1. Κ.Τ. Δεσμώτης
2. Κ.Τ. Λυόμενος
3. Ο βρικόλακας
4. Ελθέτω η απουσία σου
5. Κρυπτεία
6. Το κατά ηδονήν Ευαγγέλιον
7. Θα’ρθει το Νόημα
8. Άνευ Νοήματος
9. Αυτοκαταστροφή
10. Οιωνοσκοπία
11. Ο διανομέας
12. Χειροτεχνία
13. Διελκυστίνδα
14. Η ραγισματιά
15. Εν αναμονή
16. Νέκυια
17. Εκ προμελέτης
18. Βραδινή προσευχή
19. Εις μάτην
20. Δεδικαίωται
21. Εις τον τύπον των ήλων
22. Dura lex sed lex
23. Ταλιθά κούμι
24. Το μπλε σακάκι
25. Όταν σκοτώνεις αυτό που σε αγαπάει
26. Έναστρη νύχτα
27. Αλλ’ουδέν έρπει ψεύδος
28. Το αδράχτι
29. Έπρεπε
30. Επαιτεία
31. Έπεα πτερόεντα
32. Εικονικοί αυτόχειρες
33. Επίλογος
Κ.Τ. Δεσμώτης
Ας ήμουνα δεσμώτης
σε ένα λεπτοδείκτη
πάνω στο ρολόι σου
να περιφέρομαι σα
χρόνος
σαν κομμάτι από το μέλλον
να χτυπούσα αδιάκοπα
τα τέταρτα και τις μισές
Αν σταματούσαν τα γρανάζια
θα με κούρδιζε ένας τρόπος
ν' αναμένω την ταπείνωση σα θαύμα
Αν έσπαζε ο θόλος
θα έμπαιναν ημίθεοι
να με λευτερώσουν
με τσεκούρια και
λοστούς
Την ώρα που θα σήμαινε
"ακριβώς"
όταν η τύφλωση κι η ίριδα
συμπίπτουν
δώδεκα ακριβώς
όταν δεν ξέρεις τι γεννιέται
από το φάγωμα της νύχτας
πόσες λάσπες θα ξοδέψει το
μυαλό
ώσπου απ' τις τρύπες του
να στάξει νους
Τι τυραννία!
Όμως κι ελεύθερος
Εγώ
-ας έσκαγαν απ' το κακό τους οι
ελευθερωτές-
θα σου έκλεινα το μάτι
συνωμοτικά
και θ' άφηνα ανοιχτό
πιο κάτω απ' τα πλευρά
ένα κομματάκι
να μου έρχεσαι σαν όρνιο
κάπου κάπου να τσιμπάς
και να σε τρέφω
δευτερόλεπτα κι αιώνες
Κ.Τ. Λυόμενος
«Και
Δοῦναι Την Ψυχήν Αὐτοῦ Λύτρον Ἀντί Πολλῶν»
Ματθ. 20.28
Μετά
από τόση ευωχία
συνεργασία
με γύπες
κι άλλα αρπακτικά
Το συκώτι που φαγώθηκε
έμεινε
λειψό για πάντα
ένα
τρεμάμενο και σκάρτο δόλωμα
Και
τώρα σας ζητώ επιτέλους
να
μ'αφήσετε μες στην ανησυχία μου
ν'
αναβοσβήνω σα φανάρι χαλασμένο
να
μπερδεύω τ' ανθρωπάκια
που
νομίζουν
πως
χαρίζονται έτσι εύκολα
οι φωτιές
Ο βρικόλακας
Είμαι ένας κύριος
με νοοτροπία βρικόλακα
άριστος στον κλάδο του
με ντοκτορά και με πολλές περγαμηνές
Δεκάδες θα με ζήλευαν
που απλώνομαι με τακτ τις νύχτες
πάνω στα κρεβάτια σα μανδύας
και τυλίγω στις πτυχές μου
σώματα άλλων
Κι έτσι που είναι εξαντλημένα
κι άδεια από αγάπη
όταν σκύβω να δαγκώσω
μου υπογράφουν συμφωνίες άνευ όρων
μεταβίβασης των κοφτερών δοντιών τους
στο οπλοστάσιο των βρικολάκων
Í
Ελθέτω η απουσία σου
Τι μ’ αφήνεις μόνο;
Αγρίεψε το σπίτι
Ξεστομίζει μούχλα
Κόβει ασβέστη απ’ το ταβάνι
Τον χιονίζει στα μαλλιά μου
Με γερνά
Τι μ’ αφήνεις μόνο;
Πέντε το πρωί
Ανοίγουν πόρτες
Βγαίνουν στίχοι
Μπαίνουν ερημιές
και στήθος λύκου
μ’ αναπνέει
Μ’ αφήνεις μόνο
Χόρτασαν τα κάδρα σκόνη
Βήχουν μαύρο τα συρτάρια
κρακ και κρακ
Παντού τριγμοί
Ελθέτω η απουσία σου
Μ’ αφήνεις μόνο
Ας έβαζα έστω
τις ρυτίδες μου σε τάξη
Ελθέτω η απουσία σου
Ας έχωνα το χέρι έστω
να τραβήξω μέσα απ’ τους σοβάδες
το αρχικό μου δέρμα
Ελθέτω η απουσία σου
ή έστω την κραυγή του βρέφους
που γεννάει από τα χείλη του
τον κόσμο
Μόνος
Σφίγγω τους νεκρούς
Μεσίστια στην παλάμη
ανεβαίνει μια αστραπή
Ελθέτω
Απόψε βρέχει
Βρέχει εσένα
κι ίσως
-δόξα σοι ο λυγμός-
απ’ το πολύ νερό
ξαναφυτρώσει
κάτι
Κρυπτεία
Τόση
και τόση ζωή ξοδεύτηκε ανάμεσα σε θάμνους
και σε φυλλώματα περιμένοντας τον εχθρό
και τόσο τα λόγια μου ήσαν πάντοτε ένας κόπος
μια στιγμή αποκάλυψης των όπλων
που θα προτιμούσα πλήρως να εκτεθώ
χωρίς προσχήματα και λύσεις της ανάγκης
Ορατός από όλες τις γωνίες
με τα κόκκαλα στη φόρα και τις αμαρτίες ωμές
Ίσως
με τέτοια μέσα να κολακευτεί ο εχθρός
όταν θα τρίβομαι σα γάτος πάνω στα σπαθιά του
κι ίσως απ’την πλήρη αμηχανία
θα θελήσει εκείνος τώρα να κρυφτεί
σε κάποια απ’τις πολλές χαράδρες του μυαλού
Το κατά ηδονήν ευαγγέλιον
Είμαι
χωμάτινος
Βουλιάζω
απ’ το βάρος μιας αράχνης
Η αγωνία μου
λιώνει χιλιόμετρα
μέσα στο στήθος
ώσπου ν’ ακουμπήσει
μια συγχώρεση
Για
τα λάθη που πληρώθηκαν
σε λάθος τόπο
Για τους δεσμώτες
που ξεκίνησαν την έξοδο
χωρίς μια συμφωνία κυρίων
για τα μετέπειτα
Για το πάντοτε και το ποτέ
Λες κι όλα τα μελλούμενα
αφήνουν κατακάθι στο παρόν
Ότι απ’ τον άνθρωπο
περισσεύει πάντα
ένα κομμάτι τέρας
Ότι από μόνη της
μια τέτοια ηθική
γεννάει ελπίδα
Άμποτε
να σηκωθεί σαν ευαγγέλιο
Άμποτε
ένα λουλουδάκι
τρίζοντας τα δόντια
σε όσους πήραν για παράδεισο
τα δεκαπέντε εκατοστά
της ηδονής τους
Í
Θα’ρθει το νόημα
και
θα μου χτυπήσει
μόνο
του την πόρτα
αργά
το βράδυ
και θα' χω ξεντυθεί
θα
φοράω τ'άστρα
κι
ένα κομμάτι μαύρο
Θα
αφήσω το κορμί μου
σκόρπιο
στην κρεμάστρα
Θα'ρθει
το Νόημα
και
θα κρατά σφουγγάρι
βουτηγμένο
στα όνειρα
Θα
σβήνει τα καρφιά της μέρας
Θα ξεγράφει τις πληγές
Θα
μου χαμογελά παμπόνηρα
Θα'ρθει το Νόημα
Θα
φτερουγίζει τυφλό
γύρω
απ'τη λάμπα
και μόλις
σβήσουνε τα φώτα
όταν
τα τελευταία θα γίνουν πρώτα
Χωρίς ψυχή
χωρίς μελάνι
Θα
πέσει ψόφιο
Θα ξεθυμάνει
Άνευ Νοήματος
Οτιδήποτε
ήταν περιττό
στην πορεία ξέφτισε
Έμεινε απλώς η θύμησή του
μια ανεξήγητη ροπή
Σαν την πόλη που γυρνάει πλευρό
μες στα μεσάνυχτα
και χύνεται τσιμέντο στ’ άστρα
Εδώ
είναι η συνοικία των ανθρώπων
που λησμόνησαν τον άνθρωπο
Το μεταλλείο που έσφιξε στον κόρφο
τα μαλάματά του
και μαράθηκαν τα μπράτσα κι οι λαιμοί
των γυναικών
Ο βαθύς λόγος που στάζει πάνω στα ποιήματα
και τα πορώνει
Όταν βγαίνει το προσωπείο
δεν υπάρχει καν πρόσωπο
Όλα κρίνουν και τίποτε δεν κρίνεται
Και
κάποιοι σήκωσαν τον έρωτα
σα χάντρα στο λαιμό
Ματιάστηκαν
και τριγυρνάνε όλη μέρα
μ’έναν πονοκέφαλο στη μνήμη
Και
τι’ ναι αυτό που βγάζει τους κήπους
απ’ τα στήθη των ανθρώπων;
Τι λιπαίνει το χώμα το αγιάζει
του αντιγράφει σπόρους απ’ το μέλλον;
Ίσως
η στέρηση αυτή
δε θα’ πρεπε ν’ αγγίζει
Ίσως
από τα περιττά
να βγαίνει ουσία
Προπάντων
ίσως φάνηκε
το πώς στραβώνει ο χρόνος
την αλήθεια
Í
Αυτοκαταστροφή
Πώς
παίρνει και με χαρακώνει
μια απόκοσμη ευχαρίστηση
σχεδόν σα να γυρίζω
το σπαθί στα σωθικά μου
όταν στο αποκορύφωμα του τρόμου
πιάνω το ψαλίδι
κομματιάζω δίχως σκέψη
τους ανθρώπους που αγαπάω
τους χωρίζω σε μερίδες
τόσο για την εγκατάλειψη
τόσο για την παιδωμή
για την ανάταση την πυρκαγιά
την πάλη με τις πτώσεις
τους μοιράζω σε φωλίτσες
κι ας χύνουν από πάνω
τα βεγγαλικά τους τύψεις
Όσοι
αγαπώ είναι χαλάσματα
της θέλησής μου ν’αγαπήσω
ή ν’αγαπηθώ
Οιωνοσκοπία
Ο διανομέας
Έτσι
που ανέβαινε
λαχανιασμένος ως την τελευταία του λέξη
σέρνονταν στις σκάλες τα φτερά
έμπηγε τις φωνές η καθαρίστρια
Ανάθεμα την ώρα που γεννιόσουν άγγελος
απ’την αρχή σου κι απ’το τέλος φαντασμένος
Χτύπαγε με νεύρο τα κουδούνια
έσφιγγε στο στόμα τον αέρα
σα λαγωνικό πονούσε τις φωνές
Ώσπου τον έπιασε απ’το φωτοστέφανο
ένας άντρακλας αγουροξυπνημένος
τι χτυπάς ρε φίλε απ’τις οκτώ;
Ακόμα βράζει ο ύπνος στα σεντόνια μας
Το ψωμί μου βγάζω κύριε διαμαρτύρονταν
κι έκανε για σινιάλο επιβεβαίωσης
τα έντυπα που κράταγε στο χέρι
το ψωμί μου που πώς να συντηρείς φτερά
πώς να μοιράζεις την αθανασία πώς
σε τέτοιους άθλιους ουρανούς;
Í
Χειροτεχνία
Απρόσμενα
σε μια στιγμή απόδοσης τιμών στον εαυτό μου
το αποφάσισα
Θα έκοβα το χέρι μου και θα το τύλιγα σε μια σακούλα
Θα το έθαβα βαθιά στο δάσος
Ύστερα θα έκανα πως με εγκατέλειψε η γραφή
πως δεν υπήρχαν σχήματα να κλείσω μέσα τους
σιωπές ή μουσικές
Θα αρνιόμουνα με πείσμα την αφή
Ποτέ δε χάιδεψα δεν πίεσα δε χτύπησα Ποτέ
Θα’μουν ολάκερος μια αγκαλιά χωρίς αφή
Σα δάχτυλο που με κουνάει
προς συμμόρφωση ο μέσα κόσμος
Κι αν παραδόξως τύχαινε
κι ακούγονταν στην πόρτα ένας χτύπος
(χέρια είναι αυτά…ποτέ δεν ξέρεις…)
Θα υποκρινόμουν τον κουφό ή τον ανάπηρο πολέμου
περιφέροντας με θλίψη κάτω από τον ώμο μια μουτζούρα
σε ένα σώμα κατά τα άλλα καλλιγραφικό
Διελκυστίνδα
Για πόσον καιρό θα
παίζουμε ακόμη αυτό το παιχνίδι
με το ένα χέρι ακόμη απαλό
κι αδούλευτο
το χέρι που όπως ακουμπάει τη λάσπη
σχηματίζονται αγγεία αγάπης;
Για πόσον καιρό
το άλλο χέρι γαντζωμένο
απ'τις καλύτερες
στιγμές
μιας αμαρτίας
για πόσον καιρό
θα δίνεται ενέχυρο
στον δισταγμό ;
Ποιο χέρι θα τραβήξει δυνατότερα
το νόημα στη μεριά του;
Προτού μετρήσει ο επόπτης :
Ένα ....δύο....τραβάτε
και τα χείλη γίνουν
μια παρένθεση
που ξεριζώνει από τα σωθικά της τους
κανόνες
μια παρένθεση πιο βρόμικη
και υγρή
κι από την πιο
περπατημένη λέξη
Η ραγισματιά
Χτύπησες
με τρόπο αδιάφορο
κι
έσπασε ένα τζάμι
μέσα
στο παιδί που κρύβεται
στο
στήθος μου
Γεμάτος πανικό
κατέβασα
τα χέρια μου απ' τον ουρανό
και
σήκωσα -δέρμα γυμνό- τα θρύψαλα
να
μην προλάβει η ραγισματιά
να
φτάσει ως την καρδιά του
Να μείνει
μέχρι
τέλους ήλιος
με
γαλάζιο φανελάκι
και
στα μάτια του να γίνονται τα κύματα
συνέχεια ζωγραφιές
Εν αναμονή
Για τελευταία φορά στην ανοιχτή βαλίτσα
περιμένει ακόμη λίγος χώρος για την έξοδο
ακόμη ένα χρέος διψασμένο
που χωράει τα φανερά και τα κρυφά μας λόγια
Σα να μας δίνουν ένα όνειρο
και θέλουν να το κόψουμε σε χίλιους ύπνους
σε κάθε πόντο του μαξιλαριού να βγουν αχτίδες
κι ένας ήλιος να περικυκλώσει το κεφάλι μας
που σιγά σιγά θα γίνει πονοκέφαλος από άλλα χρόνια
τότε που λίγα έμοιαζαν ακίνδυνα και περισσότερα υπόσχονταν αγκάθια
Κι έτσι τώρα στην αγάπη νιώθουμε μονάχα ένα πισώπλατο μαχαίρωμα
τώρα ισορροπία φέρνουν μόνο οι στροφές
και κάθε δευτερόλεπτο η ζωή μας συμμαχεί με τη βιασύνη
Η ανοιχτή βαλίτσα περιμένει
ένα καρδιοχτύπι που θα δώσει κίνηση ή ακινησία στην πόρτα
Περιμένει
Νέκυια
Δεν ξέρω αν ο άνδρας
που παριστάνει κάθε απόγευμα τον θάνατο στο πάρκο
αν είναι απλώς μια αυταπάτη
αν τρέφεται και τρέφει νεύματα από άλλους τόπους
αν γεννιέται απ’τις απόκρημνες μεριές της μνήμης
κι ύστερα αν πάλι πέφτει σ' έναν χώρο άδειο από φοβίες
Έρχεται κάθε απόγευμα κοντά στα δέκα χρόνια
μ'ένα σκουρόχρωμο παλτό
μ' ένα χαμόγελο βγαλμένο από πίνακες του Μπος
αρρωστημένο κάτω από την άνοιξη του
Φτιάχνει πηγάδι ανάμεσα στους ζωντανούς και κατεβαίνει
του σφυρίζουν τα παιδιά αλλά κατεβαίνει
τον πιέζουν σα χρησμό πίσω απ' τα χείλη κατεβαίνει
του χαράσσουν στα παγκάκια ζωγραφιές και δυναμώνει
μνήσθητί μου σκοτεινιάζει
Αν κάποιος πλησιάσει βλέπει
ένα κατάρτι στο στήθος του βλέπει φύκια
πετρωμένες γοργόνες στις πληγές του
βλέπει άνεμο παντού
αλλά πάνω απ' όλα νοσταλγία για ένα ατέλειωτο ταξίδι
Μόνος και σκληρός
μα η μοναξιά σκληραίνει
αυτούς που ζουν χωρίς ν' αγγίζουν
Καθόλου δεν παραξενεύομαι ας είναι
μέσα σε τόσους δήθεν ζωντανούς ας είναι
κι ένας γνήσια πεθαμένος
Εκ προμελέτης
Ας υποθέσουμε ότι φυλάγουμε βαθιά μας έναν ουρανό
με αστεράκια, ξέρετε, με ηλιοβασιλέματα και τέτοια γραφικά
κι ότι μπροστά απ' αυτό το μεγαλείο αισθητικής
μπροστά απ'τον άγγελο που μάχεται να σβήσει
τις βρωμοδουλειές μας με χαρτί κουζίνας
πετιέται ξαφνικά ένα ελικόπτερο παντός καιρού
κι αρχίζουν από εκεί να κατεβαίνουν βατραχάνθρωποι
για τη διάσωση των σκοτεινών μας αναμνήσεων
για ένα απόγευμα σταματημένο μέσα στο αυτοκίνητο
περιμένοντας αν το αίμα θα ετοιμάσει τις βαλίτσες του για θάνατο
αν σταματήσει απότομα ο σφυγμός της γης
κι όλα πάρουν πετρωμένη όψη
όπως το σπίτι που το ξέχασε ο νόστος
... καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει... έχε το πάντα
πλάι στα φτερά για να εξηγείς τα σύννεφα
Είναι στη χάση τους που λάμπουν τα πράγματα
άκου με που σου λέω
Δε θέλει ουρανό για να αποκτήσει ύψος η ελπίδα
Σκοτώνουμε τον ουρανό
μπας κι απομείνει στο κεφάλι μας
μια στάλα γη
Í
Βραδινή προσευχή
Ας είναι Κύριε αυτά τα τελευταία λόγια της ημέρας
Τώρα που το κεφάλι χωνεύει ακόμη τις εικόνες του με αγάπη
γουργουρίζοντας σα χώμα
που του δόθηκε νερό μετά από μήνες ξηρασίας
Δώσε πρώτα τα μεγάλα λόγια να κοπάζουν
όταν έχουν ξεσπάσει κι έχουν απομείνει κάτω από το σάρωμά τους
ρημαγμένες στέγες ή αγάλματα θεών
που χάθηκε η στύση τους σε κάποια βάθη του καιρού
Έπειτα να φτάνουν ως τα αυτιά μας οι κραυγές -βοήθεια- των αγγέλων
όπως ο ένας στάζει αμαρτία μέσα στον άλλο και δροσίζει τα σκοτάδια του
Αλλά στο τέλος, μεταξύ μας, διώξε από τα χείλη αυτόν τον λυρισμό
που κόβει μέρες από την αλήθεια
και τις δίνει απλόχερα στην πρώτη ανεύθυνη παρηγοριά
Αμήν
Í
Εις μάτην
Δεν αλλάζει εύκολα η γεωγραφία ενός ανθρώπου
Πόσα βουνά να στήσει για να μη φανεί μια επίπεδη ζωή ;
Οι κορυφές θα λιώσουν με το πρώτο άγγιγμα
κι οτιδήποτε θυμάται ουρανό θα γίνει λήθη
Είναι ένας τρόπος για να τιμωρείς τα ύψη
τα φτερά που το σκασαν από τις πλάτες των αγγέλων
Πες :Καληνύχτα αίμα Κι όλα γίνονται και πάλι παγετώνας
Είναι ένας έντιμος αποχαιρετισμός
σε όσες λάβες θάφτηκαν
και θα θαφτούν βαθιά στο χιόνι
Í
Δεδικαίωται
Δικαιώθηκαν όσοι έμειναν με την ερώτηση
"τι απομένει από τον έρωτα" στεγνή πάνω στο σάλιο
Δικαιώθηκαν οι κόποι της μέρας το βραδινό σκοτείνιασμα κάτω απ'τα
μάτια
το μάρμαρο που μετάνιωσε για τις τόσες φορές που έμεινε
υπάκουο στα χέρια του γλύπτη
Δικαιώθηκαν όσοι κοίταξαν από ψηλά τον εαυτό τους και
τίποτε σα ναυτία δεν τάραξε την πλήξη τους
Όσοι μέτρησαν τριάντα προδοσίες και στο τέλος απ' το λαιμό
τους κρεμάστηκε σα θρίαμβος το αργύριο
Δικαιώθηκαν όσοι παραβίασαν το κόκκινο και πέρασαν στην αιωνιότητα
μαζεύοντας κλήσεις που έκοψε το ίδιο τους το σώμα
Ό,τι ζήλεψε τον ουρανό και φόρεσε καταμεσήμερο αστέρια για να
μοιάζει πιο πολύ ουρανός Δικαιώθηκε
Το έξω φως που για να βγει απ'το μέσα πέρασε μια μαθητεία στον
ίσκιο Δικαιώθηκε
Δικαιώθηκαν αν κάποιοι δάγκωσαν τον μύθο και γεύτηκαν την
αλήθεια
Αν όπως οι μωρές παρθένες βαρέθηκαν να κρατούν αναμμένο το λυχνάρι τους κάτω
απ'τη φούστα και σκόρπισαν χαχανίζοντας στα γειτονικά μπαρ
Δικαιώθηκαν αν έκλεισαν το παράθυρο για να τρυπώσει πιο βαθιά στους
πνεύμονες ο καπνός από τον φλεγόμενο πειρασμό
τους
Αν πρόδωσαν το έτερον ήμισυ για να βρουν έστω μισό έτερον μια μικρή
κατάφαση δίπλα στις άπειρες αρνήσεις
το γέλιο που σταμάτησε μεταξύ ονείρου και Βασιλίσσης Καρδίας
Όσοι γέρασαν από έρωτα και ξανάνιωσαν από μοναξιά
Δικαιώθηκαν
Όσοι απέρριψαν εν καιρώ χαλασμών μια πρόφαση για ξημέρωμα
Δικαιώθηκαν
Μονάχα μια δικαίωση εκκρεμεί ...του Πόντιου Πιλάτου
Εις τον τύπον των ήλων
Κι αν δεν υπάρχουν σημάδια
Επινόησε τα
Θα χρειαστούν βεβαίως
πολλά καρφιά
μα περισσότερη σιωπή
για ν'ακουστούν οι χτύποι
δυνατά ως τις τύψεις
Αλίμονο...
Τα τόσα χρόνια
που παρίστανες τον καρφωμένο
κάτι θα άφησαν
έστω το σχήμα μιας πληγής
την αγωνία του τραγικού
που εκτάκτως ματαιώθηκε
Και μη νομίζεις θα το νιώσουν
οι μονίμως σταυρωθέντες
Θα σκεφτούν τι τυχεροί
Τι τυχεροί που πορευτήκαμε
ολάκερη ζωή
με τέτοιο πάθος
Με τα καρφιά μας
στη σωστή τους θέση
Dura lex sed lex
Ασφαλώς δεν είναι της στιγμής
οι όποιες αντιρρήσεις
ο βαθύς θυμός
η σκέψη για παροξυσμούς
ή για περίπατο σε ναρκοπέδια
που άλλωστε δεν έχουν θέση
σ'ένα μικροσκοπικό μυαλό
Προέχει η αφοσίωση
το βλέμμα στην καρδιά του νόμου
η ευθυγράμμιση σκοπού κι απελπισίας
Με τη σκέψη
τη συγκίνηση
το δέος
στο σοφό γέροντα
που κατάπιε τον νόμο σα φαρμάκι
και τον έκανε ν'αγιάσει
μες στις φλέβες του
φωνάζοντας πως
από μέσα του χαλάει ο άνθρωπος
-Δεν είναι οι βροχές
Από μέσα του σηκώνει ερείπια
-Δεν είναι η ποίηση
Και δεν ακούει όταν
τα πάντα ξεφωνίζουν Άνοιξη
Έχει έναν τρόπο να μαραγκιάζει
μέσα του τον κόσμο ο άνθρωπος
Ταλιθά κούμι
Για
εποχές πολλές
κρυμμένο
πίσω απ' τη βαριά φωνή
χωρίς
ν'αφήνεσαι να δώσεις
σήματα
λεπτότητας
γεμάτο
εντούτοις
από
ένταση δαιμονική
σε
πλάκωνε και σε φοβέριζε
με
μύρια ξόρκια και προσχήματα
σου
έκοβε τη φόρα
αδημονούσες
να ουρλιάξεις
ν'ανεβείς
να ξεχειλίσεις
σε
λογάριαζε νεκρό
"ενθάδε
κείται"
και
χτυπούσε με το δάχτυλο
επίμονα
για επιβεβαίωση
τον
κρόταφο
Μα
τώρα έφτασε το πλήρωμα
δεν
ωφελούν περισσότερα δεσμά
ανέβα
πάνω
αναστήσου
και περπάτησε
καμαρωτά
στα
χέρια
στους
γοφούς του
στο
χαμόγελο
ξεκίνα
να
πληρώνεις τη ζωή του
όπως
μπορείς,
μισοπνιγμένο
θηλυκό
του
ένστικτο
Το μπλε σακάκι
Και
βέβαια
ώσπου να σβήσει το αίμα μου,
το ίδιο σακάκι
πολυφορεμένο σε δεκάδες επισκέψεις
φθαρμένο από τα χέρια
που ακουμπήσαν
θα φοράω
με το χρώμα του θαλασσινού βυθού
τα κολλημένα φύκια στο γιακά
το χτυποκάρδι που φουσκώνει
δυνατά μες στο μανίκι
όταν απλώνεται και γράφει
όπως απόψε
Αν ήξερα σε ποιον αιώνα
θα μιλήσει
θ’ άνοιγα εκείνο το κουμπί
που κράτησε κλειστή τη θέα
προς το στήθος
προς τα μέρη του βοριά
Δε θα σιδέρωνα τις τσέπες
που τσαλάκωσαν απότομα
χωρίς να νιώσω
την οδύνη
Ώσπου να σβήσει το αίμα μου
δε θα το βγάζω
παρά μόνο στις γιορτές
που η θλίψη για κορμί
θεριεύει
και το νείκος
η πανάρχαια ποίηση των χασμάτων
μου ξηλώνει απ' άκρη σ'άκρη
τις ραφές
Í
Όταν σκοτώνεις αυτό που σε αγαπάει
Όταν
σκοτώνεις αυτό που σε αγαπάει
δεν
απομένει παρά ένα ύφος
από
τον άνθρωπο που άνοιξε φτερά
αλλά
κουράστηκε απ' το βάρος του
και
τελικά δεν πέταξε
Όταν
σκοτώνεις αυτό που σε αγαπάει
ας
είναι το παράθυρο ανοιχτό
το
φως διστάζει
αφήνει
στο δωμάτιο εκκρεμότητες
κάτι
μεγάλα "πάντοτε"
που
με τον τρόπο της
τα
καταδίκασε η αγάπη
στην
ατίμωση
Όταν
σκοτώνεις αυτό που σε αγαπάει
δεν
περιμένει πια σε πλήρη συντριβή
κανένας
έξω από το σπίτι σου
τα
χελιδόνια φέρνουν πάγο
με
τις μύτες τους
απ'
τα μπουμπούκια σκάζουνε μαχαίρια
Ακονίζεται
η κόψη των τραυμάτων
Όταν
σκοτώνεις αυτό που σε αγαπάει
το
νόημα δε γράφει
το
μολύβι δε σημαίνει κάτι
καταντάει
σκουπιδάκι
που
θολώνει την ανάγνωση
ἐκ
γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται
το
ίδιο και η ανθρωπιά απ' το πείσμα
Όταν
σκοτώνεις αυτό που σε αγαπάει
Σε
ξεκινάει απ' την αρχή το μαύρο
σε
τελειώνει το "ως εδώ"
Πασχίζεις
να χωρέσεις τόσο αιώνιο
σ'
ένα σώμα
Και
τι θα γίνει;
Τι
θα μείνει άραγε
όταν
ξεκάνεις μέχρι και το θάνατο;
Έναστρη νύχτα
Θα
ήταν μόνο μια στιγμή
που έγινε ατσάλι
μέσα μου η θέληση
και πήρα αδίστακτος
τα σύνεργα
να μαχαιρώσω
κάτω από την καρωτίδα
εκείνη τη συνήθεια
που με ταπεινώνει
να έρχομαι και να πετάω
χούφτες άστρα
στο μολύβι
που νυχτώνει
τις επιθυμίες σου
Αλλά και τι να περιμένεις
από άνθρωπο
που έσβησε το σώμα του
απ' τον ουρανό
κι αντί να χαίρεται
τουλάχιστον
το απέραντο
της μαύρης τρύπας του
αναμοχλεύει τύψεις
για περίσσιο φως;
Αλλά τώρα σσσσσσσσς
Πάτερ ημών
ο εν τοις πειρασμοίς
Αλλ’ουδέν έρπει ψεύδος
Και για λίγο
που κράτησα στα χέρια μου
αυτό το ψέμα
δεν παραπονιέμαι
Ωραία η δύναμη
που σπρώχνει τον άνθρωπο
να ξεγελάει τη λήθη του
μ' αιώνιες υποσχέσεις
Ωραία που σταθήκαμε
για λίγο νέοι
και μετρήσαμε το σώμα
και δε βρέθηκε
μήτε σβώλος
που να μη φώλιαζε ντροπή
Αλλά για λίγο ας είχα
λίγο έναν τρόπο
να βυθιστώ στο φονιά
και να βγω στον άνθρωπο
ναυαγός
σ' ένα γαλάζιο βλέμμα
Θα' δειχναν κατόπιν
οι παλάμες μου
σα θρίαμβο
τις γρατζουνιές
που αφήνουν
τέτοιες μάχες
φονικές
Το αδράχτι
Ο
άνθρωπος δεν είναι αδράχτι
για να τυλίγεται γύρω του ο έρωτας
με υπομονή
Κάποτε το κουβάρι μένει ασάλευτο
κι ας πλέκουν οι βελόνες
Μα σαν η πλέξη χάσει τη φορά της
πόσο απόκοσμο! Ήδη το νήμα
που ποτέ δεν άγγιξες
να σ'έχει ντύσει
Κι εκεί που χαμηλώνεις ως το ένστικτο
αθόρυβα ξηλώνεται
ανάμεσα στα πόδια σου
το εσώρουχο
κι αθόρυβα
-φτυστός ο Όλυμπος-
ψηλώνει ο πειρασμός
Έπρεπε…
Έπρεπε να σπάσει
θρύψαλα η σιγουριά
να γεμίσουν
οι παλάμες χαρακιές
από ένα
ξάφνιασμα
που έφερε
ξοπίσω του σκυλόψαρα
Σε θάλασσες
όπου κολύμπησα
παιδί
αλλά αναπάντεχα
ρυτίδιασαν
τα χρόνια μου
και βγήκα
στην ακτή υπερήλικας
Έπρεπε να
σκοντάψει ο ουρανός
να σηκωθεί
ξανά
με ματωμένους
αγκώνες
με
σκισμένα γόνατα
να κουτσαίνουν
τα άστρα
ράμματα παντού
από μπλε
πρησμένα σύννεφα
Έπρεπε
να τρακάρει το πάθος με μια κολόνα
σε δρόμο
γλιστερό
που μου
πήρε τα πόδια
που μου
άφησε μόνο χνάρια
από πατημασιές
χωλών ερώτων
λαμαρίνες χωμένες
στη σάρκα
κι έναν
αερόσακο
που άνοιξε
τα πέταλα
λευκό λουλούδι
ύστερα
απ'τη συντριβή
Έπρεπε να βγάλουν τρίχωμα τα λόγια μου
χτυπώντας ταμπούρλα
μέσα στο δάσος
σπαράζοντας ωμούς
ανθρώπους
κυνηγώντας ζέβρες
το άσπρο και το μαύρο της γραφής
Έπρεπε να
κόψει πρόστιμο
στο κατοστάρι μου
ο φόβος
να χτυπήσουν οι σειρήνες απαλά
μέσα στο
πανδαιμόνιο
Για να
ακούσω εν τέλει
τη σοφία
στη νωχέλεια
της χελώνας
Επαιτεία
Σαν εκείνον
τον
ψευτοτυφλό
αργά
το βράδυ
μπαίνει μέσα
στα πορνεία
ζητιανεύει
λίγη αγάπη
λίγο σώμα
με τα μάτια
τάχα τσακισμένα
από τις
μύριες απορρίψεις
με
τα χείλη
έτοιμα να
πέσουν
γινωμένες ασωτίες
Τον κοιτάζουνε
καχύποπτα
οι κοπέλες
σφίγγουνε τα
κέρματα
καλού κακού
στις τσέπες
Βρώμισε από
πρεζόνια του έρωτα
ο τόπος
Άλλος ένας
ενοχλητικός
που παριστάνει
αλάνθαστα το
θύμα
Έπεα πτερόεντα
Οι άνθρωποι
μιλάνε
μιλάνε
πολύ
σχεδόν μονολογούν
Μόλις σηκώσει
η γλώσσα τους πανί
ορμάνε
κατευθείαν στο πέλαγος
χωρίς τιμόνι
και χωρίς σκοινί
Ο
μόνος καπετάνιος είναι
η σιγουριά τους
ότι ξέρουν τα
κόλπα των ανέμων
ότι τα
σκυλόψαρα θα κάνουν τα
στραβά μάτια
ότι στην κρίσιμη στιγμή θα πεταχτεί
ένας Ιησούς
και
θα προστάξει : κοιμήσου φουρτούνα
μιλάνε
στίβουν τη
λέξη πιο δυνατά και από λεμόνι
τρέχει ποτάμι
ο ιδρώτας
Είναι
οι σκέψεις τους
που ολημερίς σκάβουν
Αφήνουν
το στόμα να μιλάει
και το μυαλό
να βολοδέρνει στα όνειρα
Μέχρι
να τους σκουντήξει ένα αδιάκριτο γιατί
Όταν γεμάτοι
έκπληξη αντικρίζουν τις
κουβέντες τους
Όταν οι
κουβέντες τους
δίχως κανείς
μα κανείς πρώτα να τις δικάσει
καταπίνουν
από μόνες τους το κώνειο
Εικονικοί αυτόχειρες
Δεν
έχουμε απολύτως τίποτε να παζαρἐψουμε οι δυο μας
Το
όμοιο σκοτώνει αυτό που παριστἀνει το
όμοιο
Του είπε ο θάνατος του Καρυωτάκη
Είστε
πολύ θνητός για τέτοιο τέλος
Ούτε
που μπήγει το κεντρί του κάποιο ένστικτο
αυτοσυντριβής
μέσα στους
στίχους σας
Πώς
θα γυρίσει καταπάνω σας η μοίρα ;
Πώς
θα σας πνίξουν χέρια που δεν ξέρουν να αγκαλιάζουν ;
Ακόμη
και η λύπη σας δεν έχει κάτι αισθητικό
όπως
παράδειγμα ένα φέρσιμο ουρανού με καταιγίδα
Απ’
την αισθητική σας στάζει χώμα
Αδίκως
τείνετε τα δάχτυλα ή το βλέμμα σας στο χάος
Απέχετε
πολλά καθίσματα απ’ το θέαμα του χάους
Κι
αυτό που παρακολουθείτε εκστατικά
Δεν
είναι άλλο από μια πρόβα του ιδεώδους
χάους
Σε
μια σκηνοθεσία της αυλαίας
εναντίον του έργου
Í
Επίλογος
Όλα πέρασαν μ 'έναν τρόπο που παρίστανε την εξιλέωση
κι
έχω απομείνει ένας άνθρωπος που ζητά χαρτί να γράψει κάτι απ'τις
αλήθειες του
κι
οι αλήθειες του ζητούν να
σβήσουν κάτι από
εκείνον
Πέρασαν
μ' έναν αγώνα δρόμου μεταξύ
θηράματος και κυνηγού
και
πλέον δε φαίνεται ποιος θα σκοντάψει πρώτος
ποιος
θα σηκώσει από το
χώμα τον πεσμένο του
εαυτό
για να
του δώσει ακόμη μια
φορά την αντοχή να
ηττηθεί
Ευτυχώς όμως νίκησες αγαπημένη μοναξιά
την
ώρα που
έλεγα πως έφτασαν κομμάτια μου σε
λάθος χέρια
στην πιο
ανθρώπινη εκδοχή του
θεϊκού
τερμάτισες χωρίς
να περιμένεις δάφνες απ'
αυτή την ηλικία
που
όλοι φτυαρίζουν αθόρυβα το
χιόνι τους στις
αυλές των άλλων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου