αισθανόταν πως
κάτι δεν πάει καλά τη στιγμή που όλα έδειχναν πως πήγαιναν
καλά .Η Κυβέλη γέμισε το σπίτι κοριούς . Αλλά αυτά , ήταν σίγουρη ,
έβρισκαν τρόπο να πουν κάτι που η
ίδια δεν ήταν σε θέση να ακούσει .
Μια μέρα μπήκε στο υπόγειο αφηνιασμένη , είχαν πήξει τα σάλια στα χείλη της . «Σταματήστε αυτή την παρωδία» σκλήρισε κυρτώνοντας τα δάχτυλα απειλητικά . Τα κακομαθημένα γέλασαν υποχθόνια και πήραν τη στάση αγγέλου . «Απλώς προετοιμάζουμε κι εμείς ένα ωραίο δώρο για τον ευγενικό μας , τον κύριο Δ.» είπαν συγχρονισμένα . Η Κυβέλη όρμησε στα χαρτιά και στα παιχνίδια τους . Τα έλεγξε ένα -ένα. Τίποτα. «Αν αντιληφθώ κάτι , θα μεταφερθεί με κάθε λεπτομέρεια στον κύριο Δ. Δε θα μοιραστώ το βάρος της συνενοχής» . Τα κακομαθημένα , έβαζαν διπλή δόση αγγελικής μορφής στα μάτια τους . «Μανούλα , μπορεί ένα παιδάκι να προτιμήσει ποτέ το πικρό ;» .Έτσι , η Κυβέλη ξαναησύχαζε .
Εκείνο το πρωί όμως , το πικρό ήρθε στη θέση του γλυκού . Ο κύριος Δ. έφερε μαζί του μπουκαλάκια και σύριγγες . Κι ύστερα δε φορούσε πια το γλυκό μουσταρδί πουλόβερ αλλά μια λευκή ιατρική μπλούζα . Από το ανοιχτό παράθυρο ο ήλιος του φόρτωνε πολλά διαφορετικά πρόσωπα . Πρόσωπα που παιχνίδιζαν μαζί με τα μόρια της σκόνης . «Και τώρα θα μιλήσουν τα επιστημονικά μεγέθη» επαναλάμβανε ψυχρά και οι κόρες των ματιών του γίνονταν γραφικές παραστάσεις . Κολυμπούσαν μέσα τους ημίτονα κι εφαπτομένες κι άγνωστοι παράγοντες . Κι όλο το πρόσωπό του έχασε τις γραμμές και τις ρυτίδες του , έγινε μια τρύπα που προσκαλούσε κι άλλες τρύπες να καταφύγουν μέσα της , ένας άμορφος χρόνος που αναζητούσε ρολόγια , για να χυθεί πάνω τους και να τα τρελάνει. Τα κακομαθημένα , που με την ιδέα και μόνο του εμβολίου , χλόμιαζαν , ανέβασαν μαύρες σημαίες . Η Κυβέλη προσπαθούσε να σώσει την κατάσταση «Μπα σε καλό σας , κύριε Δ. Τι έξυπνο να θέλετε να επισημάνετε με έναν τέτοιο τρόπο τους κινδύνους της τερηδόνας στα κακομαθημένα μου! Είστε πραγματικά αξιολάτρευτος». Και δώστου να κάνει απεγνωσμένα νεύματα στον κύριο Δ. Εκείνος όμως παγετώνας . Μια μάζα από όχι . Σκούπιζε τα σάλια που δεν πρόλαβαν να γίνουν αρνήσεις . Στις φλέβες του έτρεχαν εμβατήρια , που να σταματήσει πια . «Τέρμα η ζάχαρη» φώναξε .
Τα κακομαθημένα αντάλλαξαν ματιές . Γύρισαν προς την Κυβέλη συντονισμένα με θολωμένο πρόσωπο . Αυτή σπάραξε βλέποντας τα πρόσωπά τους να χάνουν το φύσημα του Θεού και να γίνονται όλο και περισσότερο λάσπη . Στρίμωξε το μυαλό της σε μια γωνία του κρανίου , εκβιάζοντάς το για μια άμεση αντίδραση . Έστω υποκριτική , γιατί πάντοτε υπήρχε εκείνο το καταραμένο χαρτί της συμφωνίας . Ρούφηξε κάθε σταγόνα υποκρισίας που κυκλοφορούσε μέσα της κι άπλωσε στα μάτια της ένα απειλητικό βλέμμα . Στο cd player έπαιζε το Rid of me της PJ Harvey .Τα φρύδια της βούτηξαν μέσα στα πράσινα νερά των ματιών . Το στόμα ξεχαρβαλωμένο κρεμόταν όπως εξάρτημα από τρακαρισμένο αυτοκίνητο . Το χέρι υψωμένο , θαρρείς άγαλμα της ελευθερίας έτοιμο να πετάξει τον πυρσό του . Ο κύριος Δ. είχε ανοίξει τον φάκελό του και παίρνοντας το συμβόλαιο , έψαχνε σε ποια σελίδα περιλαμβανόταν κι αυτή η παράσταση . Σίγουρα κάτι του είχε διαφύγει .
Δεν πρόλαβε ωστόσο γιατί η Κυβέλη ήδη τσίριζε «Απαράδεκτο κύριε Δ. Δεν θα επιτρέψω να γίνει μια τέτοια ανατροπή . Σας
προσκάλεσα ως σύμβουλο , για να προλαμβάνουμε κάθε
πιθανό ολίσθημα μέσα
σ' αυτό το σπίτι .Κι ως τώρα το
είδατε πως όλα λειτουργούσαν άψογα . Ούτε μια χαραγματιά στο πρόγραμμα . Αυτό το σπίτι περπατούσε σαν κουρδιστό παιχνίδι . Εσείς το κουρδίζατε κι αυτό ανταποκρινόταν μ' ευχαρίστηση , με όραμα . Γιατί ναι
κύριε Δ. πιστέψαμε στο όραμα μιας μετρημένης ζωής . Και ξαφνικά
σταματάτε τη ζάχαρη ; Εγώ θέτω τους κανόνες εδώ μέσα , εσείς απλώς
παρέχετε συμβουλές». Όλο το κορμί
της είχε πάρει τώρα το σχήμα
λιονταριού σε πλήρη έξαψη .
Εξατμίζονταν από το δέρμα της απειλή
και θυμός . Ο κύριος Δ. ξανάνοιξε το
συμβόλαιο κι έψαχνε , ενώ τα
κακομαθημένα σκέφτονταν «τι γελοία!» . Μπήκαν τότε μπροστά κι άρχισαν να τραβάνε την Κυβέλη από τα μανίκια . «Μα
μητερούλα» είπαν μ' ένα χνούδι φωνής «Εσύ δε μας έλεγες πόσο κακό κάνει η ζάχαρη; Γιατί να εκτεθούμε άδικα
στους κινδύνους της τερηδόνας ;
Θα χρειαστούμε αυτά τα δόντια για μεγάλες σπατάλες που θα 'ρθουν αργότερα .Ο κύριος Δ. έχει δίκιο.
Τέρμα η ζάχαρη». «Τέρμα» επανέλαβε κι ο
κύριος Δ. κουνώντας επιδεικτικά στον αέρα
το συμβόλαιο.
Δημοσιεύθηκε στο https://mail.logoclub.gr/logo-vima-epivrabeusi-dhmosieyshs/62-dihghma/1558-qq-.html
Περί βραχυχκυκλωμάτων
Δημοσιεύτηκε στο https://www.alfavita.gr/koinonia/372138_peri-brahykyklomaton
Συμβαίνει συχνά τα σημαίνοντα ενός μικρού κι ενός μεγάλου γεγονότος να συγχέονται ασυνείδητα μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο , έτσι ώστε το σημαίνον του ενός να επηρεάζει καταλυτικά το σημαινόμενο του άλλου . Πρόκειται για αυτό που ο Ουμπέρτο Έκο ονομάζει πολύ επιτυχημένα «σημειολογικό βραχυκύκλωμα». Σε αυτή την περίπτωση , κάτι εντελώς μηδαμινό μπορεί εκληφθεί ως γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας ή αντιστρόφως κάτι καθοριστικό για την ανθρώπινη ύπαρξη να υποτιμηθεί με κραυγαλέο τρόπο .
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η παραπάνω σύγχυση δεν προκαλείται απαραίτητα από την επίδραση ενός εξωτερικού παράγοντα , ας πούμε μιας τέλεια οργανωμένης προπαγανδιστικής μηχανής ,αλλά από τη στιγμιαία δυσλειτουργία κάποιων νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου , τα οποία δεν αποκωδικοποιούν σωστά το μήνυμα που λαμβάνουν από τα σημαίνοντα μέσω των αισθητηρίων οργάνων. Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές αυτό το στιγμιαίο λάθος έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει ένα κομβικό σημείο για την εξέλιξη του τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς μιας ανθρώπινης μονάδας ή ενός συνόλου.
Μια σύγχυση σημείων μπορεί , για παράδειγμα , να ωθήσει κάποιον να ερμηνεύσει το χαμόγελο μιας χήρας κατά τη διάρκεια μιας κηδείας ως δείγμα αδιαφορίας απέναντι στον νεκρό σύζυγό της , αλλά μπορεί εξίσου να κάνει κάποιον άλλο να αντιλαμβάνεται την υγρασία στην επιφάνεια της εικόνας ενός αγίου ή μίας αγίας ως θαύμα . Συνεπώς , τα ιδεολογικά βραχυκυκλώματα καθορίζουν συχνά μία ευρεία κλίμακα ανθρώπινων εκδηλώσεων , από τις απλούστερες αποφάσεις και επιλογές μας μέχρι τις βαθύτερες ρίζες της ψυχοσύνθεσης και κοσμοαντίληψής μας . Κάπως έτσι γεννιούνται προκαταλήψεις, ιδεοληψίες , στερεότυπα , δογματικές εμμονές, ενοχικά σύνδρομα , φοβίες , θρησκευτικές πεποιθήσεις , αναπαραστάσεις θαύματος , ρατσιστικά συναισθήματα, μεγαλεπήβολοι στόχοι και οράματα. Από μία αθώα και περίπου αστεία συμπλοκή ερεθισμάτων , που αν σε κάθε αποφασιστική καμπή της ζωής μας είχαμε την εντιμότητα να επιστρέψουμε και να κοιτάξουμε το αίτιο που την πυροδότησε, θα ξεσπάγαμε σε τρανταχτά γέλια για την αφελή μας εξαπάτηση. Αλλά σπανίως κάνουμε τον κόπο να δούμε τη ζωή μας με μία αιτιοκρατική ψυχρότητα , η οποία , ωστόσο , θα μας έσωζε από πολλές αστοχίες στην οικοδόμηση της προσωπικότητάς μας.
Ακόμη κι όταν αντιλαμβανόμαστε αυτή την
πλάνη, σπεύδουμε να την προσπεράσουμε με μία τάση επιείκειας προς τον εαυτό
μας ( άνθρωπος είμαι , τι πιο φυσικό από το να βρεθώ σε μια
στιγμή σύγχυσης και να κάνω ένα
διανοητικό σφάλμα ), χωρίς να μετράμε το
μέγεθος της ζημιάς ή να αναζητούμε έναν
μηχανισμό που θα προλαμβάνει στο μέλλον ανάλογα παραστρατήματα . Κάπως έτσι χτίζεται
σωρευτικά μέσα μας ένας σκληρός
τοίχος από συνεχόμενα βραχυκυκλώματα . Το μικρό σημείο παριστάνει
τον γίγαντα ή το
μεγάλο τρώει το μικρό . Μια κυκλοτερής κίνηση όπου το κεφάλι
σκέφτεται με τον τρόπο της ουράς κι η
ουρά κομπάζει πως κρατάει τα σκήπτρα της
όρασης .
Κώστας Τσιαχρής
Νεκρολογία
Μία απάντηση στην κυρία Ρεπούση
Δημοσιεύθηκε στο http://www.poiein.gr/2013/10/06/ethooao-ooeantho-iaenieiassa-iea-adhuiococ-ooci-eonssa-nadhiyoc/
Ακολουθώντας την περίφημη ρήση του Βολταίρου , έμαθα να σέβομαι πάντοτε τις απόψεις των άλλων όσο αιρετικές κι αν είναι , όσο κι αν αγγίζουν δικά μου αποκρυσταλλωμένα πρότυπα σκέψης ή κώδικες κρίσης των πραγμάτων . Υπό έναν όρο βέβαια : κάτω από αυτές τις απόψεις να υπάρχει βάθος , να εξακολουθούν να έχουν κάποια υπόσταση μόλις κατακαθίσει η σκόνη που προκαλείται από τον αιρετικό χαρακτήρα της εκφοράς τους . Αν αυτό το βάθος είναι παρόν , όλα τα μέχρι τότε δεδομένα είναι συζητήσιμα και αναιρέσιμα . Σε διαφορετική περίπτωση , κάθε γνώμη που προορίζεται να προκαλέσει , ιδίως όταν εκφέρεται από ένα δημόσιο πρόσωπο ,μένει μόνο για μερικές μέρες στον αστραφτερό κόσμο της επικαιρότητας , για να χαθεί ύστερα λαβωμένη από τα ισχυρά αντεπιχειρήματα που θα εξακοντίσουν εναντίον της οι επικριτές της .
Την αφορμή για τις παραπάνω και τις παρακάτω σκέψεις μου την έδωσε η άποψη της κυρίας Ρεπούση σχετικά με τον περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση , με βασικό επιχείρημα ότι πρόκειται για μία νεκρή γλώσσα την οποία ουδέποτε πρόκειται να χρησιμοποιήσουν οι μαθητές στην καθημερινότητά τους .Κάποιοι βέβαια έσπευσαν να διαστρεβλώσουν το σκεπτικό της , μιλώντας για κατάργηση του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου , αναγκάζοντάς την να προβεί σε διευκρινιστικές δηλώσεις για το νόημα της παρέμβασής της . Ως άποψη ωστόσο ,μέσα σ’ ένα περιβάλλον ήδη οξυμμένο από την αφύπνιση των εθνικιστικών αντανακλαστικών σημαντικής μερίδας των Ελλήνων πολιτών ,ήχησε όντως προκλητική και ύποπτη . Εναντίον της υψώθηκαν αφορισμοί και ύβρεις , εκφράστηκαν όμως και σοβαρά τεκμηριωμένες ενστάσεις που εν τέλει ,θαρρώ , την απογύμνωσαν και έφεραν στο φως τις αδυναμίες της .
Νεκρό φαντάζομαι κατά την κυρία Ρεπούση είναι κάτι που το αγγίζεις και δεν κινείται , δεν αναπνέει , δε βγάζει ήχους . Έχει λιώσει το σώμα του κι απομένει κούφια οστά που μόλις τα χτυπάς , μαρτυρούν το κενό ,όπως εκείνη η εντάφια χρυσή προσωπίδα στο Σεφερικό «Βασιλιά της Ασίνης» . Συνεπώς , ερμηνεύοντας το σκεπτικό της , οι αρχαίες λέξεις είναι πια άφωνες , εφόσον αν και διδάσκονται καταναγκαστικά στα ελληνικά σχολειά , δεν έχουν κατορθώσει -και μάλλον δεν έχει και πρακτική χρησιμότητα να κατορθώσουν – να εισβάλουν στο καθημερινό λεξιλόγιο των μαθητών ή και να τους μεταδώσουν τα μηνύματά τους .Παραμένουν νεκρά σημαίνοντα ,γεμάτα από τη λάμψη ενός αλλοτινού μεγαλείου , παρασύροντας μαζί τους στο σκοτάδι και τα σημαινόμενα . Η πολεμική της κυρίας Ρεπούση φαινομενικά δε στρέφεται εναντίον του αρχαίου ελληνικού πνεύματος αλλά εναντίον της εμμονής στους τύπους που μεταφέρουν αυτό το πνεύμα . Κι εδώ , κατά την ταπεινή μου άποψη , υπάρχει ένα τρωτό σημείο στο σκεπτικό της . Διαχωρίζει τα ιδανικά και τη φιλοσοφία του αρχαίου ελληνικού κόσμου από τη μορφή που τα ενσαρκώνει και τα παραδίδει ατόφια στις επόμενες γενιές .Ξεφλουδίζει τα νοήματα από το περίβλημα που όχι απλώς τα φιλοξένησε αλλά τα έσπρωξε προς την περιοχή του μεγαλείου .Διότι νοήματα χωρίς φθόγγους και χωρίς συλλαβές και χωρίς λέξεις και χωρίς διαπλοκή των λέξεων μέσα σ’ ένα πλήρες κείμενο ,απλά δεν υπάρχουν.
Θα μου πείτε από την άλλη , είναι λίγο υποκριτική η παραπάνω θέση ,καθώς τα νοήματα μιας περασμένης εποχής τα αναδεικνύει κάθε καινούργια γενιά με τα δικά της εκφραστικά μέσα .Άρα μας αρκεί απλά να μεταφράζουμε στον τωρινό γλωσσικό κώδικα τα όποια γραπτά μνημεία ,για να προσαρμόζουμε το πολύτιμο των νοημάτων τους στο σφυγμό του παρόντος και του μέλλοντος . Μπορεί σ’ αυτό η κυρία Ρεπούση να έχει εν μέρει δίκιο .Ακόμη κι όταν εγώ αποστηθίζω την αρχαία έκφραση στο μυαλό μου , με το βάρος και τη γοητεία της , την αποκωδικοποιώ με λεκτικούς όρους της σημερινής γλώσσας. Διαβάζω τον Επιτάφιο του Θουκυδίδη στο πρωτότυπο κείμενο και συλλαμβάνω τη μαγεία του περιεχομένου του μεταφράζοντας ενδόμυχα στα νέα ελληνικά .Ως εδώ εντάξει . Την ίδια ώρα όμως που «αναγκάζομαι» να μεταφέρω τα λεκτικά σύνολα στα δικά μου μέτρα επικοινωνίας , την ίδια ώρα συντελείται ένα μικρό θαύμα . Έχει τόσο μεγάλη ισορροπία ο αρχαίος ελληνικός λόγος που δε γίνεται θα προσέξω και θα συγκρίνω την εκφραστική του πυκνότητα με την αναλυτικότητα του νεοελληνικού λόγου. Θα διαπιστώσω πόσο γνώριμες μου είναι κάποιες ρίζες , κάποιες καταλήξεις , ολόκληρες λέξεις και φράσεις . Θα παραξενευτώ αν ψάξω λίγο καλύτερα τα δομικά στοιχεία της ίσως ακατανόητης στην αρχή φράσης «χρώμεθα τε πλούτω μαλλον καιρω έργου ή κόμπω λόγου» ,διαπιστώνοντας πόσο οικεία μου είναι . «Χρώμεθα» [, χρησιμοποιώ , χρήση , χρήμα] ,καιρω [ευκαιρία ,καιροσκόπος ] , κόμπω [κομπάζω , κομπασμός] .Θα κατανοήσω εν τέλει πως ακόμη και στην περίπτωση της γλώσσας ,η οποία συνιστά κάτι που διαρκώς εξελίσσεται , μπορεί ίσως να εφαρμοστεί η αριστοτελική τελεολογία που θέλει ως φύση ενός πράγματος τη μορφή που αυτό έχει όταν ολοκληρωθεί η εξελικτική του πορεία . Γιατί όπως και να το κάνουμε , και δεν είναι έξαρση εθνικής υπεροψίας , υπάρχει ένα είδος τελειότητας στον αρχαίο ελληνικό λόγο .Αισθάνεται κανείς ότι πέρα από την ποιότητα της σκέψης που αποτυπώνει , είναι κι ο ίδιος ένα αισθητικό θαύμα ,μια αρμονική συνάντηση μεταξύ συμφώνων και φωνηέντων ,μία ηχητική πανδαισία .Κι αυτήν ακριβώς τη μουσική δεν έχουμε το δικαίωμα να τη στερήσουμε από τους μαθητές μας , όχι για να τους πείσουμε πως πρέπει ξαφνικά ν’ αρχίσουν να ανταλλάσσουν μηνύματα στα κινητά τους τηλέφωνα με τη γλώσσα του Σοφοκλή και του Θουκυδίδη , αλλά για να τους δείξουμε πως η αγάπη για το λόγο δημιουργεί καλλιτεχνικούς θριάμβους . Να τους μεταδώσουμε την επιθυμία να καλλιεργήσουν , έχοντας ένα υψηλό μέτρο σύγκρισης , και τη δική τους , την κακοποιημένη από την πολυφωνία νεοελληνική γλώσσα .
Συνεπώς , η κυρία Ρεπούση μένει μόνο στο «ωφέλιμον» , αλλά εγώ προτείνω και το «τερπνόν» .Το «ωφέλιμον» μπορεί να μου το δίνουν πράγματι οι μεταφράσεις . Θέλω όμως οι μαθητές μας να βιώσουν και το «τερπνόν» της ακρόασης του αρχαίου ελληνικού λόγου. Όσο για την ένστασή της πάνω στην επιμονή των εκπαιδευτικών να διδάσκουν περισσότερο τη γραμματική και το συντακτικό της αρχαίας γλώσσας , τουλάχιστον στο γυμνάσιο , έχω την εντύπωση πως το θέμα τίθεται σε λανθασμένη βάση . Η κάθε γλώσσα , ακόμη και οι «νεκρές» ,προκειμένου να λειτουργήσει και να αποκαλύψει σταδιακά τους θησαυρούς της , χρειάζεται να παιδευθεί μέσα στο μυαλό αυτού που τη μαθαίνει , με τους κανόνες της ,με τη γραμματική και με τη σύνταξή της . Αλίμονο αν προσπαθήσει κανείς έστω και να διαβάσει , όχι να μιλήσει , την αγγλική γλώσσα , χωρίς να γνωρίσει πρώτα τα στοιχειώδη γραμματικά και συντακτικά της φαινόμενα .Αν το δοκιμάσει ,απλώς θα αυτοσχεδιάζει προσπαθώντας να εικάσει τη σημασία του κειμένου που διαβάζει ,και θα οδηγείται φυσικά σε παρερμηνείες . Το ίδιο λοιπόν ισχύει και για την αρχαία ελληνική . Εφόσον θέλουμε και κατά τη γνώμη μου πρέπει να τη διδάξουμε ,χρειάζεται πρώτα να εισαχθούμε στα βασικά εργαλεία για την προσέγγισή της , ώστε σε επόμενο στάδιο ή και παράλληλα να μπορέσουμε να διεισδύσουμε και στα νοήματά της . Καλώς ή κακώς λοιπόν στο Γυμνάσιο η διδασκαλία της γραμματικής και του συντακτικού είναι αναπόφευκτη. Απλώς θα πρέπει να συνδυάζεται αρμονικά και με την ερμηνευτική επεξεργασία των κειμένων και με την ανάδειξη των αντιστοιχιών ανάμεσα στις αρχαίες και τις τωρινές λέξεις .
Από την άλλη πλευρά στο Λύκειο το πνεύμα της διδασκαλίας του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών είναι εδώ και κάμποσο καιρό διαφορετικό ,χωρίς εντούτοις να λείπουν και περιπτώσεις φιλολόγων που εμμένουν σε μία καθαρά τυπολατρική αντιμετώπισή του .Δίνεται περισσότερη έμφαση στην ανάλυση του περιεχομένου των κειμένων , ενώ η γραμματική και συντακτική ανάλυση λειτουργούν επικουρικά , για να διαφωτίσουν τα σημεία εκείνα που θέτουν εμπόδια στην ερμηνεία .Ακόμη και οι έννοιες της διαθεματικότητας , της διακειμενικότητας και της διεπιστημονικότητας βρίσκουν περισσότερο έδαφος για να βλαστήσουν ,συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν .Αλλά και μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο διδακτικής προσέγγισης ,είναι πολύτιμο κληροδότημα για τους μαθητές η επαφή τους με το ύφος του κάθε συγγραφέα , μ’ εκείνα τα μορφικά στοιχεία που προδίδουν μια διαφορετική στάση απέναντι στη γλώσσα και άρα ,αφού ο κόσμος αποτυπώνεται στη γλώσσα , και στον κόσμο .Άλλες είναι οι εκφραστικές επιλογές του Ξενοφώντα , άλλες του Θουκυδίδη . Άλλος κόσμος ο πρώτος , άλλος ο δεύτερος .Κι όλα αυτά που ίσως φαίνεται δύσκολο να περιπέσουν στην αντίληψη ενός δεκαεξάχρονου , με λίγη μαεστρία μπορούν να αναφανούν από έναν εμπνευσμένο φιλόλογο και να γίνουν κατανοητά στο μαθητή του .
Μα πάνω απ΄όλα χρειάζεται να εμπεδωθεί η
ιδέα ότι νεκρός χρόνος παράγεται μετά από κάθε μας κίνηση .Με το που πάμε να
κάνουμε κάτι αμέσως αυτό πεθαίνει. Γίνεται νεκρό .Ανήκει πια στη βασιλεία του
περασμένου .Αλλά την ίδια ώρα ,όσο κι αν φαίνεται περίεργο , παράγει ζωή και
μας κατευθύνει .Ο ομηρικός Οδυσσέας κατεβαίνει στον κόσμο των νεκρών , για
να λάβει τις απαντήσεις που θα του
ξεκλειδώσουν το δρόμο για την Ιθάκη. Στην αρχή οι νεκροί παραμένουν σκιές ,όντα
χωρίς λόγο .Θα χρειαστεί να γίνει μια θυσία και να τρέξει αίμα , για να
ξυπνήσει μέσα τους ο λόγος .Κι εμείς αντίστοιχα θα πρέπει να ρίχνουμε αίμα στο
παρελθόν ,για να γίνεται το
ακατάληπτο στη νέα γενιά σύμβολο
νόημα , για να μπορέσουν κι
εκείνοι στο δικό τους ξερίζωμα να βρουν την πορεία που θα τους χαρίσει λίγο στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια
τους .
Σοβαρή λογοτεχνική πρόταση ή μόδα;
"Αγνοώ.
Σκατά.
Τη βλέπω.
Τομάτα.
Την κοιτάζω σαν αλλοτινή ντομάτα.
Σαν φρούτο του θέρους.
Το χειμώνα αρχίδια;
Αρχίδια το χεμώνα."
"Αν είσαι στρέιτ το νετφλιξ να το βάλεις στον κώλο
σου,
εμένα με νανουρίζει
αλλά δεν θα με γιατρέψει ποτέ"
"Aν τα μουνι@
σας ήταν όπλα
θα κυκλοφορούσατε
ελεύθερα
χωρίς περιορισμούς
κι αυτός είναι
ένας τρόπος να δεις τα πράγματα
Με τούτο δω
δεν σας προτρέπω
να κάνετε τα μουνιά@ σας όπλα
ή οτιδήποτε άλλο
Απλά παρατηρώ
πως οι άνδρες
αγαπούν περισσότερο
τα όπλα
από τα μουνι@
Και αυτός
ίσως να είναι
ένας ορισμός
της πατριαρχίας"
"Κοροϊδεύουν
Ξέρουν πως παρακολουθώ
Σκέφτομαι
Αν το κλάμα
Είναι η λύση
Ή
Μια γερή κλοτσιά στ’ αρχίδια"
"Μπλεθαμμένος από κύμα
Και νεκρός από κύημα
Πολύ αργότερα
Συναντηθήκαν, ναι.
Και μιλήσαν για την θάλασσα
Ή τα νερά της κοιλιάς σου
Η ομορφιά
Να ξέρεις
Και μες τα σκατά
Σου
Πάει
Κι ανεμίζει
Σημαίες καθαρίστριας"
"Γιατί δεν συμπαθώ
Καθόλου
Τους φαραώ
Σαν άρχοντες
Η ιστορία της λαιμητόμου
Τους έπρεπε
Και νωρίς ήταν
Αλλά
Αυτού του μαλάκα
Καλά του κάνανε"
"Η γιαγιά μας η καλή
που εχήρεψε μικρή
είχε άντρα τον παππού μας
ταγματάρχη από σχολή.
Κάθε τόσο της κολλούσα
και της έλεγα:
γιαγιάκα,
χήρα είσαι, βρες βρε κάποιον
με πολλά πολλά λεφτάκια.
«Κρεμασμένες να τις έχω
τις ψωλές σ’ έναν κορμό
μήτε να τις βλέπω θέλω
μήτε να τις ακουμπώ».
Τότε εγώ ανακουφίσθην
είχαν όλα πια λυθεί.
Η πουστρίλα στη φαμίλια
ήταν κληρονομική"
Τρύπες
Μια τρύπα στο νερό έκανα εκείνο το πρωί ,όταν πήρα να φορέσω το μοναδικό ζευγάρι καθαρές κάλτσες κι έκπληκτος ανακάλυψα στο μέρος από το μεγάλο δάχτυλο την αρχή μιας τρύπας . Καταραμένες τρύπες , ξεστόμισα , δεν προλαβαίνω να φορέσω κάλτσα και μου βγαίνετε φάντης μπαστούνι . Παλιά μου τέχνη κόσκινο . Θα τη μαντάρω ,όπως και τις άλλες . Μ’ αυτή την τσιγκουνιά μου ν’ αγοράζω κάλτσες απ’τη λαϊκή, καλά να πάθω . Αλλά και πάλι να ξοδεύεις χρήματα για κάλτσες ! Πήρα βελόνα και κλωστή ,αλλά το πέρασμα απ’ την τρύπα της βελόνας μου φάνηκε σωστός άθλος . Μπα , έκανα εκνευρισμένος , γέρασα κι ούτε που βλέπω να περάσω μια κλωστή . Κι όπως δοκίμασα για ακόμα μια φορά, βγαίνοντας στο μπαλκόνι , για να’ χω περισσότερο φως , μου ξέφυγε η άτιμη η βελόνα κι έπεσε από κάτω σε μια τρύπα που την είχε ανοίξει ένα συνεργείο του δήμου στο πεζοδρόμιο κι έμενε μια βδομάδα σχεδόν ανοιχτή . Μάλιστα , πολύ ωραία . Θα αναγκαστούμε να πάμε με τρύπιες κάλτσες . Δε βαριέσαι . Εκείνη τη στιγμή ακριβώς παρατήρησα ότι ο εκφωνητής της ραδιοφωνικής εκπομπής που άκουγα , μιλούσε με φανερή έξαψη για την προσφορά του μουσικού συγκροτήματος «Τρύπες» . Για κοίτα σύμπτωση , σκέφτηκα . Έκλεισα το ραδιόφωνο , φόρεσα τις τρύπιες κάλτσες , τα παπούτσια μου , κι ετοιμάστηκα να φύγω. Με έπιασε όμως μια παράξενη επιθυμία να κοιτάξω από την κλειδαρότρυπα στο δωμάτιο του συγκατοίκου μου , λαμπρού επιστήμονα , που καταγόταν από τη Δρακότρυπα Καρδίτσας , αλλά φοβερού γυναικά . Ποιος ξέρει ποια έχει κουβαλήσει πάλι στο σπίτι .Μάτι δεν έκλεισα χτες το βράδυ από τους στεναγμούς τους . Τώρα κοιμούνται ακόμα σα ζώα . Θα περιμένει κιόλας να του’ χω το φαγητό έτοιμο . Και που του άφησα στο τρυπητό τα μακαρόνια έτοιμα βρασμένα , για να τα βουτυρώσει , πολύ του είναι. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που κοίταζα από την κλειδαρότρυπα κι ασφαλώς θα μπορούσατε τώρα να σκεφτείτε πως είμαι ένας αδιάντροπος ηδονοβλεψίας ,αλλά δεν είναι έτσι . Απλώς ζήλευα . Ζήλευα παράφορα που εγώ δεν είχα επιτυχία στις γυναίκες κι εκείνος τις άλλαζε σαν τις φανέλες . Και κοίταζα μόνο και μόνο , για να νιώσω μια χαιρέκακη ευχαρίστηση , αν κάποιες φορές τον έβλεπα να κοιμάται μόνος , παρατημένος , κουλουριασμένος όπως εγώ με το μαξιλάρι στα σκέλια του . Ο διακορευτής μας μόνος ! σκεφτόμουν και με πλημμύριζε ανείπωτη χαρά . Ήμουν πια έτοιμος να βγω από το σπίτι . Ενστικτωδώς έπιασα με το χέρι το αυτί μου . Είχα καιρό να φορέσω το σκουλαρίκι που μου χάρισε η Δανάη και θα φαινόμουν πιο νέος , αν και πατημένα σαράντα , φορώντας το . Κάτι άσπρες τρίχες που όλο πλήθαιναν στο κεφάλι μου , με είχαν αναστατώσει τελευταία . Πήγα στο υπνοδωμάτιο , άνοιξα ένα μικρό συρτάρι στο κομοδίνο μου κι έβγαλα ένα ψευτοασημένιο κρικάκι . Δοκίμασα να το φορέσω στ’ αυτί , αλλά η τρύπα είχε κλείσει . Καταραμένες τρύπες σήμερα ! Τι κακό κι αυτό ! Η μια ατυχία πάνω στην άλλη . Πέταξα γρήγορα το κρικάκι στο συρτάρι και έφυγα βρίζοντας . Στα χείλη μου μετά από λίγο τριγυρνούσε επίμονα ένας στίχος από ένα αγαπημένο μου ποίημα του Αναγνωστάκη «Όταν τα βράδια , Τρυπάς το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι» . Κανείς μα κανείς δε γνώριζε τα πάρε δώσε μου με τον υπόκοσμο . Από πού και πως τα έβγαζα πέρα μυστήριο . Στον συγκάτοικό μου μιλούσα για μια παλιά κληρονομιά που μου είχε αφήσει ένας μακρινός θείος, χωρίς πολλές όμως λεπτομέρειες . Κάποιες φορές με άκουγε στο τηλέφωνο να χρησιμοποιώ παράξενα συνθηματικά ονόματα , όπως «ο γάντζος» , «η φαρέτρα» ή «το σπιρτόκουτο» . Κάνουμε πλάκες με κάτι φιλαράκια , δικαιολογούμουν . Περπατούσα στον δρόμο τώρα με μία ανάλαφρη διάθεση . Είχα ξεχάσει και τις τρύπες κι όλα τα στραβά . Με κατάπινε και κατάπινα τον ήλιο . Κι ούτε που με προβλημάτιζε που η τελευταία δουλειά πήγε κατά διαόλου κι όλο το βάρος για την αποτυχία έπεφτε πάνω μου. Προσπέρασα βιαστικά ένα περιπολικό που ήταν σταματημένο στον απέναντι φούρνο . Έφτασα στο δημαρχείο και το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε μια πρόσκληση στον πίνακα ανακοινώσεων « Η τρύπα του όζοντος μας αφορά όλους : μια διάλεξη που θα κάνει αίσθηση» . Χμμμ, η τρύπα του όζοντος …ως τότε θα έχουμε μετοικήσει στις αιώνιες τρύπες μας . Αν δε μας αφανίσουν πρώτα εκείνα τα πελώρια τέρατα , οι μαύρες τρύπες . Ουφ δε θα κάτσω τώρα να ασχολούμαι με τέτοια . Άνοιξη παντού. Αυτές οι πασχαλιές έχουν μια μυρωδιά που τρυπώνει στα στήθια . Κι ο δρόμος ζεσταίνει τις πατούσες μέσα στα παπούτσια μου . Κι εκείνη η τρύπα στο μεγάλο δάχτυλο πόσο ενοχλητική. Λες κι όλο μου το σώμα μαζεύτηκε τώρα εκεί . Λες κι η γύμνια διαπερνά τώρα όλο το αίμα μου . Τι αφόρητη ! Περπατάω κι η σκέψη μου όλη είναι μια τρύπα τώρα . Να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι να βγάλω τις κάλτσες . Να γυρίσω γρήγορα. Πρώτα όμως πρέπει να πάω εκεί .Όλα κι όλα . Να μη νομίσουν ότι φοβάμαι κιόλας. Τώρα το μεγάλο δάχτυλο , το νιώθω, πρέπει να έχει πεταχτεί έξω από την κάλτσα θριαμβευτικά. Να ξεκαθαρίσει η υπόθεση . Δε θα φορτωθώ όλο το φταίξιμο εγώ που χάλασε η δουλειά. Κάποια τρύπα στον νόμο θα βρεθεί , για να τη βγάλουμε καθαρή και πάλι . Περνάω από το δάσος κι ακούω το χτύπημα που κάνει το ράμφος του τρυποκάρυδου πάνω στους κορμούς . Τι πένθιμο χτύπημα ! Ντοκ … Ντοκ…. Ντοκ . Φτάνω μετά από δέκα λεπτά στο ορισμένο σημείο . Ούτε ίχνος αγωνίας στο πρόσωπό μου. Πιο πολύ σκέφτομαι την τρύπα στο δάχτυλο παρά οτιδήποτε άλλο . Μαζί και το χτύπημα του τρυποκάρυδου που αντηχεί ακόμη μέσα μου σαν εκκρεμές. Επιτέλους ήρθες , μου λέει . Περίμενα ένα τέταρτο . Άργησες . Έπρεπε να τακτοποιήσω κάτι , δικαιολογούμαι . Έχουν μάθει τα πάντα για σένα . Η αστυνομία σε παρακολουθεί . Προδόθηκες και χάλασες και τη δουλειά . Αδύνατον , του λέω . Φρόντισα να γίνουν όλα με άκρα μυστικότητα . Φρόντισες αλλά δεν υπολόγισες σωστά . Και τώρα ; ρωτάω , και το αίμα στο μεγάλο δάχτυλο φουντωμένο σφυροκοπάει άγρια . Τώρα ήρθε η ώρα της πληρωμής . Και βγάζει από την τσέπη της ζακέτας του ένα περίστροφο και μου ανάβει μια στο στήθος . Το τελευταίο πράμα που θυμάμαι ,όπως πέφτω και σπάνε τα μάτια μου και μπαίνει ποτάμι μέσα το σκοτάδι , είναι αυτή η άτιμη η τρύπα στην κάλτσα . Πιο άτιμη κι από την τρύπα στο στήθος . Την επομένη με έριξαν σε μία κρύα τρύπα μέσα στο χώμα .
Η σκοτεινή αυγή των ρινόκερων
Δημοσιεύθηκε στο https://www.tovima.gr/2012/10/15/opinions/h-skoteini-aygi-twn-rinokerwn/
Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες μιας απαράδεκτης προσπάθειας από μέλη ενός κόμματος του ελληνικού κοινοβουλίου να υποκαταστήσουν τους θεσμούς , δρώντας έξω από τα όρια κάθε νομιμότητας και παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως αυτόκλητους υπερασπιστές του δημόσιου συμφέροντος .
Παραμερίζοντας την οργή μας για τα όσα απίστευτα συμβαίνουν στην ελληνική πολιτική ζωή της τελευταίας τριετίας και εισχωρώντας βαθύτερα στα κίνητρα τέτοιων πρακτικών , μπορούμε , νομίζω , να διαπιστώσουμε το εξής : η πατερναλιστική αυτή στάση , η διάθεση δηλαδή ενός κόμματος να εμφανιστεί ως σωτήρας των κατατρεγμένων , εξουδετερώνοντας με τη βία τους παράγοντες που προκαλούν τη δυσαρέσκειά τους , αποτελεί στην πραγματικότητα ένα προσωπείο . Πίσω του κρύβεται ένας αυταρχικός κόσμος ο οποίος διαβρώνει μεθοδικά το συναίσθημα των πολιτών μέχρι αυτό να μετατραπεί σε μια αρρωστημένη λογική δικαιολόγησης της άμετρης βίας , ισοπεδωτικής συκοφάντησης των δημοκρατικών θεσμών ως ανεπαρκών , επιβεβλημένης επιλογής ενός απόλυτα συγκεντρωτικού τρόπου διοίκησης .
Ο ολοκληρωτισμός μεταμφιέζεται αρχικά σε μία δύναμη εξυγίανσης της πάσχουσας πολιτικής ζωής . Οι εκπρόσωποί του φορούν τις λευκές μπλούζες της ηθικής και παριστάνουν τους κήρυκες της χαμένης νομιμότητας .Λοιδορούν με τα χειρότερα επίθετα την άρχουσα πολιτική τάξη ,όταν οι ίδιοι μπορεί να προέρχονται από τα σπλάχνα του υπόκοσμου .Η δική τους αδικία όμως , περιορισμένη στα όρια του ατομικού ή και κοινωνικού παραστρατήματος , χάνεται μέσα στη σκόνη της αδικίας που διαπράττουν οι κυβερνώντες και η οποία εμπίπτει στα όρια του πολιτικού άρα καθολικού παραστρατήματος .
Με το σόφισμα , λοιπόν , της αδικίας που έχει τις μεγαλύτερες προεκτάσεις στη ζωή των πολιτών , κατορθώνουν να μετριάζουν τα επικριτικά σχόλια σε βάρος τους ή και μέσα στο χάος της γενικής αγανάκτησης να κερδίζουν την επιβράβευση για το «θάρρος» τους να περιφρονούν τους νόμους. Μάλιστα , το λίπασμα για να θεριέψει το δέντρο του ολοκληρωτισμού είναι η υποδαύλιση από τη μεριά των εκφραστών του , όλων εκείνων των φαινομένων που μαρτυρούν το σάπισμα της δημοκρατίας , δηλαδή της διαφθοράς , της μετατροπής των δικαιωμάτων σε οχήματα διεκδίκησης συντεχνιακών συμφερόντων ,της απουσίας στοιχειώδους προγραμματισμού στην οργάνωση του κράτους , της σύγχυσης μεταξύ ελευθερίας και κραιπάλης .
Στην πορεία τους προς την κατάληψη της εξουσίας , οι πρωτεργάτες των ολοκληρωτικών κινημάτων λειτουργούν συνήθως κάπως έτσι : ενώ σε επίπεδο εντυπώσεων διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την αποκατάσταση των παραπάνω αρρυθμιών , υποχθόνια κάνουν τα πάντα προκειμένου αυτές να συντηρηθούν .Διότι μόνο η συντήρησή τους μπορεί να δώσει τροφή στην πολιτική τους επιχειρηματολογία και να βοηθήσει στη διόγκωση της αγανάκτησης των πολιτών ,άρα και της ευκολότερης προσχώρησης των τελευταίων στο ιδεολογικό στρατόπεδο του αυταρχισμού .
Αν όμως οι θιασώτες της απολυταρχίας μεθοδεύουν με αυτή την τακτική την αναρρίχησή τους στο στερέωμα της εξουσίας , από την άλλη οι εκπρόσωποι της άρχουσας πολιτικής τάξης λειτουργούν με σχετικά παρόμοιο τρόπο , όταν κατηγορούνται για τυχόν ατασθαλίες ή και κακουργηματικές πράξεις τους .Κάνουν το ίδιο απαράδεκτο λάθος να ταυτίζουν το πρόσωπό τους με τους θεσμούς , φωνάζοντας με περισσό θράσος ότι όταν βάλλονται οι ίδιοι , κινδυνεύει και η δημοκρατία .Πρόκειται για έναν ανεπίτρεπτο συμψηφισμό που στοχεύει στο να εκβιάσει συναισθηματικά τους πολίτες και να τους δημιουργήσει τον φόβο ότι απειλείται η ισορροπία του πολιτεύματος .
Αντί λοιπόν ο πολιτικός να περιορίσει την υπερασπιστική του γραμμή στο πρόσωπό του και στην αναζήτηση αποδείξεων που τεκμηριώνουν την αθωότητά του , καταφεύγει στην εύκολη συνταγή της επινόησης εχθρών που μαίνονται κατά της πολιτικής ομαλότητας .Και την ίδια στιγμή προσπαθεί να εδραιώσει στη συνείδηση της κοινής γνώμης αυτόν τον εκβιαστικό συνειρμό ανάμεσα στο όνομά του και στον θεσμικό του ρόλο .Πρόκειται για μία ισοπεδωτική λογική παρόμοια με εκείνη των φασιστών , όπως την περιγράψαμε παραπάνω , ή και των λαϊκιστών ∙ για μιαν απόπειρα να μετατραπούμε όλοι , όπως στο περίφημο έργο του Ιονέσκο , σε ρινόκερους , με παραδομένη τη λογική μας στα χέρια ενός τυφλού συναισθηματισμού , μιας ορμής που δε θα μπορούμε να την εξηγήσουμε αλλά θα μας παρασύρει στα δίχτυα εκείνων που θα την ελέγχουν.
Το ζήτημα επομένως είναι τι κάνουμε εμείς ως νοήμονες οντότητες μέσα σ’ αυτό το κλίμα της ρινοκερίτιδας . Επιτρέπουμε σε θλιβερά υποκείμενα να υφαρπάζουν τη συναισθηματική μας περιουσία και να την παίζουν στα ζάρια της δικής τους αρχομανίας ή εξεγειρόμαστε , έστω εσωτερικά , και διεκδικούμε την αυτοτέλεια του συναισθηματικού μας κόσμου ;
Διαλέγεσθε και πληθύνεσθε
Σε όλη μου τη ζωή έμαθα
να ανακαλύπτω τον διάλογο , αυτό το αλληλοφάγωμα της άγνοιας, τη βαθιά υπόκλιση
στο εσύ ,που όμως δε λαβώνει την υπόληψη του εγώ.Σταδιακά δοκίμαζα τα κατάλληλα
σκαπτικά εργαλεία και διαπίστωνα ότι το πολυτιμότερο αυτών είναι η ακροαστική
ικανότητα,η θέληση να ακούω υπομονετικά και αφοσιωμένα τον αντίπαλο . Να
τοποθετώ,όπως κάνουν οι γιατροί, ένα υποτιθέμενο στηθοσκόπιο πάνω του και να
αφουγκράζομαι τους ήχους της συνείδησής του. Τα επιφωνήματα, τους κρότους του
μυαλού , τα βουητά και τις σιωπές του σώματος , τις στιγμές που πάει να
γεννηθεί μια σκέψη , τις άλλες που σωριάζεται κατάκοπη ,το χτες και το αύριο
της επιθυμίας του. Μέσω της καρτερικής ακρόασης μπορούσα να διακρίνω τη χροιά
του χαρακτήρα που στεκόταν απέναντι μου. Έμαθα να ξεχωρίζω την αμυντική ,την
επιθετική και τη διαλλακτική τακτική του. Και ίσως κάτι αναπάντεχο :
αντιλήφθηκα τις εποχές του βλέμματος των άλλων .Την καλοκαιρία , την αποσύνθεση
, την παγωνιά και τη σπίθα του ξανανιώματος. Τα απορημένα , τα μισόκλειστα, τα
ακίνητα , τα τρεμάμενα , τα ορθάνοιχτα , τα φλύαρα , τα λιγόλογα, τα επίμονα,
τα αδιάφορα, τα απελπισμένα , τα μειλίχια μάτια . Κι ας πούμε ότι έγινα ένας
μετεωρολόγος των ματιών. Αυτών που κοιτούν διαπεραστικά κι αυτών που κοιτούν
επιπόλαια. Αλλά δεν έφτανε να παραμένω μονίμως ακροατής. Ήταν ανάγκη κάτι άλλο
να βάλει λαρύγγι στην ακρόαση ,να μετατρέψει τον εισβολέα σε νοικοκύρη .Έπρεπε
το χρυσάφι που στοιβαζόταν να κοπεί σε νομίσματα και να ξεπληρώσει τον δανειστή
. Ακόμη κι αν χρειαζόταν να πουληθεί το προηγούμενο βιος μου. Ήταν ανάγκη να
ξεσπιτωθώ, για να μπει ξανά στο μέλλον κάτω από κεραμίδι το είναι μου. Παρόλο
που ναι , είναι μεγάλη δοκιμασία να μένεις άστεγος ,έξω απ' τις σκέψεις σου που
αιφνίδια τις καταλαμβάνουν άλλα ρεύματα,άλλες κατευθύνσεις, άλλοι πειρασμοί.
Και πόσο φοβερό όταν γίνεσαι καταστροφέας των όσων ήδη φύλαξες βαθιά στις
αποθήκες. Σταυρωτής του βολεμένου εαυτού σου. Σα να σχίζεις ποιήματα που ξέρεις
ότι έπρεπε ήδη να πορεύονται για το τυπογραφείο.
Εκφυλισμένη δημοκρατία και ανιμισμός
Υπάρχει άραγε τρόπος
για να καταπολεμήσει κανείς
ένα πανίσχυρο σύστημα εξουσίας ; Ανέκαθεν
οι άρχουσες δυνάμεις
φρόντιζαν να δημιουργούν ένα αδιαπέραστο
προστατευτικό περίβλημα , ώστε να
αποτρέπουν κάθε πιθανότητα
ανατροπής του πολιτικού
στερεώματος . Τα συστατικά αυτού
του περιβλήματος ποικίλουν από
εποχή σε
εποχή , ανάλογα με το
χαρακτήρα του πολιτεύματος
και τα αντανακλαστικά των
πολιτών . Έτσι , ανάμεσα στα
συστατικά περιλαμβάνονταν η σωματική
βία , ο ψυχολογικός πόλεμος
, η γραφειοκρατία , η
πελατειακή πολιτική , η αδιαφάνεια , ο
μηχανισμός επιβολής απόψεων , αλλά
και το συνταίριασμα όλων ή μερικών από τα παραπάνω .
Αν
τώρα πάρουμε την περίπτωση
της εκφυλλισμένης
δημοκρατίας , υποτίθεται ότι
οι φορείς της εξουσίας
θα πρέπει να είναι ανοιχτοί
στο διαρκή έλεγχο από
τη μεριά των πολιτών και να
επιδιώκεται ο δημιουργικός
διάλογος μεταξύ οργάνων
διοίκησης και διοικούμενων
. Ωστόσο , τελικά επικρατεί
η λογική της «κλειστής» διοίκησης
. Τις περισσότερες φορές
, βέβαια , προσφέρονται στους
πολίτες υποκατάστατα της
ουσιαστικής ανοιχτής συνδιοίκησης
. Για παράδειγμα , όλες
οι πραγματικές ελευθερίες
αντικαθίστανται από βαρυσήμαντες διακηρύξεις
, ώστε να χορταίνει η ελπίδα και να
εξασθενεί η αντίδραση . Οι
διάκονοι του συστήματος , επειδή
κυρίως αυτοί διαθέτουν
τους πόρους , την επωνυμία αλλά
και τη στήριξη της
οικονομικής απολυταρχίας , βαφτίζονται
αντιπρόσωποι των πολιτών και
πείθουν τις μάζες
ότι μέσω αυτών
εκφράζονται και
κατοχυρώνονται τα πρωταρχικά
δικαιώματά τους .Ο «δήμος»
εμφορείται από την ιδέα
ότι υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα
που σχετίζονται άμεσα
με το μικροπεριβάλλον του
κι ότι για τα
μεγάλα και σπουδαία
υπάρχουν οι ειδήμονες , οι οποίοι
με στήριγμα την
εμπειρία και τις
σπουδές τους θ’ αφαιρέσουν τα καρφιά
από το δρόμο της πολιτικής
ζωής ενός τόπου .
Επιζητείται μάλιστα η πόλωση
του «δήμου» σε υποτιθέμενες
διαφορετικές προτάσεις για
την άσκηση της πολιτικής , τις
οποίες εκπροσωπούν τα
κόμματα . Στην
πραγματικότητα , σε μία
εκφυλισμένη δημοκρατία τα κόμματα
συνιστούν διαφορετικές ιδεολογικές
εκτελέσεις της ίδιας συνταγής
, την οποία καθορίζει ένας
υπέρτερος , στις μέρες μας
παγκόσμιος , νους .
Όταν
πια φτάνουν οριακές
στιγμές , κι αφού έχουν προηγηθεί
καιροί απίστευτης πολιτισμικής
ρηχότητας , οι δήθεν
εξαπατημένοι αποποιούνται την προσωπική τους ευθύνη
για την κατολίσθηση
του δημόσιου βίου και
στρέφουν τα πυρά τους
στα θεσμικά όργανα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας
, τα οποία στο παρελθόν
της καταναλωτικής ευφορίας περιέβαλλαν
με έναν ιδιότυπο
ανιμισμό . Έτσι , αποκτούσαν
ψυχή στη συνείδησή τους
τα κόμματα ως εταιρείες
εξυπηρέτησης ατομικών επιθυμιών
μέσα από τα σύμβολά
τους , το έμβλημα , τη
σημαία , τον λογότυπο , το χρώμα , τον αρχηγό
: όλα εκφράσεις ενός διψασμένου
για είδωλα συλλογικού Εγώ .
Ο ανιμισμός γίνεται
ωστόσο ένα από τα όπλα
των αδύναμων και στις
εποχές της αποσύνθεσης
, αλλά με διαφορετικές
συντεταγμένες . Αποκτά περισσότερο
τον χαρακτήρα του εξορκισμού των
δεινών . Τα ανθρώπινα σύνολα
πιστεύουν ότι οι λεκτικές
και σωματικές εκδηλώσεις τους
εναντίον των πολιτικών έχουν δύναμη , ότι
μπορούν να απονευρώσουν
την κρατική αναλγησία
. Εν μέρει το κατορθώνουν . Ο πυρήνας όμως της εξουσίας μένει
αλώβητος από τέτοιου είδους αντιδράσεις . Το να δίνει κανείς ψυχή
σε ένα αντίγραφο μιας
κατάστασης ή ενός προσώπου και να
διοχετεύει όλη του την οργή
σε αυτό το αντίγραφο
, παραβλέποντας ότι πίσω από
αυτό υπάρχει το πραγματικό
πρόβλημα , μοιάζει με
την τραγική αυταπάτη του
Δον Κιχώτη ότι γίνεται
κανείς ήρωας πολεμώντας με
ανεμόμυλους . Το να κατασκευάζει ομοιώματα
πολιτικών και να
τα καταστρέφει δημοσίως ,
εκτονώνοντας με τον τρόπο αυτό
την επιθυμία του
για μεταρρύθμιση της υπάρχουσας κοινωνικής και πολιτικής δομής , αποτελεί παραδοχή
της ανικανότητάς του
να προσεγγίσει και
να βλάψει αλλιώς αυτό
που τον καταδυναστεύει .
Στην εκφυλισμένη δημοκρατία και
οι δύο εκδοχές του ανιμισμού
λειτουργούν προς εξυπηρέτηση του
συστήματος . Στην πρώτη περίπτωση , ο
πολιτικός κόσμος εγγράφεται
στη συνείδηση των πολιτών
με όλα τα τελετουργικά στοιχεία
μιας θρησκείας , της οποίας
η άρνηση ισοδυναμεί
με τον κοινωνικό
αποκλεισμό . Στη δεύτερη περίπτωση , ο πολιτικός
κόσμος αποδυναμώνεται ανώδυνα
, πλήττεται περισσότερο ο
βλαστός παρά η ρίζα
του , η οποία συνεχίζει , παρά
το χαλάζι της ατυχούς
συγκυρίας , να δουλεύει υπόγεια
και να προετοιμάζει τους επόμενους
βλαστούς . Το ερώτημα ,λοιπόν ,
προκύπτει φυσιολογικά : μπορούν
τα κοινωνικά σύνολα να
αποβάλλουν τα στοιχεία
ενός πολιτικού πρωτογονισμού
και να μετατρέψουν
την αποδοκιμασία τους
σε συγκεκριμένα αιτήματα
και σε καθορισμένες
δράσεις που θα αμφισβητούν
την ουσία κάποιων πολιτικών επιλογών
; Προσωπική μου άποψη είναι πως
αν μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο , αυτό έχει
βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα ,
αφού απαιτεί από
όλα τα μέλη ενός κοινωνικού
συνόλου να πιστεύουν απαρέγκλιτα
στις ίδιες αρχές
και να διατηρούν
χωρίς διαρροές την
ταυτότητα οργανωμένου συνόλου .
Ωστόσο , όπως έχει αποδειχτεί και ιστορικά
, ακόμη και από τέτοιες βραχυχρόνιες εκδηλώσεις
πολιτικής σύμπνοιας των
μαζών μπορούν να
γεννηθούν ανατροπές και να χαρίσουν στην ανθρωπότητα διαλείμματα
ενός πραγματικού πολιτικού ανθρωπισμού .
Κώστας Τσιαχρής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου