Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

ΣΤΑΓΔΗΝ

               1.      Στάγδην

2.      Σαρκοβόρο άνθος

3.      Η παράσταση

4.      Οιδιπόδειο σύμπλεγμα

5.      Μετενσάρκωση

6.      Ο εμπρηστής

7.      Το ενέχυρο

8.      Ιερός νιπτήρας

9.      Ιψενικό τρίγωνο

10.   Ο πυρομανής

11.   Ρέκβιεμ

12.   Εν  κατανύξει

13.   Και σύ τέκνον ;

14.   Ελεύθερος  πολιορκημένος

15.   Αιρετικό

16.   Εν τόπω αναψύξεως

17.   Κατάχρηση  δικαίου

18.   Η κόμη της  Βερενίκης

19.   Ιατρική επίσκεψη

20.   Ιδού έστηκας επί την  θύραν

21.   Οδοντοφυία

22.   Γκραν  Γκινιόλ

23.   Πρόταση  μομφής

24.   Νυχτερινός  εργάτης

25.   Αυτοπροσωπογραφία

26.   Επί κρημνού

27.   Το μάννα 

28.   Από  μηχανής  θεός

29.   Και εγένετο υετός

30.   Ο  λαβύρινθος

31.   Επί ξυρού ακμής

32.   Παράκληση

33.   Αποστήθιση

34.   Αυταπάτες

35.   Ω ξειν αγγέλλειν

36.   Πανδημίες 

37.   Ένα δέντρο στη μέση του δρόμου

38.   Δίλημμα

39.   Φανατισμός

40.   Ο  αυτόχειρας

41.   Εν βρασμώ

42.   Μυθομανία

43.   Νενίκηκά σε

44.   Άβυσσος  επικαλείται άβυσσον 


 

Στάγδην

Αφού   από   αυτή τη  βρύση

έπαψε  να   ρέει  ζωή

όπως  άλλοτε

κι   έμεινε  το  σώμα

μια   κρεμάμενη  σταγόνα

 

Θα  πέσει,δε  θα  πέσει  

 

Και   κυρίως  δίχως  λύπη

μόνο  με  μια  τελευταία   ευχή 

να   φύγουν όλα  όπως   ήρθαν

δίχως   θόρυβο

ούτε  ένα  πλατς στο  νεροχύτη

 

 Í

Σαρκοβόρο άνθος

Πόσο  με  εξουθενώνει  αυτό  το  άνθος  

που  δυναμώνει  κομμένο   στο   ποτήρι 

ρουφώντας ζωή απ' ό,τι  στεγνώνει

πεινασμένο   κτήνος   που  ίσα το αντέχω 

ανατολή  του  άλγους     και   της   ναυτίας

που  θα' πρεπε  το  άρωμά του   να  σηκώνει  τραγούδια  

θα' πρεπε   ο  μίσχος   του  να   μη  μοιάζει   μαχαίρι 

θα' πρεπε  η  ρίζα  του  να  τραβάει  λίπασμα  απ' την άνοιξη

Με  πίνει  και   κιτρινίζει  το  μέλλον μου

Με   κόβει   και  πρασινίζω από   θάνατο 

που   πίσσα   σκοτάδι    να  του  πετάξω 

κάνει   φωτοσύνθεση  απ' τον  ίσκιο

Απάνθρωπο   άνθος 

Κάθε  μου τρόπος  να ανασάνω 

είναι  κούφιος -με  αναπνέει

Κάθε  μου  τρόπος να   το  κολυμπήσω

ατυχής- με  πνίγει   στο  νερό  του 

 Í

 

Η παράσταση

 

Κοιτάζοντας   εκείνο  το  ασήκωτο  πρωί

το   είδωλό   μου στον καθρέφτη 

άκουσα   πίσω απ'το  κρανίο  ένα   χειροκρότημα  

που     δυνάμωνε  και  δυνάμωνε  

ένα   μηχάνημα  από  άφθαρτες  παλάμες 

πλήθος  θεατές   που  έφτυναν  
τον πασατέμπο  τους  στα  σπλάχνα  μου       

Πλησίασα   εκείνη  τη  χαριτωμένη

ταξιθέτρια   σκέψη  

έβαλα  με τρόπο  φιλοδώρημα  στο   στήθος  της  

της   είπα  οδήγησέ με 

Απάντησε  θ'  αντέξετε ;  η  παράσταση   είναι  φόνος

Πώς   δεν  έφτασε  ακόμη στο  λαιμό σας ο   στραγγαλισμός;

Αλλά  μαντεύω  είναι  εκείνο

σίγουρα  είναι   εκείνο   το   ατάλαντο 

ένστικτό  σας

που ξεχνάει  συνέχεια  τα  λόγια  του 

και  πρέπει  κάτι  πιο  θρασύ

να   παίξει  πειστικά   τον  ρόλο  του   στραγγαλιστή  

 Í

 

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα

Μητέρα,  Είμαι  άγουρος  ακόμη 

κι  ας  άσπρισαν  τα  πρώτα  σχέδιά  μου

Φρούριο   παραμένουν  τα φουστάνια  σου

Πολεμίστρα  μου  το   χάδι  σου

Βομβαρδιστικά  μου  οι   αγκαλιές  σου

Ονειρευόσουν  ότι  θα  γινόμουνα   πιλότος αλλά  κοίτα

ουρανό   έχω μόνο  τα φτερά  σου

λίγο   αν  σηκωθώ 

με   κουμαντάρεις  όπως   σπάγκος

τη   μια   τραβάς   και   κάπως    χαμηλώνω

πριν  με   κάνουν ξεναγό  τους  τα άστρα

την  άλλη  με   αμολάς 

και  αφεντεύω    πάλι    

το  βασίλειο  των  χαρταετών  

Έτσι  πήρα   να  γερνάω 

οδεύοντας   απ'την αρχή στη  γέννησή μου

να  διώχνω   τα  θεριά  με  κουδουνίστρες

να  φιλοσοφώ   την  αλφαβήτα  

Έμαθα  τις  σκέψεις  μου 

να  βρέχουν πάλι  το  κρεβάτι  τους

στον ύπνο 

και  πάντα  εσύ  κοντά  τους 

με   την  απαλή  σου  πούδρα

Έμαθα πως  για  να χτίσω  κάτι   θηλυκό

έπρεπε  να γκρεμίσω  πρώτα  εσένα

Μην  απορείς  λοιπόν Μητέρα

Όσο  πενθώ   τη  λευτεριά μου  είμαι  πλήθος

Όσο   τη  γιορτάζω  ερημιά   


Í

Μετενσάρκωση

 Τώρα  που  έριξα ήλιο

ως   την τελευταία  γωνιά

και  οι  σκόνες   ταράχτηκαν σφόδρα

κι  οι   αράχνες  απόρησαν σιωπηλά

παραδώσου φάντασμα

ύψωσε  το  σεντόνι  σου

για  σημαία  ανακωχής

όλα  χάθηκαν μη  βρυχάσαι

ό,τι   φάνταζε  τρομερό

υποτάχτηκε  στο    χαμόγελο

μην περιμένεις  κρυψώνες

σ' αυτό   το  στήθος

Έσπειρα  το  λευκό  σου ,

φάντασμα , στο  δέρμα μου

και  μοιάζω πιο πολύ  από σένα

φρίκη

δεν μπορείς  να μου μοιάσεις

είμαι  πιο πιστό  αντίγραφο 

της  ομίχλης

πιο   αγνός  αντίλαλος  κεραυνού 

πιο  φτυστή   γεωγραφία   θανάτου

 

 Í

Ο εμπρηστής 

Όχι ,δεν είμαι εγώ αυτός που γύρισε τα χέρια σας

καταπάνω στη φωτιά

Δεν τάχτηκα εγώ με το μέρος  εμπρηστών

Ας μαθήτευσα πλάι τους

Ας μου έταξαν τίτλους

Δεν υπέγραψα με το αίμα μου

Συνέργια καμιά

Δεν πυράκτωσα κάρβουνα

Δεν ετοίμασα την πυρά

Όχι, το μπιτόνι με τη βενζίνη

Το πέταξα μακριά σας

Το κουτί με τα σπίρτα

Το ξόδεψα καίγοντας λέξεις

που τσίριζαν 

Ένοχος Ένοχος Ένοχος

 

Όσο για τη  στάχτη

που μαυρίζει τα χείλη μου

Τι νομίζετε;

Παράσημο φρίκης είναι

Που πρώτος τόλμησα

φίλησα τη φωτιά

 

 Í

 

Το ενέχυρο

Ο   εξαποδώ   πίνει    καφέ

σε καφενείο  στη Σόλωνος

μασκαρεμένος   επιδέξια

σε  ποιητή  

Έχει  κέρατα  κρυμμένα 

κάτω  απ' το   καπέλο 

μια  ουρά   κουλουριασμένη

μέσα   σε  βιβλίο 

Μοιράζει   έμπνευση  

που  υπόσχεται

να  ξαναγίνουν  κοριτσάκια

οι γερασμένες πένες

Σφίγγουν    με  χαμόγελο

τα χέρια

οι  συμβαλλόμενοι

ετοιμάζουν   τις   υπογραφές

 

Θα  υπογράψετε  με  αίμα ;

Ασφαλώς  

 

Τα  νιάτα ,αγαπητέ , 

κοστίζουν 

Δε   θα  βάζαμε 

όπως όπως

για  ενέχυρο

την  πεμπτουσία 

της  γραφής  μας  

 

 Í

Ιερός νιπτήρας

Ο  μαθητής που τράβηξε το πόδι 

απ' τον Νιπτήρα 

Ήξερε τον λόγο 

Αισθάνθηκε που το νερό 

δεν ήταν παρά ιδρώτας

Κόμπος μιας αγάπης 

που άρχισε σιγά σιγά 

να σχηματίζει αγχόνη 

Που περπάτησε άφοβα

πάνω στα κύματα 

Για να αποδείξει τάχα

τη φαιδρότητα του βάρους

 

Ήξερε από την αρχή 

Η αγάπη είναι σκληρότερη θητεία 

Πιο τρομερή 

Από  τέτοιες αγυρτείες

αυτοταπείνωσης

 

 Í

Ιψενικό  τρίγωνο

Κάθε  τρίγωνο  είναι  μια  κλειστή

τεθλασμένη  γραμμή  τριών σημείων ...

Έψαχνες  χρόνια   να   βρεις   μια  διχοτόμο

κάπως  να   λυθεί   ο  κόμπος

που  έδενε   τη  σκοτεινή  μεριά  σου

με   τα  θαλασσοπούλια   στην   Αλεξανδρούπολη

στις   τουαλέτες  κοντά  στο φάρο

όταν  μια  νύχτα  τρομαγμένος

άκουσες  ίδια   βατράχια  τα  νερά  στο  πάτωμα

που  χοροπήδαγαν  εδώ  κι  εκεί αναστενάζοντας

και   δυο  κορμάκια   πίσω  από  μια  πόρτα

δοκιμάζονταν  από   αγάπη

 

Ανοίγοντας   την  πόρτα

δε    σου άφησε  η   λαχτάρα  άλλο  εμβαδόν 

έσφιξες   χάρακα   στα   χέρια   

μέτρο   από   μια   έπαρση  αποκοιμισμένη

έγινες  υποτείνουσα

ζεστή  γραμμή 

που  ένωσε τις   ανοιχτές κορφές :

Εσένα , το  ίνδαλμα  και  το  κακέκτυπό  σου

Κι  όπως   χόρτασες  και  ακμή   και  παρακμή

κατάλαβες   πως   πρέπει

ένας  απ' τους   τρεις   να  χαλαστεί

ο  άλλος   να   τεντώσει  ολέθρια    τη χορδή  του   

Από  ισόπλευρο 

το  τρίγωνο  να   ξαναγίνει   βίαια  σκαληνό

 

 Í

Ο  πυρομανής 

Ήταν  βάσιμη  η  καταγγελία

Τίποτε  

Δεν έκανε  απολύτως  τίποτε 

για  να  κοπάσει   η  πυρκαγιά

Αντιθέτως

τριγυρνούσε   με ύφος  φλόγας

πλάι   σε πρόσωπα  ξερά

Κι   όταν  πάλι

χάνονταν τα  κάρβουνα  στη  στάχτη 

έμπηγε  από  κάτω φυσερό

την  πιο  αινιγματική

σιωπή   του  

Ξαναφούντωνε  ο   αγέρας

έκαιγε   τον Βόρειο

και  τον Νότιο  πόλο

της  αντίστασής  τους

έκαιγε   τους  πλέον 

πυρπολημένους

 

 Í

Ρέκβιεμ

Είναι αυτό το θραύσμα

σφηνωμένο  βαθιά στον κρόταφο

που μια μέρα θα πετάξει μπόι 

λέγοντας : είμαι σφαίρα για φόνο 

και ο κρότος της αχαλίνωτος Μότσαρτ 

θα συνθέσει ένα αλλιώτικο ρέκβιεμ 

Για την αλήθεια που έγινε 

μισθοφόρος της απάτης 

Για τα φαντάσματα που κήρυξαν 

απεργία εν ώρα φρίκης

Για τον ουρανό που έμεινε τελικά 

ουραγός

στο μεγάλο κατοστάρι  της ζωής 

 

Í 

Εν κατανύξει

Όπως  περνώ

ανάμεσα   από   νηστικά κεριά

στο  μαύρισμα των  τοίχων

ξανανάβουν  οπτασίες  από   φλόγες

τόσο   κατανυκτικά

που   μεταφέρεται    τροφή

απ'  το  πάτωμα

ως  τον   τρούλο

Εκεί    ένας   παντοκράτορας

βαρύς   από  στολίδια

ξεκολλάει  την    ασημένια   φλούδα του

με   πόνο

Λαμπαδιάζουν από   πίσω

και  οι πέντε αισθήσεις

Ακοή   ως  τον ψίθυρο

Όραση   σε  κοίταγμα  τυφλού

Αφή   που  αφήνει  μούδιασμα    στο πνεύμα

Γεύση  με  κομμένη  γλώσσα

Όφρηση   αρωμάτων

από    μύχιο     σύμπαν  

 

 Í

 

Και σύ τέκνον ;

Ανάμεσά μας  κάθεται ο προδότης

Παραδούς αἷμα  ἀθῶον

Το πουγκί  του  κάθεται  ανοιχτό 

φωνάζουν από μέσα  εικοσιεννέα αργύρια

(το τριακοστό από   την ταμειακή  του μπάρμαν  )

Και  πίνει  συνεχώς  για να  ξεχάσει

Την εικόνα της θηλιάς  πάνω στο  δέντρο

Το φιλί  στον  άμωμο  εαυτό του

Τα ρέστα που  έδωσε για φιλοδώρημα στον μπάρμαν

Που  -έτσι   νόμισε για μια  στιγμή  - 

ετοίμαζε το δάχτυλο   να δείξει : Εσύ! 

-Αλλά   Eσύ   από  που  μας ήρθες  ,φίλε  ;

-Από      τις  Θερμοπύλες  

-Μάθαμε .  'Eγινε  μεγάλος  χαλασμός  εκεί

Βαδίζουν  τώρα   προς τα κάτω 

-Ήμουνα   εκτός τειχών

όταν σταυρώθηκε  ο ραββί 

εκτελώντας  εντολές

Τοις κείνου   ρήμασι …. Δεν πρόσεξα

- Άτιμο σινάφι οι προδότες

- Άτιμο  σινάφι οι  εσταυρωμένοι

Εὐκοπώτερον

από τις τρύπες  στις παλάμες  τους

περνάει κάμηλος   ο φθόνος 

όλων των αιώνων 

Εὐκοπώτερον

Για την αμίμητη   ερμηνεία τους

στον ρόλο θύματος της προδοσίας

Εὐκοπώτερον 

Κι από τις τρύπες  για τα μάτια  

στην κουκούλα 

 

Í 

Ελεύθερος  πολιορκημένος

Έχτισες  λοιπόν το  κάστρο σου ολόγυρά  μου

Που έβαλες τις   πολεμίστρες   όμως

δε  θα μάθω

Κι ας ακούω  συχνά τον ήχο  απ΄τα κανόνια

Τούτη η τάφρος   μας ενώνει

Λίγο   που θα     πέφτω  μέσα θα σε  νιώθω 

στα  γδαρμένα  γόνατα

Ουλή  απ΄τις   βαθύτερες  ουλές

Και  θα  τεντώνεσαι  μια πήχη  παραπάνω  στο παρόν

Τώρα  που ξαπλώνει πτώμα η κούραση στα πόδια  μου

και πέφτουν από τους καρπούς τα  νέα  δέντρα

σου  μιλάω σαν από χρόνια αιχμάλωτος

Μ’ εκείνη την αναίτια  όψη νικητή

Που ήδη  νιώθει στα πλευρά του τον κριό

Αλλά στέκεται παράμερα και  (κ)λέει :

Μπα ιδέα  μου θα΄ναι

Θα΄ναι   μόνο μια περαστική σουβλιά

από κολικό νεφρού

 

Í 

Αιρετικό

Οι άλλες αράχνες  είχαν  έτοιμα τα δίχτυα τους

Στιλπνά  και αποτρόπαια μέσα στο  γαλάζιο φως

Μόνο  η μικρή αιρετική  αράχνη

Άφηνε το δίχτυ  της  ακόμη  μισοτελειωμένο

Σκεπτική   γεμάτη αμφιβολία

Ένα κι ένα ίσως κάνουν πάλι ένα , σκέφτονταν 

Το ερώτημα  είναι   πώς    το   θύμα  

θα   αισθανθεί    δικό του

Σάρκα απ’τη δική του   σάρκα

Σκέψη απ’τη δική του   σκέψη

τον ιστό

Έτσι  που παρά   το τύλιγμα ,  το πνίξιμο

και τη μοιραία δαγκωνιά

να    δείχνει   εν τέλει

το μακάβριο λάθος 

πειρασμός

 

 Í

Εν τόπω αναψύξεως

Γραφή  μου μην απεργείς  αυτή τη μέρα

που  τα γεράνια  βγάζουν με ιδρώτα

το άρωμά τους

Δούλεψε   για να   σωθείς

Να αναψυχθείς

Όταν δώσουν ραντεβού  ένα απόγευμα

όλοι οι θάνατοι 

όλων των θανάτων

Σε  μια νεκρώσιμη ακολουθία

των ποιημάτων

Τον κεκοιμημένον δοῦλον  σου

ἀνάπαυσον  μες στα  γεράνια

μέσα στην κόλαση

μιας  αυτοκριτικής 

χωρίς καζάνια 

 

 Í

 

Κατάχρηση δικαίου

Γιατί συλλαμβάνομαι  κύριε ;

Διαμαρτύρομαι

Μα είναι ηλίου φαεινότερον κύριε

Τηρήσατε τον νόμο υπέρ του δέοντος

Σφαλίσατε και το παραμικρό παράθυρο

Το   ένα χιλιοστό    ανομίας  

Και τώρα τρέχουν

Δείτε τι μπελάδες  φέρατε

Οι σεβάσμιοι νομοθέτες  μας 

Στραγγίζουν το μυαλό τους

Πώς να κόψουν  πώς να  ράψουν

Να επισύρει  θάνατο  διά λιθοβολισμού

Η  κατάχρηση  δικαίου

 

 Í

Η  κόμη της Βερενίκης 

Tι άφθαρτο που θα ΄ταν

ένα πρωινό  αν  όπως σηκωνόμασταν

Αντί να πλύνουμε απ΄το  πρόσωπό μας  το φεγγάρι

Χύναμε  σ’ έναν καθρέφτη   την ψυχρότητά  του

μια αγκαλιά από  επιληψίες 

έξω από τη γήινη ζωή  μας

και  γινόμασταν εκλείψεις

χάνοντας  τ’ αστέρια  και  το σέλας

μέσα στην κοιλιά  μας

που θα  χώνευε   τη ζεστασιά  τους

και θα ψάχναμε έπειτα  περιδεείς

που ακούμπησε

σε ποια  γωνιά

σε ποιο  κομμάτι  της  μικρόσωμης ζωής μας

την  ξανθή της κόμη

η Βερενίκη

 

 Í

 

Ιατρική επίσκεψη

Τον τελευταίο  καιρό γιατρέ

Πονάει  πολύ το  νόημα κάτω από  το στήθος μου

Βήχω και  βγάζω  λέξεις  πράσινες   παχύρρευστες   κιτρινωπές

Πώς  είπατε   ;  αν αναπνέω με δυσκολία;

Εδώ είναι το αστείο της  υπόθεσης  ακούστε

Όσο  περισσότερο    απλώνεται  το βάρος

Όσο   κιτρινίζει    η  νοημοσύνη 

Όσο  με κρυφοκοιτάζει  απ΄ το παράθυρο  η αρρώστια  

Τόσο    τα πνευμόνια  μου  ανθίζουν   δυναμώνουνε   θεριεύουν

Με εισπνέουν  και   με εκπνέουν χωρίς να θέλω

Αλλά  το πιο  επίφοβο  από τα συμπτώματα

Φαντάζεστε ; 

Είναι  που μόλις    φτύνω

Βλέπω    κείμενα  χαμένα  αριστουργήματα

Μέσα στο  σιχαμένο   πτυελοδοχείο

 

 Í

Ιδού έστηκας επί την  θύραν

 Αίμα μου

να λοιπόν που στέκεσαι έξω από την πόρτα

και χτυπάς

τόσο βάναυσα τα βράδια

ώστε μένω ξάγρυπνος

ολάκερος

με τα κλειδιά απ' το σώμα μου

χαμένα

Ίσως και για αυτό να περιφέρομαι

ζητιάνος σε άλλα σώματα

που ξέρουν πώς να μπαινοβγαίνουν

απ' τη μοναξιά τους

να μη νιώθουν στάλα τύψεις

για την κόλαση που αφήνουν πίσω

 

 Í

Οδοντοφυία

Όταν έσκασε το πρώτο  δοντάκι

τι  χαρές  οι άλλοι

ένιωσαν την κόψη 

πέρασαν για επιβεβαίωση  το  δάχτυλο   από πάνω

δόξα σοι

το  άγριο  τους  τρυπούσε

από  κάτω  νηνεμία

κούνησαν με νόημα  το κεφάλι

όρθια  η  προσμονή τους

αλλά  εγώ ,γιατί  Θεέ μου, εγώ

ταράχτηκα δεν είδα δόντι κάτι άλλο

κάτι  που υπόσχονταν 

και δεν υπόσχονταν να γίνει  πρόκα

 

 

Ώστε   για  κάρφωμα λοιπόν

 

πετάχτηκε  ο μπελάς  αυτός

για  κάρφωμα   και  της  παραμικρής ελπίδας  

Ότι  κάποτε  με τον καιρό

θα  ξεκινήσει   να μασάει τα λόγια  του

ό,τι  με  μιλάει

με  τη  διάλεκτο  θηρίων

 Í

 

Γκραν  Γκινιόλ

Όταν αισθάνεστε να σας δικάζουν χίλια χέρια

Αλλά το ένα που σας αγαπάει

Σας δείχνει πρώτο τη θηλιά

Μην απορείτε Σας μετράει

Από τα νύχια ως την κορφή

Στην πιο ολέθρια εκδοχή σας

Στη στιγμή του αφοπλισμού

Περίπου σαν αρχή ταινίας μελό

Που απ΄τα μισά της κι έπειτα θυμίζει

Γκραν Γκινιόλ

 

 Í

 

Πρόταση μομφής

Αξιότιμο    Νόημα

Καταθέτω πρόταση  μομφής   κατά  της  τυραννίας   σου

Ενάντια  στον    τρόπο που  περνάς    στις  λέξεις  μου  τις   χειροπέδες 

Ενάντια  στις δικαστικές  μεθόδους  και  στο  ανακριτικό  σου πείσμα

Στην  αθέλητη   παραμονή  μου   κάτω από τη λάμπα

Στις   θρασείες   ερωτήσεις

Στην αναίτια στοχοποίηση  της  τρέλας

Στους   μηχανισμούς  του  παρακράτους   της   συνείδησης

Στην καταναγκαστική   ορθοδοξία

Εναντίον  του  ήθους  και  της  πρακτικής  σου

Εναντίον   της ιστορίας   Των σχεδίων  σου  επί χάρτου 

Των  επίλεκτων     ομάδων κρούσης

Των βασανισμών  σε  σκοτεινά  κελιά  

 

Εκπαραθυρώσου   τώρα

Πριν  ξεσηκωθεί  το  σάλιο  η οδοντοστοιχία   ο χαλινός  της γλώσσας

Όλο το στοματικό  μου σύμπαν

Και  ζητήσει   τώρα    το κεφάλι σου    επί πίνακι  

 

 Í

Νυχτερινός εργάτης

Τα ξημερώματα όταν  σχολάω  απ'το  μαρτύριο της  γραφής

Νυχτερινός εργάτης με τα δάχτυλα μουντζουρωμένα

Με τον ήχο ακόμη ανυπόφορο

που αφήνουν τα μολύβια

Έχω ήδη σκοτωμένο μέσα μου το πτώμα μιας ακόμη ημέρας

Είμαι μέτοικος στην ξενιτιά που διάλεξε η σκέψη να τραβήξει

Και το μόνο ενθύμιο καταγωγής η μόνη ανάμνηση πατρίδας

Είναι λίγες ξέθωρες φωτογραφίες μιας ηλικίας

που δεν κουβάλαγε πολλούς σταυρούς

Που έμπαινε στις σκέψεις κτήνος κι έβγαινε

με ματωμένα χέρια

Αλλά τώρα τι να πεις , μονάχα μόχθος

Εμμονή να βγαίνει το ψωμί μου απ’ το μαχαίρι

Κάθε πεταμένη λέξη ένα σφαγμένο βρέφος

Κάθε παραπάνω λέξη ένας μικρός σφαγέας

Ξὀδεμα και πάλι ξόδεμα χωρίς ανταμοιβή

Πέρα νυχτωμένος από αληθινά σκοτάδια

Ξέρω μόνο να σχολάω

Να σχολάω απ’ το μαρτύριο της γραφής

Μόνη ανάπαυση οι τύψεις

των σβησμένων στίχων

 

 Í

Αυτοπροσωπογραφία

 To  στόμα  μου επί του  φιλήματος  του στόματός σου

Σου  απαντώ  ως αγρίμι

Χαίρω άκρας  αγριοσύνης

αλλά με  βγαλμένα νύχια

με θυμό  ευνούχο

θηλυκό

Ψάχνεις  για γραμματική στα  χάδια μου άδικα

Ποιος  λογικός ζητάει  από μουγγό  τραγούδι ;

Σου απαντώ ως αγρίμι

Φοβισμένο απ’το δικό του μουγκρητό

Από τη σφαίρα που έμεινε  καλού κακού

στην καραμπίνα

Είμαι παρένθεση που πνίγει μέσα της

ωμές αλήθειες

(Υπηρέτης υπηρέτη)

Σου απαντώ  ως  Προκρούστης

Κόβοντας το περιττό απ’ τις λέξεις

Τραβώντας το ελάχιστο  απ’ τα μουγκρητά

Όσο το κόκκαλο βαστάει  Χτύπα

Ρίχνε κέρματα  οργής  σε περιμένω

Στην αγκαλιά μου σφίγγω τέλειο κουμπαρά

για  μαχαιριές

 Í

 

Επί κρημνού

Κρατιέσαι μόνο από το πείσμα ενός κλαδιού

Σε εκείνο το μεγάλο χάσμα

Που  το λένε αγάπη

Άνθρωπος  που πνίγεις τα ένστικτα σου

Κι έπειτα τα κλείνεις στη μορφή μιας  βόμβας

Γιατί όλα λες τα μαύρα  πράματα

έχουν στον πυρήνα τους κραυγές χαράς

Και κουδουνίζουν τη στιγμή της αρπαγής τους

Μόνο η αγάπη σου κατάσκοπος της αγάπης μου

Μόνο τα χέρια σου δικτατορία των χεριών μου

Μόνο το ύφος σου μολότωφ πεταμένη στο ύφος μου

Κι η πιο ωραία ζωγραφιά

Πεσμένος  μπρούμυτα

Να περιφέρω  επιτάφιο  τον  σπασμένο

χίλια κομματάκια  εγωισμό  σου

 

 Í

Το μάννα

Ας   είμαι   νηστικός

δεν  έχω   ανάγκη

να σηκώσω τα  μάτια

να  λυγίσω  τα  γόνατα

Ποια   συντριβή;

Ποιο   πένθος

μέσα  σε  τέτοια

φωτοσύνθεση;

αντί  ο  λιμός

να  με  αφανίζει

συγυρίζει   ταπεινά

το  πνεύμα  μου

 

Πέφτει τροφή

απ' την  ίδια  την πείνα

 

 Í

Από μηχανής θεός

Και την ώρα  της  τελικής  αναμέτρησης

ο στρατηγός  κοιτάει  το  άλογο  στα μάτια

περιμένει  ένα  νεύμα

ένα  σφίξιμο  χεριών με  το  ενστικτώδες

ένα  ζύγισμα   του πίσω  ή  του   εμπρός

η   περικύκλωση  είναι   δεδομένη

η  ήττα  ακόμη  πιο   σαφής

ωστόσο    περιμένει

αυτό  το   έξωθεν  προχώρα

 

μια    συγκατάθεση  από  όσα

τον  κρατούν  δεσμώτη

του   αδυνάτου

 

 Í

Και εγένετο υετός

Υπό  ομαλές συνθήκες  θα έπρεπε

Αν η βροχή είναι όντως εξαγνιστική όπως λένε

Όταν    αρχίζουν  οι  αστραπές

Και πέφτει  το νερό   με το τουλούμι

Βγαίνοντας έξω   και πετώντας  την ομπρέλα

Μόνος  εγώ  απέναντι στο θράσος  της  βροχής 

Θα  έπρεπε   να φεύγει  να κατρακυλάει  απ΄ το κεφάλι

Ως τις μύτες  των ποδιών  μου

όλη η αγωνία οι σουβλιές  από το μέλλον 

Ή έστω η  φάτσα

που αντικρίζουνε  στη φάτσα  μου  όλοι   οι άλλοι

Να  ξεβάφω από  τη σάρκα  

Και τα κόκκαλα  να μένουν  νάρθηκας 

για τις σπασμένες  αντοχές    μου

Όμως   τις περισσότερες φορές

Το μόνο που συμβαίνει

Είναι  να πλημμυρίζει  το υπόγειο

Και με σάπια  έπιπλα

με σάπια ερωτηματικά

με σάπια  υπερηφάνεια

Να καλώ  την Πυροσβεστική επειγόντως

για  απάντληση  επικίνδυνων  υδάτων  

 

 Í

Ο λαβύρινθος

Τώρα  το  νοιώθω

η   πιο  βαθιά  πρωτοτυπία

είναι  εκείνη η   απλότητα

που   βγαίνει  ελεύθερη

μετά  από  χρόνια 

καταδίκης   στον λαβύρινθο

Η  απλότητα  που  αντί  να  γίνει  γεύμα

τρώει   πρώτη  εκείνη

τον Μινώταυρο

κι   αφήνει   τους   ανίδεους

να   τάζουν όλο  τους  το  βιός

για   λίγα   μέτρα  μίτο  

δίχως   σημασία

 

 Í

Επί ξυρού ακμής

Σάμπως   σε   αυτό  το   κοφτερό  ξυράφι

κάθεται     όλη   σου   η  δύναμη  

και   πέρα   από αυτό  είσαι απλώς   ένα    ριγμένο  κάστρο

ιαχή  που βγαίνει     από    ένα  μέταλλο 

για  να  αντρειώσει  αυτά τα  μήπως   όχι     του χεριού  σου

Όταν  σέρνεται  στο  στήθος    η  λεπίδα

και  πετάγεται  γαρύφαλλο  το  κρέας   κομμένο

κι     έντρομος  τραυλίζεις   :  νυν  τον δούλον  σου   απολύεις

απορώντας        τι      απομένει  

πίσω   απ’ την τομή :

ένα    τραύμα   ή  μια  ανεμώνη  ;

 

 Í

 

Παράκληση

Πιάστε με απ’ τα αγκάθια μου -φώναζε το τριαντάφυλλο -όχι απ’τα πέταλα

Τρυπηθείτε άφοβα Και κυρίως σωστά

Μετρήστε από το αίμα που θα στάζει τον αιματοκρίτη σας

Την αντοχή στις εποχές της αναιμίας

Από τα τρυπήματα ίσως απλωθεί στους τρόπους σας

η ηθική των λουλουδιών

της ρίζας που ριζώνει πρώτα στον εαυτό της

ή των φύλλων που ανοίγουν επιδεικτικά τα φυλλοκάρδια τους

στο πρώτο λαίμαργο σκουλήκι

Γιατί δε φοβούνται πια το φάγωμα

Γιατί απ ’το φάγωμα ξανακερδίζεται η τροφή τους

Τρυπηθείτε

Μ’ έναν τρόπο που ο πόνος να θυμίζει γέλιο

 

 Í

Αποστήθιση

Όσες ακτινογραφίες  κι αν  βγάλεις

δεν  θα   μπορέσεις  να     διαβάσεις

αυτό  το  στήθος    

έτσι που ανεβοκατεβαίνω

τα   πατώματά  του   

είμαι   άπιαστος  σφυγμός

Καλύτερα   λοιπόν να  πιάσεις

φτυάρι  και   αξίνα 

βγάζοντας   με  υπομονή

ένα  ένα  τα  πλευρά 

τη συλλογή μου από στρατιωτάκια   που  με  τόση   αγάπη   μάζεψα

από   συνεχείς   πολέμους 

κι όταν φτάσεις  ως  τους  βρόγχους

άκουσε  τι  βήχας  που  ανεβαίνει

από   βαθύ τσιγάρο 

λες  και  με  καπνίζει  ο χρόνος

καίγομαι   αργά  

Στο  τέλος  μένω  

μια  πελώρια  γερασμένη  κάφτρα 


Εκεί   σε  κείνη  τη  στιγμή


αποστήθισέ  με 

μάθε  με  νεράκι

πριν  να   πέσω

πριν  λερώσω με  τη στάχτη

το   γραπτό  σου 

 

 Í

Αυταπάτες

Όποιος  περιμένει να με μάθει  από το  θήραμα

Αυταπατάται

Τα  δίχτυα  κρύβουν το ζουμί

Η  αναμονή  πίσω απ’ τους θάμνους

Το σημάδεμα

Η όψη  μόνο   κι  όχι το τομάρι  του  θηρίου

Τα πεταμένα  σκάγια

Τα ξερόκλαδα που πάτησες  την κρίσιμη στιγμή

Το άρωμα του φόνου πριν από τον φόνο

Περισσότερο  απ’ τον κρότο  η  απειλή του κρότου 

 

Χρόνια  κυνηγάς  τον εαυτό  σου

Δεν κατάλαβες

πως ο  λαγός στιφάδο

βρίσκονταν  απ’ την αρχή στο πιάτο  σου  ;

 

 Í

Ω ξειν αγγέλλειν

Ξένε, τι  είναι   αυτό  που  σε   χτυπάει

στην  πλάτη  κάθε  λίγο

με  το   χέρι   ενός   περαστικού

ζητώντας   σου

από     σκόρπια   μάζα

να   θυμίσεις   εαυτό    και   πάλι   ;

Τι  παλεύεις   με  τους   λεπτοδείχτες

να στεριώσεις    τη ροή  του   χρόνου ;

Δες   οι  ώρες  πέφτουν   απ'τις    τσέπες   σου 

το   παρελθόν   σαπίζει   με   τα   μήλα   στο    τραπέζι

μουντζουρώνουν  οι  εποχές

η  μία  το πρόσωπο  της  άλλης

οι  φωτογραφίες  σου έχουν   μαύρα δόντια

Που  και πότε να στεριώσει ο   χρόνος

όταν  το ταξίδι   γίνεται  επιβάτης

όταν   οι   βαλίτσες   γίνονται   άδεια   χέρια

όταν μου μιλάς με   αποσιωπητικά

όταν ζεις   χωρίς   να   βλέπεσαι

απ'το   ίδιο   σου  το  βλέμμα  ;

 

Μην  ελπίζεις

σχόλασαν  τα   χρόνια

έχτισες την πολιτεία    σου 

σε   μπαζωμένο   πνεύμα   

Τώρα τρίζουν  ξένε 

κάτω από  τα  χτίσματα

οι  τεκτονικές  του   πλάκες

Πες   πως   είμαστε  από κούνια 

ηττημένοι 

 

 Í

Πᾳνδημίες

Στις εποχές που πέφτουν πανδημίες

Οι μόνοι που δεν πρέπει ίσως να φοβούνται

Είναι οι ποιητές

Αφού γυρνάει στο αίμα τους μια σπάνια ανοσία

Σαν κάθε ιός από καταβολής της γης

Να πέρασε από πάνω τους αιώνες πριν από τους άλλους

Και έτσι μόνοι αυτοί ανθεκτικοί σε πάσαν νόσον

Πιάνουν τώρα αγγίζουν χώνουν δάχτυλα στα πάντα

Ανασαίνουν κάθε ξένη ανάσα

Αγκαλιά

ως και με βρωμερές ιδέες

 

Αλλά εκεί που πας να τους θαυμάσεις

-είναι αστείο - βάζουν μάσκα στα γραπτά τους

Λίτρα ολάκερα επί λίτρων αντισηπτικά τεχνάσματα

Να μην μπορούν να μαγαρίσουν , λένε , οι

τυχάρπαστοι αναγνώστες

τα ευάλωτα αγγελούδια τους

 

 Í

Ένα  δέντρο στη μέση του δρόμου

Το  έβλεπα

αλλά  είπα δεν υπάρχει

Οφθαλμαπάτη

από απόσταση  φωνάζει  οφθαλμαπάτη

Στα  καλά  καθούμενα ένα δέντρο

σκέτη ασυνταξία

Από  που κι ως  που ένα  δέντρο;

Εκεί  στη μέση  της ζωής μου

τέτοιο θράσος

Που πετάει  στα  αμάξια 

τους καρπούς  του

σπάει  τζάμια

τραγουδάει  σα μάνα 

τους νεκρούς

Εκεί  στη μέση

Αποφάσισα

να  κόψω τις  διαβάσεις

να μη φοράω

άλλο πένθος στο μπράτσο

Ας απομείνουν 

δίχως παρενόχληση

οι καλλίγραμμες  στιγμές

 

Έφαγα τόση   ζωή

Δε  θα με βρει

χωρίς  μια τόση δα  κοιλίτσα

ο θάνατος

 

 Í

Δίλημμα

Έβγαλε τη σιωπή έξω από την πόρτα

δεμένη με ταινία

τα κατάλοιπα μιας μέρας δίχως ήλιο

με βλέμματα που σφήνωσαν στις γρίλιες

Ύστερα έκλεισε καχύποπτα την πόρτα

Συννεφάκια- σκέψεις

μαζεμένα από μέρες

πήγαν να τρυπήσουν το ταβάνι

Λοιπόν εδώ δεν ωφελούνε

μέσες λύσεις

συνταγές της τελευταίας στιγμής

εκ του προχείρου

Ή φυλακισμένος στο γαλάζιο

ή παντοτινά απών

Εκείνο το "προσωρινά"

τι ανέντιμο που ακούγεται

στ' αυτιά του

Í 

 

Φανατισμός

Αυτός  ο κύριος   με  τα  δεμένα μάτια

με  την  αναπνοή  που καίει   ιδέες

με  την κουμπότρυπα  για στόμα

τη μια  στιγμή  με ύψος όσο  δέκα  ουρανοξύστες

την άλλη πιο κοντός  κι  από  μυρμήγκι

που τα χέρια  του  ό,τι  αγγίζουν  το πετρώνουν

που  τον λιθοβολούν   κι αναστηλώνεται  σαν Φοίνικας

ο  κύριος  με  τη μία όψη

και  τα  πεντακόσια  ονόματα :

μανία ,φλόγα , πίστη, πάθος, ενθουσιασμός ...

ντυμένος  σήμερα  ζητιάνος

χτύπησε  την πόρτα  μου

Άνοιξα με τρόπο

Δώσαμε , ευχαριστώ  πολύ

τελείωσαν  τα   ψιλά  και  τα χοντρά  μας

Αλλά  τι έκπληξη   απερίγραπτη

που  μόλις  έκλεισα ανακουφισμένος

βρήκα  τον λεγάμενο

στην πολυθρόνα  λάβρο

με  φωνή ιεροκήρυκα

να  μου απαριθμεί  τους όρους

για  την από  τούδε   συγκατοίκησή    μας

 

 Í

 

Αυτόχειρας

Τον έβαζαν κάθε μέρα  τα όνειρα

να γράφει  ολόκληρα  κατεβατά

ιστορίες  για πόλεις

που έθαψαν βαθιά

στη λήθη  τα  μνημεία  τους 

για  ζητιάνους

που έγιναν  νοικοκυραίοι

και το απλωμένο  χέρι τους

πέτρωσε  έξω από κάθε πόρτα

για εραστές  που κοιτάχτηκαν

επίμονα πίσω απ’ το βλέμμα

και κατάλαβαν  τη μαχαιριά

 

Τα βράδια  τον ανέκριναν

για ώρες

του εξαντλούσαν  την υπομονή

να μαρτυρήσει

ποια ρίζα  τάχα μέσα του  δαιμονική

ξεσήκωνε  όλη αυτή την αναρχία

και με τρόπο...

του έδειχναν  με τρόπο 

το  σφουγγάρι  

 Í

 

Εν βρασμώ

Θα μιλήσω για κάποιους καθαρούς ανθρώπους

που όταν ρίχνεις μέσα τους πέτρες

δε θολώνει το αίμα τους

που απ' τους πρόποδες

καταλαβαίνεις την κορφή τους

που μ' ένα πλήθος κάτω απ' το πουκάμισο

σηκώνουν κάθε λαβωμένο όραμα στους ώμους

που από τον αφαλό τους σέρνεται κατάδικος ο πόνος

αλλά στέκουν εύζωνες τα σφιγμένα τους δόντια

που μέσα στη σκόνη

συνεχίζει ν' αστράφτει το μέλλον τους

που μέσα στον αγέρα

παραμένουν με χτενισμένο πνεύμα

και που ας ρίχνει χιόνι

στο μυαλό των άλλων

με τσακμάκι ένα δέος

κρατούν την ιστορία εν βρασμώ

 

 Í

Μυθομανία

Χωρίς αναγγελία ένα πρωί

όλα τα παραμύθια επί γης κήρυξαν απεργία

Για τις απλήρωτες υπερωρίες παρηγοριάς

Τα ένσημα που δεν τους κόλλησαν

Παππούδες και γιαγιάδες

Για την απάνθρωπη εκμετάλλευση

Από ρήτορες και λαοπλάνους

Για το δίκιο του υπνοβάτη

 

Οι συνδικαλιστές τους

κόμητες κι ομιλούντα ποντίκια

θυροκόλλησαν τα αιτήματα

στα δωμάτια των παιδιών

Οι μάγισσες υπέβαλαν παραίτηση

κυνηγώντας καριέρα μέντιουμ

σε τηλεοπτικές εκπομπές

Οι νάνοι φόρεσαν ξυλοπόδαρα και γραβάτες

κι επέστρεψαν στα γραφεία τους

στις δημόσιες υπηρεσίες

Το μαγεμένο δάσος γέμισε αποτσίγαρα και φέιγ βολάν

ενώ οι γίγαντες κατέβηκαν στις πιο κοντές τους επιθυμίες

Φύτεψαν το φασόλι στον ουρανό

για να κοντύνει και να αγγίξει τη γη

Η φωτιά πάλι  απ’ το στόμα των δράκων

αντί να κάψει πολιτείες και κάστρα

έγινε πυρσός στα χέρια των απεργών

 

Το ευτυχισμένο τέλος

ζήτησε τέλος πιο ανθρώπινες συνθήκες ευτυχίας

 

Μόνο οι πεντάμορφες βρέθηκαν στο πόστο τους

απεργοσπάστριες

Περιμένοντας μάταια να δαγκώσουν το μήλο

που θα τις έσωζε απ’ την ανυπόφορη αϋπνία

 

 Í

Νενίκηκά σε

Το μολύβι μου σε κάθε μάχη

σέρνει  πίσω του  δεκάδες αιχμαλώτους

στήνει τρόπαιο τις σβησμένες σκέψεις

ξεθάβει  με τη μύτη του

νεκρούς που κρέμονται σα βάρος

κάτω από την ήττα μου

λάφυρα 

όπλα   κερδισμένα

με ποτάμια αίμα

 

Τα πρωινά καρφώνω

έξω από την πόρτα μου

σχεδόν σαν κηδειόσημα

τις ιαχές του...

Νενίκηκα

Νενίκηκά σε  μια για πάντα

Σολομών

 

 Í


Άβυσσος  επικαλείται άβυσσον

 Στα  λίγα σώματα

που πέφτουν απ'τον τελευταίο όροφο

μ' εκείνη τη σαρδόνια  ματιά  θριάμβου

κι άβυσσος  τα ίδια

κάνουνε  την άβυσσο

να  μοιάζει  ζωγραφιά

νηπιαγωγείου...


ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΓΡΑΜΜΕΝΑ  ΤΟ  2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίμνερμος " τίς δὲ βίος..." Απόδοση από τον Κώστα Τσιαχρή

  τίς δὲ βίος, τί δὲ τερπνὸν ἄτερ χρυσῆς Ἀφροδίτης;           τεθναίην, ὅτε μοι μηκέτι ταῦτα μέλοι, κρυπταδίη φιλότης καὶ μείλιχα δῶρα καὶ ε...