Αγγελική Ελευθερίου , Μια άδεια θέση , εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011
«Ζήτησα μια θέση / στην
πίσω πίσω σειρά / Ποιος ζητάει αυτή τη σειρά /Στην άκρη μάλιστα / Για να’ χω
ελευθερία» . Πήρα να διαβάζω την καινούργια ποιητική συλλογή της Αγγελικής
Ελευθερίου . Η περιδιάβαση στις σελίδες της συλλογής μου έδωσε τη θαυμάσια
ευκαιρία ν’ ανακαλύψω μια εκλεκτή παρουσία στα ελληνικά γράμματα και να λάβω ,
ως εκκολαπτόμενος ποιητής , ένα μάθημα αληθινής ευαισθησίας και δυνατής
ποιητικής γραφής . Εδώ , το συναίσθημα μεταγγίζεται σε όλα τα ποιήματα , χωρίς
ωστόσο να θολώνει την ποιητική ουσία , χωρίς να αναγκάζει τα μηνύματα να
ασφυκτιούν και να καταποντίζονται μέσα σε μία απέραντη φλυαρία ασύνδετων
εικόνων .
Ο λόγος είναι την ίδια
στιγμή αισθαντικός και ρεαλιστικά τραγικός . Πίσω από πολλούς στίχους κρύβεται
η επίγνωση του αναμενόμενου τέλους , απαλλαγμένη όμως από μελοδραματισμούς και
υπερβολές . Στο ποίημα «Κάποτε θα παρακαλέσω» ένα παιχνίδι ικεσίας για την
ανάληψη ενός ρόλου σ’ έναν πλανόδιο θίασο μετατρέπεται σε μία μεταφυσική
παράκληση για έναν αξιοπρεπή θάνατο .Ο καβαφικός «αόρατος θίασος» αποκτά εδώ
άλλες προεκτάσεις , γίνεται σύμβολο μιας ήσυχης , σχεδόν αθέατης , παρουσίας
πάνω στη σκηνή της ζωής , μιας παρουσίας που δεν έχει να επιδείξει
διαπιστευτήρια και άλλα τέτοια ευτελή [Θα μου ζητήσει άδεια / Και προϋπηρεσία /
Και συστάσεις / Δεν έχω τίποτα / Ο αόρατος θίασος /Που αφιέρωσα τη ζωή μου /
Δεν είχε τέτοια πράγματα] .
Άλλοτε πάλι ο θάνατος
αναδύεται ως μία μικρή καθημερινή συνήθεια , όπως το τέλος στις σελίδες ενός
ημερολογίου [Το μικρό διαφημιστικό ημερολόγιο / Τελειώνει /Λίγες οι μέρες που
του μένουν] ή όπως ο ήχος του ασθενοφόρου «με τα περιστρεφόμενα τρομακτικά του
φώτα» ή όπως το φόρεμα νεκρής γυναίκας που αποκτά για λίγο ζωή στο σώμα μιας
άλλης και γίνεται αφορμή για μια αντίστροφη μέτρηση προς την ίδια κατάληξη
[ΑΥΤΟ το φόρεμα / Ήταν / Νεκρής από χρόνια / Αγαπημένης γυναίκας / Ένας αέρας /
Τώρα το φοράω εγώ / Κάθε χειμώνα / Περιμένω τον Αύγουστο / Κάθε Αύγουστο /
Μετρώ τα καλοκαίρια της / Και τα δικά μου ]. Ωστόσο [ κι αυτό έρχεται ως
ανατροπή ] ,η ποιήτρια αισθάνεται όμορφα με την ηλικία της , την περιμένει ως
μία λυτρωτική συνάντηση με τον αληθινό της εαυτό , ως μία ευκαιρία να
ερμηνεύσει το σώμα της [Τώρα το βλέπω / Αυτήν την ηλικία γύρευα /Για να μπορώ
να τριγυρνώ / Σε μέρη θλιβερά που αγαπάω]
Ποίηση δε σημαίνει το να κυνηγάς απλώς λέξεις και να τις παραθέτεις σε περίεργους συνδυασμούς που ικανοποιούν πρόσκαιρα την επιφάνεια της ψυχής , αλλά αφήνουν κενό το βάθος της . Αυτό φαίνεται να το κατανοεί απόλυτα η Αγγελική Ελευθερίου και να το αποφεύγει . Ποίηση σημαίνει το να αναγκάζεις τις λέξεις να συνυπάρξουν με το βάρος τους ή και με την ελαφρότητά τους μέσα σ’ εμπειρίες που πείθουν για την ειλικρίνειά τους και ταυτόχρονα ανεβάζουν πάνω στα χείλη ένα μικρό «αχ!!» . Ποίηση είναι η απλούστερη φράση που κατορθώνει να μετατρέψει το προσωπικό βίωμα σε καθολική στιγμή ,ικανή να προσπεράσει τα σύνορα του δωματίου και του μυαλού του ποιητή , και να διεισδύσει στο τώρα και στο μετά . Τα ποιήματα της συλλογής προδίδουν μια τέτοια ακριβώς στάση . Μια στάση ευθύνης απέναντι στο έργο του αληθινού ποιητή , ο οποίος δεν αγωνίζεται να εντυπωσιάσει , προκειμένου να ικανοποιήσει την εγωπάθειά του , αλλά αφήνει τα ποιήματα να δράσουν καταλυτικά από μόνα τους .
Το λέω και το εννοώ : η
γνήσια τέχνη βρίσκει πάντα τον τρόπο της να βγει στην επιφάνεια και να λάμψει .
Ακόμη κι αν πρόσκαιρα δεν της δίνεται το δικαίωμα να προβληθεί . Επιστρέφοντας
στα ποιήματα της συλλογής , αξίζει να παρατηρήσει κανείς την απουσία τίτλων ,
πράγμα που εγώ το ερμηνεύω ως επιλογή της ποιήτριας να αφήσει τους στίχους να
απλωθούν με το δικό τους τρόπο στη συνείδηση του αναγνώστη , χωρίς να του
δίνουν την εύκολη λύση να οριοθετήσει τα γραφόμενα και να κατευθύνει τη σκέψη
του προς ένα συγκεκριμένο σημείο . Κατά κάποιο τρόπο , η ποιήτρια καλεί τον
αναγνώστη να γίνει συμμέτοχος , να βάλει το δικό του τίτλο και να συμπληρώσει
την εμπειρία της ανάγνωσης .
Ένα επιπλέον
χαρακτηριστικό είναι η συχνή παρουσία ενός «Εσύ» , μιας ανάγκης για επικοινωνία
ή μιας κουβέντας με τον εαυτό της , που πάντοτε χαρακτηρίζεται από μία
δραματική ένταση κι από ένα είδος ματαίωσης . Αυτή η αίσθηση της ματαίωσης
στοιχειώνει πολλά από τα ποιήματα . Στο « Και να ΄ ναι …; …;» η ζωή
παρουσιάζεται ακινητοποιημένη σε δύο φωτογραφίες , μία που τραβήχτηκε κι άλλη
μία που ματαιώθηκε . Η συναισθηματική φόρτιση κορυφώνεται στη δεύτερη , στην
ανεκπλήρωτη αποκρυστάλλωση μιας καίριας στιγμής .
Στο «Τη χίμαιρά μου …;»
, η χίμαιρα που βρίσκεται μέσα στο χώμα , σε ένα απομεινάρι του παρελθόντος ,
χάνεται εύκολα μπροστά στη φλυαρία της καθημερινής συναναστροφής με τους
πολλούς . Μένει ωστόσο ως εσωτερική δόνηση που ταρακουνάει χωρίς οίκτο την
ύπαρξη της ποιήτριας [ Μέσα στα χρόνια – Τελευταία όλο και πιο συχνά /
αισθάνομαι έναν απόηχο βαθύ / Παντού / Μέσα στο σώμα μου /Στο πρόσωπο / Που με
χτυπάει /Αλύπητα]. Στο «Πάει καιρός …;..» η επιθυμία να δώσει κανείς κάτι από
τον κόσμο του ματαιώνεται και με τον καιρό εκπίπτει σχεδόν σε ικεσία να λάβει
αυτό που ήταν έτοιμος να δώσει . Στο ίδιο ποίημα , που μοιάζει με παιδικό
παραμύθι για μεγάλους , ο λόγος αποκτά μια μοναδική τρυφερότητα και πραγματικά
συγκινεί με την απλότητα της αλήθειας του .
Συχνά πάλι η ποιήτρια
γνωρίζει πως το ταξίδι είναι μάταιο , γνωρίζει εκ των προτέρων πως θα
επιστρέψει στην ίδια θέση . Επιμένει όμως να βλέπει το σκηνικό που ξετυλίγεται
μπροστά της με καινούργια μάτια , με καινούργια δίψα , όπως μπροστά σε μια
καινούργια πόλη . Και είναι ακριβώς αυτή η θέληση για αποδόμηση του οριστικού ,
του καθιερωμένου , του συνηθισμένου και η παλινόρθωση του πρωτόγνωρου που
δίνουν το στίγμα της φιλοσοφίας της . [ Το ΄ ξερες / Μήπως δεν το ΄ ξερες / Κι
ας είχες ξεκινήσει /Κι ας προχώρησες / Γύρισες πίσω / Με μια χάρη / Με μιαν
ευλυγισία ναρκωμένη / Και κάθισες στην ίδια θέση / Σαν και πριν / Κάθισες έτσι
/ Όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη / Που φτάνεις με καράβι / Ξημέρωμα Γενάρη]
. Και την ίδια στιγμή πολλά αλλάζουν και τραβούν τις αισθήσεις σε αβέβαιους
δρόμους αλλά το πιο βαθύ μέρος της ψυχής αντιστέκεται κι επιμένει να κρατάει
σφιχτά τους εφιάλτες του [Η κλίση σου /Τράβηξε άλλους δρόμους / Μα κάτι
ελάχιστο / Και σκοτεινό / Στους ίσκιους των ματιών σου/ Που μόνο εσύ εγνώριζες
/ Κάτι σαν βαθύ νερό / Κάτι που έμοιαζε / Σαν να πεθαίνει κάποιος / Και να μην
έχει / Συγχωρέσει ].
Διαβάζοντας τα ποιήματα
προσεκτικά , διαπιστώνει κανείς ακόμη ότι πολλά από αυτά στέκονται θαυμάσια ως
μικρά μονόπρακτα για ένα ρόλο . Υπάρχει διάχυτη μια εντύπωση θεατρικότητας και
οι στίχοι θα μπορούσαν θαυμάσια να σταθούν ως επεισόδια ενός υπαρξιακού
δράματος με ειρωνικές κάποτε προεκτάσεις . Δεν ξέρω αν η ποιήτρια έχει
ασχοληθεί με το θέατρο , αλλά συχνά μέσα από τα ποιήματά της βλέπει τον εαυτό
της ως ηθοποιό που άλλοτε εκλιπαρεί για ένα ρόλο [Κάποτε / Θα παρακαλέσω – όπως
δεν παρακάλεσα ποτέ – Θα πέσω στα γόνατα κάποιου θεατρώνη/ Με βαμμένα μαλλιά /
Να με πάρει κι εμένα / Στον πλανόδιο θίασό του] , άλλοτε στέκεται τρέμοντας
πίσω από μιαν αυλαία [ Πίσω από μιαν αυλαία / Σκοτεινή στάθηκα / Τρέμοντας ] ,
άλλοτε χάνει το βλέμμα της στη σκηνή [Το βλέμμα μου περιπλανιέται στο βάθος /
Στην αχανή σκηνή / Με μια κουρτίνα μισοτραβηγμένη / Και πίσω σκιές ] , άλλοτε θυμάται
τα λόγια «μιας ηρωίδας πλανόδιου θιάσου» .
Αρκετές φορές πάλι
δημιουργεί ένα ατμοσφαιρικό ,σχεδόν κινηματογραφικό, υπόβαθρο , μέσα στο οποίο
περιπλανιούνται δεμένα μαζί το τραγικό και το ανθρώπινο . [Ονειρεύτηκα / Την
πόλη των παιδικών μου χρόνων/ Ήτανε άδεια / Όλα τα σκέπαζε η σιωπή – Μ’
αγριεύουν οι ήσυχες μέρες / Ούτε ένας άνθρωπος στους δρόμους / Που μοιάζανε
πουλιά σταματημένα στον αέρα/ Τα σπίτια ανοιχτά και μόνα] – [Από κάπου /
Ερχόταν μια μουσική / Κάποιος έπαιζε πιάνο / Μια μηχανή / Κρυμμένη στα ερείπια
/Φωτογράφισε δύο μικρά παιδιά /Καθισμένα κατάχαμα / Που άκουγαν σαστισμένα]. Θα
ήταν δε παράλειψη από μέρους μου να μην αναφερθώ και σε ένα μεγαλειώδες ποίημα
,ίσως το αριστούργημα αυτής της συλλογής , κατά την άποψη του γράφοντα .
Το «Μέχρι εδώ …;..»
είναι ένα αποκαλυπτικό σχόλιο για τα όρια που τίθενται στη ζωή μας , για το πως
τα ερμηνεύουμε με λανθασμένο τρόπο , αδυνατώντας να συλλάβουμε την ουσία της
ύπαρξής τους ή και αγνοώντας τα εσκεμμένα . Αυτά όμως είναι πάντα εκεί κι όταν
συνειδητοποιούμε την ύπαρξή τους τα περνάμε για τείχη κι οδηγούμαστε εύκολα σε
αποκλεισμούς και αφορισμούς , ενώ είναι απλώς πόρτες που μας καλούν να
μεταβούμε σε ένα επόμενο στάδιο [Παραθέτω το ποίημα αυτούσιο πιο κάτω]
Συνοψίζοντας , η ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου είναι βαθιά ανθρώπινη . Έχει
την καθαρότητα και την ευαισθησία της φωνής του Νικηφόρου Βρεττάκου και
πινελιές από τον υπαρξιακό στοχασμό της Σιμπόρσκα . Έχει πάνω απ’ όλα έναν λόγο
καθαρό και ισορροπημένο ανάμεσα στο λυγμό και στη γαλήνη . Και βλέπει την
ποίηση με τον τρόπο που γράφει ο Νερούντα στους ακόλουθους στίχους «Διάβασα …;.
τόσους στίχους προς τιμήν της Πρωτομαγιάς / που δεν γράφω από τότε παρά για τις
δυό του Μαγιού»
Μέχρι εδώ Μέχρι εκεί
Όχι πιο πέρα Υπάρχει μια γραμμή Δε φαίνεται Την είχες δει απ’ την αρχή Την
ξέχασες Αυτή πάντα εκεί Είναι όριο Δεν είναι ορίζοντας Να πηγαίνεις να
πηγαίνεις Περίμενα πολύ Σας περίμενα Καλοί μου φίλοι Άγνωστοι άνθρωποι Κοιτάζω
πίσω ξανά και ξανά Κανένα νεύμα Είχα απλώσει τα χέρια Ν ‘αγκαλιάσω Πήρα μαζί
μου και νερό Το είχε πει ο ποιητής Περάσατε το όριο για τείχος Μα πόρτες ήταν
Που ανοιγόκλειναν
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο https://www.tovima.gr/2011/10/26/opinions/aggeliki-eleytherioy-mia-adeia-thesi/
Ζήσης Αϊναλής, Η σιωπή της Σίβας , Εκδόσεις Βακχικόν
Δημιουργός που βιώνει
απόλυτα τον παλμό της εποχής του , ο Ζήσης Αϊναλής ακολουθεί έναν καινούργιο
δρόμο ,όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, στη δημοσίευση της ποιητικής
δημιουργίας , παρακάμπτοντας τους εκδοτικούς οίκους και τους άλλους
διαμεσολαβητές ,και προσφέροντας ο ίδιος τη δουλειά του μέσω του διαδικτύου και
του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ΒΑΚΧΙΚΟΝ
Αν και έχουν προηγηθεί
κι άλλες παρόμοιες προσπάθειες , η συγκεκριμένη ηλεκτρονική έκδοση , γέννημα
ενός από τους καλύτερους νέους Έλληνες ποιητές και κριτικούς της λογοτεχνίας ,
καταγγέλλει συνειδητά και μεγαλόφωνα τη χειραγώγηση και την οικονομική
εκμετάλλευση της τέχνης από τους διαθέτοντες τα μέσα για τη δημοσιοποίηση και
την προώθησή της , και προτείνει ως διέξοδο την απευθείας επαφή του δημιουργού
με το κοινό μέσα από την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων πληροφόρησης , χωρίς
φυσικά να παραγνωρίζει και τις αρνητικές όψεις του εγχειρήματος [απουσία
μηχανισμών προβολής , δωρεάν διάθεση του έργου ,αναγνωστικό κοινό που
αντιμετωπίζει ακόμη με δυσπιστία εγχειρήματα αυτού του είδους ].
Παρά τις δυσκολίες
αυτές ο Ζήσης Αϊναλής , όντας αντισυμβατική καλλιτεχνική φιγούρα , τολμά , και
η δουλειά του είναι από εκείνες που επιβεβαιώνουν το φανέρωμα μιας νέας
ποιητικής γενιάς , της οποίας χαρακτηριστικά είναι η εσωτερικότητα , η αναζήτηση
ενός προσανατολισμού μέσα σε μία απόλυτη ιδεολογική σύγχυση , η αγωνία για την
εύρεση μιας διεξόδου , η αναγωγή του καθημερινού βιώματος σε αισθητικό γεγονός
, η απενοχοποίηση του χυδαίου ,η πλήρης απελευθέρωση των εκφραστικών τρόπων ή
και η αναδιάταξη εκείνων της παραδοσιακής στιχουργίας ώστε να ανταποκρίνονται
στις αλλαγές των καιρών , οι επιδράσεις από ποικίλα λογοτεχνικά ρεύματα που
εμφανίστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν , και η δημιουργική συγχώνευσή τους .Το
μυστικό ωστόσο που κάνει την ποίηση του Αϊναλή ιδιαίτερη , είναι ότι
παρακολουθεί την άνδρωση αυτής της γενιάς κατά κάποιο τρόπο απ’ έξω
,χαράσσοντας με τους δικούς του όρους το λογοτεχνικό του στίγμα και
δημιουργώντας μία ποίηση εγκεφαλική , απαιτητική και την ίδια στιγμή χειμαρρώδη
, κατάστικτη από υπαρξιακές , μεταφυσικές και πολιτικές αναφορές .
Ο ίδιος άλλωστε δηλώνει
χαρακτηριστικά : «Κάθε καλλιτεχνικό έργο , μόνο και μόνο εξαιτίας της
δημοσιοποίησής του , της κάθετης παρέμβασής του στο χωροχρονικό γίγνεσθαι ,
αποτελεί μια πράξη πολιτική». Η «Σιωπή της Σίβας» είναι το τρίτο σκαλί σε μία
ποιητική ανάβαση που ξεκίνησε το 2006 με τη συλλογή «Ηλεκτρογραφία» και
συνεχίστηκε το 2008 με τα «Αποσπάσματα» . Πηγή έμπνευσής του ποιητή στη
συγκεκριμένη συλλογή στάθηκε το Αιθιοπικό έπος Kebra Nagast ή άλλως «Η Δόξα των
Βασιλέων» , κείμενο τουλάχιστον 700 ετών , που αφηγείται τη συνάντηση της
Μακέδα , βασίλισσας του Σαβά και του Σολομώντα , τη γέννηση του Μενελίκ ,καρπού
του έρωτα των δύο παραπάνω προσώπων , τη μεταφορά της «κιβωτού της Διαθήκης»
από τον Μενελίκ στην Αιθιοπία [ με αποτέλεσμα ο Σολομώντας να χάσει την κιβωτό
αλλά και τη θεϊκή εύνοια που τη συνόδευε ],αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι
Αιθίοπες έπαψαν να πιστεύουν στον ήλιο , στη σελήνη και στ’ αστέρια , και
ασπάστηκαν τη λατρεία του Θεού των Ισραηλιτών .
Όλα τα παραπάνω
συνιστούν κατά έναν τρόπο τη θεματική ραχοκοκαλιά της συλλογής , καθώς ο
ποιητής , αξιοποιώντας διακριτικά την ιστορική μέθοδο του Έλιοτ , συμφύρει το
παρελθόν και το παρόν σε μια αξεδιάλυτη ενότητα , ξεκινώντας από το δράμα του Σολομώντα
και φτάνοντας μέχρι την παλαιστινιακή Χεβρώνα των ημερών μας . Ο αναγνώστης
ωστόσο έχει τη διαρκή εντύπωση πως όλα συμβαίνουν τώρα ή θα συμβούν στο μέλλον
, κι αυτή είναι η επιτυχία του ποιητή , η ικανότητά του δηλαδή να αποφεύγει τη
γραφικότητα μιας ποιητικής ιστορικής αναπαράστασης και να φέρνει το μακρινό
παρελθόν στα μέτρα του παρόντος , μέσα από τις εξομολογήσεις και τις
συναισθηματικές εκσπερματώσεις του ποιητικού υποκειμένου του , του Σολομώντα .
Σε όλο το έργο είναι
πρόδηλες οι επιδράσεις από το κίνημα του ρομαντισμού : το συγκινησιακό και το
υπερβολικό ,το παράδοξο και το μυστηριώδες , η διάχυτη μελαγχολία , το ασαφές
και το συγκεχυμένο , ο έντονος εγωκεντρισμός, το πλούσιο λεξιλόγιο , ο ζωηρός
ρυθμός . Ο Αϊναλής ωστόσο χαράσσει πάνω σε νέες γραμμές τα θεωρητικά γνωρίσματα
του ρομαντισμού , υποτάσσοντας τον εκφραστικό παρορμητισμό σε μία περισσότερο
αφηγηματική φόρμα , εμπλουτισμένη με στοιχεία σουρεαλιστικά [εγώ σ’ /έβλεπα να
βαδίζεις στα κύματ’ ατάραχη το στήθος /χαμαιλέοντα το άσπρο του αφρού των και
πέφταν τα /δόντια από το στόμα μου σαν όξινη βροχή στην /περιφέρεια των βημάτων
σου], εξπρεσιονιστικά [ξερνώντας στα διαστήματα τον θλιβερό εαυτό μου/ τα
σπλάχνα μου τους πνεύμονες τη σπλήνα τους νεφρούς μου/ οδοκαθαριστές σαρώνοντας
στις ράγες το εγώ μου] ή και ντανταιστικά [καραδοκώντας χάραμα πώς να τρυπώσω
κόσμο/να τρέχοντας να κλαίγοντας ημικρανία στα μάτια/θολό το βλέμμα υδαρή που
ψάχνοντας στον κόσμο/κάτω από αποβάθρες γέφυρες όνειρα γόνιμα πουλιά]. Ακόμη
και ψήγματα από το δημοτικό τραγούδι [έπεσα δυο φορές να κοιμηθώ και τρεις να
εκσπερματώσω] ή και έργα της αμερικανικής beat λογοτεχνικής γενιάς, όπως το
«Howling» του Ginsberg [εγώ που επέζησα ένα χειμώνα θάνατο να κατουρώντας αίμα/
και να γυμνώνοντας τον πούτσο μου τη νύχτα στις κυρίες] μπορεί να ανιχνεύσει
κανείς.
Το αφηγηματικό στοιχείο
δεσπόζει σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή , άλλοτε με την παράθεση αποσπασμάτων
από το Kebra Nagast και την Παλαιά διαθήκη , άλλοτε με τη μορφή της ποιητικής
αφήγησης , κι άλλοτε με την παρουσία αυτούσιων αφηγηματικών μερών . Παράλληλα ,
η υιοθέτηση ενός Βιβλικού ύφους σε αρκετά σημεία του έργου δημιουργεί μια
γέφυρα που ενώνει τη γραφή του ποιητή με εκείνη του «Ash Wednesday» του Έλιοτ ή
της «Έγκωμης» του Σεφέρη .
Τα ποιήματα της
συλλογής δεν έχουν τίτλο ,είναι απλώς αριθμημένα από το ένα μέχρι το εννέα , με
καταληκτική δέκατη σύνθεση την «Αποκάλυψι Μενελίκ» όπου ο προφητικός και
κρυπτογραφικός λόγος του ποιητή βαδίζει κρατώντας το χέρι μιας αδυσώπητης
ειρωνείας για την επερχόμενη «εποχή της Μεγάλης Νύχτας» . Αλλού πάλι ο ποιητής εγκαταλείπει
τις συναισθηματικές εκχυμώσεις του ρομαντικού ύφους και υιοθετεί έναν λόγο
καθημερινό [Ρε συ πατέρα/ξέρεις κάτι/δεν καταλαβαίνω/γιατί αρνείσαι να
πεθάνεις] απογυμνωμένο από κάθε είδος εκφραστικού πειραματισμού , ενδεικτικό
της ικανότητάς του να ζευγαρώνει το εξεζητημένο με το λιτό μέσα σε σχήματα
αυθεντικής ποιητικής συγκίνησης .
Κι ανάμεσα εκεί
παραμονεύει η εικόνα του Σολομώντα απομυθοποιημένη , γυμνή από τη λάμψη του
χρυσού και της θρησκευτικής παράδοσης . Βαθιά και σχεδόν τραγικά πλασμένη με
ξενύχτια , με στύσεις , με ανημέρωτα ένστικτα , αποτελεί την κύρια φωνή σε όλη
τη σύνθεση , την κατευθυντήρια γραμμή της ανέλιξης του ποιητικού λόγου , σε
σημείο μάλιστα που σχεδόν το σύνολο του έργου να μοιάζει με το μονόλογο ενός
δραματικού ήρωα . Άλλωστε η απόσταση ανάμεσα στη δομή της σύνθεσης του Αϊναλή
και στην αντίστοιχη της κλασικής τραγωδίας δεν είναι και πολύ μεγάλη : το
λυρικό και το αφηγηματικό στοιχείο , η τραγική φιγούρα , η δέση και η λύση
κάνουν τη «Σιωπή της Σίβας» να γονιμοποιείται με το σπόρι του θεατρικού λόγου
και να τίκτει θαυμάσιους καρπούς .
Όσον αφορά τέλος τους
εκφραστικούς τρόπους , ο Ζήσης Αϊναλής επιλέγει έναν σχεδόν αντισυμβατικό τρόπο
γραφής ,ανατρέποντας τους συντακτικούς κανόνες και προχωρώντας σε μία προσωπική
συντακτική ορθογραφία , παραγωγό πολλές φορές αλλόκοτων σε πρώτη επαφή
νοηματικών συνόλων . Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιδιομορφίας αποτελεί η
χρήση της μετοχής στη θέση της υποτακτικής [ένα χειμώνα θάνατο να φτύνοντας το
αίμα/και να γυμνώνοντας τα λόγια μου κουκούτσια μες το στόμα/ να φτύνοντας τα
δόντια σάλια να καρφώνοντας/τέσσερις τοίχους φυλακή το θάνατο στο στήθος].
Αν μου αρέσει για ένα
πράγμα ο Αϊναλής, είναι γιατί διαβάζοντάς τον δεν έχω την εντύπωση ότι διαβάζω
ταυτόχρονα και άλλους εκατό ποιητές αυτής της γενιάς .Κατορθώνει , πράγμα
εξαιρετικά δύσκολο σε μια ισοπεδωτική εποχή , να επινοήσει τα δικά του εργαλεία
για το σμίλεμα της σκληρής πέτρας που λέγεται ποίηση .Το δημιούργημά του μπορεί
σε κάποιους να δίνει την εντύπωση του ελιτίστικου ή και του εξεζητημένου , να
φαντάζει δύσκολο στην προσέγγισή του , να απαιτεί για την ερμηνεία του την
εμβάθυνση στο υπερκείμενο ,να ξενίζει με τις εκφραστικές ακροβασίες του , να
απέχει από το δόγμα της εποχής «όσο λιτότερο τόσο ουσιαστικότερο».
Είναι όμως αληθινό και
η αλήθεια συχνά απαιτεί περισσότερες από μία θέσεις παρατήρησης των πραγμάτων .
Είναι αποκαλυπτικό , γιατί τολμά να κάνει ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους
της ανθρώπινης ψυχής και να ψαχουλέψει τόσο τα φωτεινά όσο και τα σκοτεινά
συστατικά της .Είναι δηλωτικό της βαθιάς μόρφωσης και της εντρύφησης του ποιητή
πάνω στα σπουδαία λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά κινήματα που έθρεψαν το σώμα της
ποίησης του αιώνα μας . Είναι τέλος ,όπως ειπώθηκε και πριν , ένα δημιούργημα
πολιτικό , μια αγωνιώδης περιήγηση στους θαλάμους ενός ισχυρού μικρόκοσμου που
διαπιστώνει με απόγνωση το βαθμιαίο ξεθώριασμα της λάμψης του .
Δημοσιεύτηκε στο https://www.tovima.gr/2012/08/29/opinions/zisis-ainalis-i-siwpi-tis-sibas/
Λεύκιος Ζαφειρίου , Μία μικρή κατάδυση στην ποιητική του
Με
την Κύπρο με συνδέει ένα παράξενο βαθύ σώμα που η ανόρθωσή του μέσα μου
ξεκίνησε στα χρόνια της εφηβείας, όταν ανακάλυπτα την ποίηση του Γιώργου
Σεφέρη, τον Οθέλλο του Σαίξπηρ, τα κυπριακά λυρικά ποιήματα της Ενετοκρατίας,
τους Κύπριους συμφοιτητές μου και τα βιώματά τους.
Παρ’όλο
που ποτέ δεν ταξίδεψα στο νησί και δεν ξέρω αν θα έχω την ευκαιρία ποτέ να το
πράξω, υπήρχε πάντοτε αυτό το σώμα που όταν το άγγιζα, αισθανόμουν πως αυτό που
φαίνομαι είναι μια φρεναπάτη και πως ανήκω σε άλλα σχήματα και σε άλλα αίματα.
Περιπλανώμενος
μάλιστα στα λογοτεχνικά επιτεύγματα της μετά την ανεξαρτησία εποχής για το
νησί, συναντούσα εξαιρετικούς δημιουργούς των οποίων το έργο, όπως ήταν λογικό,
κουβαλούσε κάτι από το πεπρωμένο αυτής της μικρής πράσινης πινελιάς στον
θαλασσινό καμβά της Μεσογείου.
Ένας
από αυτούς, ίσως ο σημαντικότερος κατά την κρίση μου, ήταν ο Λεύκιος Ζαφειρίου.
Η πρώτη μου «συνάντηση» μαζί του πραγματοποιήθηκε στις σελίδες μιας ανθολογίας
για τη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση, την οποία προλόγιζε ο ίδιος.
Έτσι,
μου δόθηκε το έναυσμα να αφουγκραστώ βήμα με βήμα τον τόνο μιας γνήσια
ποιητικής φωνής, η οποία για σχεδόν πενήντα χρόνια αγωνίζεται να καθαρίσει τις
λέξεις από την καθημερινή τους σκόνη. Με αφορμή λοιπόν τη συγκεντρωτική έκδοση
των ποιημάτων του Λεύκιου Ζαφειρίου από τον εκδοτικό οίκο «Γαβριηλίδης», θα
επιχειρήσω να εισβάλω στις αρτηρίες της ποιητικής του, με την ελπίδα πως θα
μπορέσω να υφαρπάξω λίγο από το οξυγόνο που ήδη μεταφέρουν ως ακριβή κληρονομιά
στις επόμενες γενιές.
Μια
πρώτη παρατήρηση αφορά το πολιτικό στίγμα της ποίησης του Ζαφειρίου. Από την
άποψη αυτή δεν αποκλίνει από τους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς της εισβολής».
Το
δράμα της Κύπρου, διαποτίζει άλλοτε άμεσα [κι η Κύπρος /ασύνορη μνήμη φονικού
/στην άκρη της Μεσόγειος] κι άλλοτε έμμεσα τα ποιήματα [Είσαι μέσα μου /
χωραφάκι που /τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ /το παραγεμίζουν μπετόν και
ραντάρ – ], περισσότερο ως επώδυνη μνήμη, ως υπενθύμιση μιας άρρωστης εποχής
που συνεχίζει να μολύνει το παρόν [Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα / στα ρούχα
του –άνοιγε λάκκους, /τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα / στους κροτάφους στη μνήμη
/ βαθιά ως το μέλλον]. Συχνά μάλιστα ο ποιητής καταφεύγει σ’ έναν ωμό τρόπο,
εγκλωβίζει το συναίσθημα μέσα σε σκληρές λέξεις, για να δώσει στο φως βαθύτερες
τις πληγές του λαού του [Οι νεκροί βρομούσαν από’να / μίλι μακριά, ήταν
ανελέητο / το τελευταίο καλοκαίρι – /τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων / τις
στέγες των σπιτιών].
Η
ίδια ένταση επιτυγχάνεται με την προσωποποίηση του δράματος σε ζωντανές μορφές:
οι μαυροντυμένες γερόντισσες παρουσιάζονται ως μελανόμορφες μνήμες που
προεκτείνονται στα πάθη του νησιού [μαυροντυμένες κι οι δυο /πλάι στο δέντρο
/κάτω απ’ τον ίσκιο του δέντρου / ανεξίτηλες μνήμες / σαν την άλλη της Κύπρου].
Τις
αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη, η νοσταλγία για τον αγαπημένο τόπο, η πικρία για
τα στοιχεία της παράδοσής τους που φαντάζουν αταίριαστα σ’ έναν κόσμο εντελώς
ξένο [Είναι σε ξένο τόπο μόνες / χωρίς χειρόγραφα της μνήμης / ονειρεύονται
πίνοντας καφέ / Είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά].Οι αγνοούμενοι
εμφανίζονται ως οι πανταχού παρόντες σύντροφοι που ενώ μοιράζονται με τους
άλλους μικρές καθημερινές συνήθειες, δοκιμάζουν να συντρίψουν τη δύναμη των
όπλων με τις ανυπότακτες λέξεις τους [Εσύ δεν χαμογελάς / προσπαθείς ν’
αρθρώσεις / μια λέξη / που να μη συνθλίβεται / από οδοστρωτήρες κι
ερπύστριες].Οι νεκροί πάλι αρθρώνουν κραυγές διαμαρτυρίας για την καπήλευση των
αγώνων τους, για το παρελθόν που με τόση ελαφρότητα αφέθηκε στα χέρια κάποιων
κι εκφυλίστηκε.
Σε
άλλα σημεία την οργή και το πάθος αντικαθιστά μια έντονη ειρωνεία, με την
εισαγωγή παράταιρων στοιχείων σ’ ένα ιδεώδες σκηνικό και με τη χρήση ισχυρών
αντιθέσεων. Στο ποίημα «Τουριστικός οδηγός Κύπρου» η ειδυλλιακή εικόνα του
νησιού με τις φυσικές ομορφιές και τους ανέμελους τουρίστες υπονομεύεται από
την παρουσία των τεκμηρίων της φρίκης [φυλάκια, πολυβολεία, βόμβες ναπάλμ,
πανάθλια ραντάρ], ενώ στο «Αρνητικό για τον Άρη Βελουχιώτη» σαρκάζονται ο
συμβιβασμός των άλλοτε επαναστατών και ο ξεπεσμός των κάποτε σημαντικών
γεγονότων σε στιγμές που στοιβάζονται μαζικά στα ψυγεία του μυαλού, για να
αναλυθούν αργότερα εκ του ασφαλούς. Σημαντική θέση στους στίχους του ποιητή κατέχουν
και τα εγκαταλειμμένα κτήρια, σπίτια κι εκκλησίες.
Σ’
αυτούς τους χώρους, ο Λεύκιος Ζαφειρίου απελευθερώνει μια σιωπή ομιλούσα, μια
δύναμη που προσπερνά την απουσία των ανθρώπων και υψώνεται σε υπέρτατο
υπαρξιακό νόημα. Στο «Σπίτι με τις Λεύκες» δύο αντίπαλες εικόνες διεκδικούν το
έπαθλο της τελικής εντύπωσης στο μυαλό του αναγνώστη: από τη μία η αποσύνθεση
με τους σκελετούς, τα σπασμένα κάδρα και τα τσαλακωμένα βιβλιάρια καταθέσεων,
κι απ’ την άλλη η ανάταση, το φως, η ζωή.
Στο
«Πέτρινο σπίτι με τα περιστέρια» τα σύνορα ανάμεσα στο παιδί και το κτίσμα
συγχέονται σκόπιμα, για να αναδυθεί η παράλληλη διαδρομή τους: Το παιδί είναι
ξυπόλυτο, με σπασμένη φυσαρμόνικα, νεκρό, ένα φάντασμα που επιστρέφει στον
αγαπημένο τόπο. Και το σπίτι αντίστοιχα είναι χωρίς στέγη, με τ’ άδεια δωμάτια,
με παράθυρα χωρίς πλαίσιο, νεκρό.
Στην
«Παναγία την Κανακαριά» επιπλέον αξιοποιείται με έξυπνο τρόπο η παράδοση
σύμφωνα με την οποία ένας Σαρακηνός χτύπησε με μαχαίρι το ψηφιδωτό της
Βρεφοκρατούσας Παναγίας κι αμέσως έτρεξε αίμα. Το αίμα αυτό γίνεται ο κρίκος
ανάμεσα στο παλιό και στο τωρινό χτύπημα, με τους πολιτισμικούς θησαυρούς της
κατεχόμενης Κύπρου ανυπεράσπιστους, χωρίς όνομα, απομεινάρια μιας κάποτε
κραταιάς ζωής. Παράλληλα όμως με τον «θρυμματισμένο κόσμο της Κύπρου»,
ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου, ιδιαίτερα στην πρώιμη
παραγωγή του, κατέχει και η μετεμφυλιακή Ελλάδα.
Στα
ποιήματα αυτά ο ρεαλισμός του ποιητή θυμίζει εκείνον του Μανώλη Αναγνωστάκη. Τα
περιττά φτιασίδια εκτοπίζονται από τη συνταγή της σύνθεσης του ποιήματος, η
κάθε λέξη μοιάζει με σφαίρα από ένα πιστόλι που στοχεύει πρωτίστως στο μυαλό
και ακολούθως στην καρδιά, γενναίες δόσεις πικρίας δυναμώνουν την ένταση της
ανάγνωσης, χώροι και ημερομηνίες αποκτούν ποιητική διάσταση [Κι η Ελλάδα
/τουριστικό κέντρο / κέντρο μετακομιστικού εμπορίου / και διερχομένων
μεγιστάνων / Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς].
Ο
ίδιος άλλωστε αποκαλύπτει το στίγμα του ως δημιουργού σε αρκετά ποιήματα με
αυτοαναφορικό περιεχόμενο: Επιμένει να οριοθετεί τις λέξεις με το δικό του
τρόπο, να μένει στην αληθινή τους τάξη [Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις /
δώσε τους μια όποια σημασία /κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι / με μια
δική σου τάξη μέσα μου /Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω / την ελευθερία ελευθερία
/τον φόνο φόνο]. Ομολογεί ότι η ποίηση χάνει την αθωότητά της σε δύσκολους
καιρούς [Μα όταν η ελευθερία χάνεται / η ποίηση γίνεται / σπαθί και ντουφέκι].
Θεωρεί το ποίημα ως αυτόνομη οντότητα που γεννιέται πριν από την έκθεσή μας
στην όποια εμπειρία [Όπως σε νύχτα μακελειού / οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο
των άλλων / έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο /πριν από μας / κερδίζει τις
λέξεις].
Πλάι
βέβαια σ’ αυτή την ποίηση που κρατά μαχαίρι, υπάρχει και το λυρικό πρόσωπο του
Λεύκιου Ζαφειρίου, το τρυφερό κομμάτι της δημιουργίας του. Εκεί οι λέξεις
γαληνεύουν, μεταφέρουν τη βαθιά συγκίνηση του ποιητή απέναντι στα θαύματα της
ζωής του, λύνουν τα πανιά της ευαισθησίας του και την παραδίδουν στον άνεμο μια
πηγαίας έμπνευσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ποιήματα «Ένα παιδί
ονειρεύεται στην αυλή του Δημοτικού σχολείου» [Κατρακυλάει το φεγγάρι /
ασημένια βήματα / στις σκάλες τ’ ουρανού / πριν τα μεσάνυχτα] και «Κυπριώτικο
Α» [Είσαι μέσα μου / τρυφερό κλωνάρι / ραγισμένο γυαλί / που κινδυνεύει να
θρυμματιστεί / λευκό γιασεμί στο σκοτάδι].Στα ποιήματα που έχουν ως σημείο
αναφοράς τους τον έρωτα, ο τόνος γίνεται πιο «επιθετικός», με την έννοια ότι ο
ποιητής δεν συνομιλεί απλώς με το ερωτικό ρίγος, αλλά του επιτίθεται απ’ όλες
τις μεριές του σώματος και το αναγκάζει να παραδώσει τα πιο εκλεκτά συστατικά
του. Έτσι, η ερωτική πράξη γίνεται μια μικρή κοσμογονία, ένας σεισμός που
ορίζει εκ νέου την επιφάνεια των σωμάτων [Βεγγαλικά σέρνει στην κάμαρα ο έρωτάς
σου / και στα φιλιά μας / ποτάμια παφλάζοντας / διασχίζουν τη νύχτα] [Θαλασσινή
μικρή σειρήνα / με σπρώχνεις στον έρωτα /καθώς αναδύεσαι μέσα σου / φιλί φιλί
ανοίγοντας / όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα / του κορμιού σου σε μένα].
Αξίζει
ακόμη να παρατηρήσουμε ότι στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου ορθώνεται συχνά
ένα «Εσύ», δηλωτικό της ανάγκης του ποιητή να δένει τον εαυτό με τα πρόσωπα και
τα πράγματα και να καθρεφτίζει σ’ αυτά τις προσωπικές του διαθέσεις. Το σχήμα
του αποδέκτη παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία: ένα απροσδιόριστο εσύ, μια
ιστορική μορφή, ένας ασήμαντος ήρωας, το αντικείμενο του πόθου, ο άγνωστος
παραλήπτης μιας επιστολής, η μάνα, η ποίηση, οι αγαπημένες πόλεις [Λευκωσία, Αθήνα,
Λάρνακα], το φεγγάρι της Κύπρου, το πλήθος, ο Κύπριος αγνοούμενος, η Κύπρος
ολάκερη.
Στα
δε ποιήματα της ύστερης περιόδου εμφανίζονται συχνά άλλοι δημιουργοί,
λατρεμένες μορφές από το χώρο της ποίησης ή της ζωγραφικής [Κάλβος, Καρυωτάκης,
Σολωμός, Βαν Γκόγκ] με τις οποίες συνομιλεί ο ποιητής, σκάβοντας σε
καθοριστικές λεπτομέρειες της ζωής τους ή εντάσσοντας σπαράγματα του έργου τους
στο δικό του, δίνοντάς τους μιαν άλλη πνοή, μια καινούργια ζωή σ’ ένα ξένο
σώμα. Ολοκληρώνοντας τη μικρή αυτή περιήγηση, θα ήθελα να τονίσω ότι ο Λεύκιος
Ζαφειρίου δεν είναι από τους ποιητές που παγιδεύονται στο ατομικό τους σύμπαν,
μεταμφιέζοντας τις όποιες εκρήξεις συμβαίνουν εκεί σ’ εκθαμβωτικό θέαμα.
Η
ποίησή του μοιάζει με αγκαθωτό στεφάνι που τρυπάει επώδυνα τη μνήμη και λερώνει
με σκληρές εικόνες τον εφησυχασμό μας. Μαζί με τ’ αγκάθια της όμως φανερώνει
και τρυφερούς βλαστούς. Αποκαλύπτει ένα γήινο αίσθημα, έναν εσωτερικό λυρικό
γαλαξία γεμάτο από μικρούς πλανήτες μουσικής και φωτιάς.
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο https://www.tovima.gr/2012/07/10/opinions/leykios-zafeirioy-mia-mikri-katadysi-stin-poiitiki-toy/ και στο http://www.poiein.gr/2012/07/30/eayeeio-aeaoaenssio-iea-ieenth-eaouaooc-ooci-dhiecoeeth-oio-anuoae-i-ethooao-ooeantho/
Μέλος και λόγος στην ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη
Σε έναν ειρωνικό διάλογο με ένα ανολοκλήρωτο ποίημα του [«Γιατί σβήνεις αγριεμένο»], ο Βάκης Λοϊζίδης θίγει με έναν αφοπλιστικό και αβίαστα φυσικό τρόπο ένα θέμα που βασανίζει αλύπητα όλους εκείνους που γράφουν ποίηση και θέλουν να πιστεύουν ότι το έργο τους συνιστά μια πράξη επικοινωνίας. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που ο λόγος έχει καταντήσει υποχείριος της εικόνας κι αδυνατεί να πείσει για το βάρος της αυτόνομης ύπαρξής του. Συνομιλώντας λοιπόν με το ποίημα του ο Ποιητής αναρωτιέται με ποιο τρόπο καταξιώνονται σήμερα τα στιχουργήματα, για να καταλήξει υπαινικτικά ότι η αναγνώριση περιβάλλει μόνο εκείνους τους στίχους που προορίζονται για μελοποίηση. Υπαινίσσεται δηλαδή ότι το βασικό κλειδί για την επικοινωνία του ποιητή με το αναγνωστικό κοινό είναι η προσαρμογή του λόγου στο «μέλος».
Από αυτή την άποψη, ο Λοϊζίδης εγείρει είτε άθελά του είτε σκόπιμα το μεγάλο ζήτημα των προσδοκιών του σημερινού αναγνώστη από τον ποιητή, και ευρύτερα της πρόσληψης της ποίησης. Η αλήθεια είναι ότι η ποίηση που γράφεται σήμερα έχει απομακρυνθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτό που θα αποκαλούσαμε «μουσικότητα». Οι ποιητές, προσηλωμένοι στο δόγμα του μοντερνισμού, που ορίζει ως συστατικά της επιτυχημένης γραφής το γριφώδες ύφος, την αφαίρεση, την ανατροπή των συντακτικών κανόνων και την υιοθέτηση του πεζολογικού τόνου, έχουν κατά κάποιο τρόπο συνεργήσει στην παραγωγή μιας ποίησης άνευρης, σχεδόν ανίκανης να συνομιλήσει με τις φωνές, με τις λέξεις, με τα σώματα και τις μουσικές των απλών ανθρώπων. Στις λίγες περιπτώσεις που αυτό γίνεται κατορθωτό, είναι γιατί οι ποιητές αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο των παραπάνω επιλογών και αγωνίζονται να επανασυνδέσουν την ποίηση με την απλότητα και με τη μουσική.
Ο Βάκης Λοϊζίδης ανήκει ασφαλώς στην τελευταία κατηγορία. Φιλολογικά ωστόσο εντάσσεται στη μεγάλη ομάδα των ποιητών που κατάγονται από την Κύπρο και θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η «Γενιά μετά την εισβολή». Πρόκειται για τη γενιά των ποιητών που αρχίζουν να δημιουργούν κυρίως μετά τη δεκαετία του ’90, όταν πια τα τραύματα της τουρκικής εισβολής έχουν αρχίσει να απαλύνονται και η ποιητική θεματική αναζητά νέα πεδία έμπνευσης, μακριά από το εθνικο-πατριωτικό στοιχείο. Η πρώτη του συλλογή «Ποίηση και κολάζ» κυκλοφόρησε το 1995 και ακολούθησαν άλλες έξι, με τελευταία το «Ο άγγελος και ο γλύπτης» του 201. Ας προσπαθήσουμε να διαγράψουμε τα γενικά χαρακτηριστικά της ποίησής του:
Ο λόγος του είναι καθαρός, ισορροπημένος ανάμεσα στη συγκίνηση και στο νόημα, άμεσος και χωρίς περιττά μαλάματα. Ο ποιητής κοιτάζει την Ποίηση κατάματα και σημαδεύει σʼ αυτό που μπορεί ακόμη να πει κάτι ουσιώδες. Ο λόγος του, σε μια εποχή που το γυμνό έχει χάσει ίσως οριστικά τη δύναμη του αιφνιδιασμού, έχει τη θράσος νʼ απογυμνώνει τα πράγματα και να εκπλήσσει.
Τα ποιήματα είναι ολιγόστιχα, με το λόγο συμπυκνωμένο στο βαθμό που πρέπει, έτσι ώστε η αφαίρεση να μη λειτουργεί σε βάρος της ουσίας, να μη θολώνει παρά να φωτίζει την ανάγνωση. Έτσι, τίποτε δε φαίνεται περιττό, πρόσθετο, διακοσμητικό, αλλά και τίποτε λειψό, γριφώδες, σκοτεινό. Είναι τέτοια η διαύγεια της έκφρασης που εξαναγκάζει την αφαίρεση να τηρεί τις ισορροπίες, να προσδίδει χρώμα και χάρη στο ποιητικό συμβάν και να μην απομένει φόρμα που απλώς μεταφέρει ασύνδετες εμπειρίες.
Ο στίχος του άμεσος και δραστικός, βρίσκει τη γεωμετρία του με κόπο , μʼ ένα προσεκτικό ξεδιάλεγμα της λέξης εκείνης που θα προσθέσει στο σύνολο το ποιητικό ύψο . Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο ότι ο ποιητής λειτουργεί με την τεχνική του γλύπτη, καλλιτεχνική ιδιότητα την οποία πράγματι ο Λοϊζίδης διαθέτει: φαίνεται να σκαλίζει προσεκτικά το ακατέργαστο ποιητικό υλικό του, διαμορφώνοντας αργά και μεθοδικά μικρά αλλά κομψά αγάλματα έκφρασης
Η συχνή χρήση ερωτημάτων μαρτυρεί ένα ρευστό εσωτερικό κόσμο, όπου οι σκέψεις ανακατατάσσονται και δεδομένα γρήγορα μετατρέπονται σε ζητούμενα. Υπάρχει ένα διαρκές κυνήγι απαντήσεων, μια συνεχόμενη ορμή για αμφιβολία. Κι απʼ αυτή την οπτική, θα έλεγα, τα ερωτήματα απέχουν πολύ από τον τυπικό χαρακτηρισμό τους ως ρητορικών ή ως ασυναίσθητων ασκήσεων ύφους. Είναι περισσότερο τα σημάδια, οι εκχυμώσεις μιας βασανισμένης σκέψης, τις οποίες ο ποιητής εκθέτει χωρίς δισταγμό στο φως. Ο ποιητής επίσης αξιοποιεί εκφραστικά την επανάληψη δομικών στοιχείων: λέξεων, φράσεων, συντακτικών σχημάτων. Η επίμονη επαναφορά των παραπάνω στοιχείων αποκαλύπτει ένα είδος αναμέτρησης του ποιητή με τον εαυτό του, με την ποιητική του πλευρά, με την ποίηση, με το ποίημα, στο τέλος με τη λέξη .
Εκτός από τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν , εμφανή είναι στην ποίηση του Λοϊζίδη και κάποια σταθερά θεματικά μοτίβα :
Η στάση προς την ποίηση και την τέχνη [το μοτίβο της απλότητας στην έκφραση ] : Επισημαίνει την τραγική αυταπάτη της δύναμης του ποιητή να κατευθύνει τις λέξεις , να τις στοιχίζει με τρόπο ναρκισσιστικά φιλόδοξο [ Ξέρεις τιʼ ναι /να σʼ εγκαταλείπουν οι λέξεις / να μένεις μόνο / με τη μυρωδιά των ανθρώπων / που τις κατοίκησαν / να μένεις μόνο με την εμμονή / της πρωτοτυπίας /Ξέρεις τι σημαίνει / να σε προδώσει το ποίημα ;] Ειρωνεύεται την τάση πολλών ποιητών να χρησιμοποιούν αρχαίες φράσεις ως προμετωπίδες στα ποιήματά τους [Στο πέτο κάθε ποιήματος / βρίσκεις κι ένα αρχαίο μότο / θέλεις υποσημείωση να ξεναγηθείς / θάλασσα για νʼ απαλλαγείς / απʼ το αρχαιόπρεπο ύφος]. Διαπιστώνει με πικρία την αδιαφορία των σημερινών ανθρώπων για το ποιητικό συμβάν , ενώ σε άλλες εποχές η ποίηση αναστάτωνε τις εσωτερικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού [Κάποιος ομολόγησε / πως οι ποιητές του προκαλούν δυσπεψία /Του βασανίζουν το σώμα / τα όργανα της πέψης /Ήθελε να πει τα έγκατα της ψυχής / Επρόκειτο γι άνθρωπο άλλης εποχής / Τέτοια κωλύματα –τέτοιες αντιστάσεις / δεν έχουν οι σύγχρονοι οργανισμοί ] . Αγωνιά για την τύχη της ποιητικής του παραγωγής , για τον τρόπο γνωστοποίησής της στο αναγνωστικό κοινό [Σήμερα που τα ποιήματα / κυκλοφορούνε συστημένα / πρέπει να βρω κι εγώ προξενητή / κι ας τον καλοπληρώσω /Αλλιώς θα πρέπει νʼ αρκεστώ / σε δύο ή τρεις ομότεχνούς μου]. Θλίβεται για τον αναγνώστη που αδυνατεί να φτάσει στη λέξη ,γιατί του έχουν ήδη καθορίσει το νόημά της [Σε κόσμο που μνημονεύει προτάσεις / και μέχρι να φθάσει στη λέξη / του έχουν αλφαδιάσει το νόημα]. Περιφέρει επίμονα την έκκλησή του προς τους δημιουργούς για απλότητα στην έκφραση [ το «Σεφερικό» μοτίβο της έκκλησης για απλότητα στην έκφραση ] σε τρία τουλάχιστον ποιήματα [Από το πλούσιο λεξιλόγιο /μην καθηλωθείς / Προτίμησε λόγια προσιτά/ κι ας πουν πως γράφτηκαν στο πόδι /Η πέραν του δέοντος επεξεργασία / φέρνει θάνατο ] – [Κολάσαμε την τέχνη μας / με τόσους λεκτικούς θανάτους /κι υπέρβαρη κυκλοφορεί / σχεδόν λιπόθυμη / επιζητεί την απερήμωσή της ] – [Μα τι έπαθε ο ποιητής / και ομιλεί ως τεχνοκρίτης ; /Μα τι έπαθαν και δεν μπορούν / να μιλήσουν αυθόρμητα ;/ Τουλάχιστον αυτούς που συναναστράφηκες / δεν τους έμαθες να μιλούν απλά; ] Η τέχνη τέλος είναι κατά τον ποιητή μια πράξη πάθους , ένα προϊόν της έκρηξης των αισθήσεων [Μα τι θα πει τέχνη; Χειρονομία εν βρασμώ ψυχής]
Η εμμονή της μνήμης [η αναζήτηση της καταγωγής , η αποκατάσταση της σχέσης με το παρελθόν ] . Προβληματίζεται πάνω στο ενδεχόμενο της διαγραφής της ιστορικής μνήμης , με το σκεπτικό μιας δυναμικής αντιμετώπισης της πραγματικότητας , με το όραμα της καταξίωσης των ηρώων στο παρόν τους, και αμφιβάλλει [Erase History /Γιατί; Τους ήρωες / είναι καλύτερα να μην τους διδασκόμαστε / να μη μας τους επιβάλλουν / μεταγενέστερες ιστορικές στιγμές / είναι καλύτερα να μπαίνουν / απʼ τα σοκάκια στη ζωή μας / με τις δικές τους συμπεριφορές ]. Χρησιμοποιώντας το μοτίβο των τριών , από τα οποία το τρίτο πάντα μεταφέρει την κρίσιμη στιγμή του ποιήματος , ταυτίζει τη μνήμη , τη σύγχρονη μνήμη με το κενό [Τρία παιδιά ζωγράφισαν τη μνήμη/ Το πρώτο την όρθωσε σα γίγαντα / Κάτι γνώριζε για τις δυνατότητές της / Το δεύτερο την είχε κάνει φάντασμα / Κι αυτό γνώριζε μια πτυχή της / Το τρίτο μουʼ δωσε κόλλα λευκή / Αυτό γνώριζε τα περισσότερα ]. Δηλώνοντας τη διαφοροποίησή του από τους πολλούς ,ανάγει τη μνήμη σε καθοριστικό παράγοντα διεύρυνσης του οπτικού πεδίου του ανθρώπου [Κρεμώ τις μνήμες μου στους τοίχους / Έτσι έμαθα να ψηλώνω τα ταβάνια]. Σε άλλα ποιήματα , γίνεται έκκληση για αφύπνιση του συναισθήματος της καταγωγής , ακόμη κι αν ο κώδικας για την πρόσληψή της είναι ακατάληπτος [Κυπρομινωικά συλλάβισε την καταγωγή / κι ας εκληφθεί / ως άναρθρη κραυγή / βοώντος εν τη ερήμω ] , ή σχολιάζεται ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα διαστρέφει πολλές φορές την ιστορική μνήμη , ακρωτηριάζοντας τα ονόματα των προσώπων [Με κάτι τέτοιες περικοπές / στρεβλώνουν τη συλλογική μνήμη ]
Η αντιπαράθεση φθαρτού -υπερβατικού [ασυνείδητου –συνειδητού ] . Συχνά στην ποίηση του Λοϊζίδη υπάρχει μια κίνηση από κάτι κρυφό , μισοφωτισμένο , βαθιά αποθηκευμένο , προς την αποκάλυψη , το ξεσκέπασμα. Στο ποίημα «Στο πρώτο διάζωμα» διαφαίνεται ότι ακόμη κι αν οι υποσυνείδητες εμπειρίες καταχωνιάζονται κάτω από καινούργια βιώματα , τελικά βρίσκουν τον τρόπο να φανερωθούν μέσα στην ποίηση και να καταλάβουν μάλιστα περίοπτη θέση [Είναι αντικείμενα /που ακόμα κι αν τα αποποιηθείς / ή τα κρύψεις στο πατάρι / φανερώνονται στο ποίημα /Το μισοκαμένο εικονοστάσι / τα οξειδωμένα ψαλίδια , / τα μισοτελειωμένα εργόχειρα /κι οι βεντούζες στο τσίγκινο κουτί /έχουν θέση στο πρώτο διάζωμα]. Αλλού πάλι γίνεται μια παράκληση στα σκοτεινά σημεία της ύπαρξης να επιτρέψουν στο ποιητικό εγώ να γευτεί το φως [Θέλω το νούφαρο στη θέση της καρδιάς / Με ακούς πυκνωμένο σκοτάδι της ύπαρξης ; Θέλω νʼ ανθίσω] . Η συνομιλία ωστόσο μεταξύ φθαρτού και υπερβατικού αποτυπώνεται ολοκληρωμένα , σε όλες τις διαστάσεις της , στη συλλογή «Ο άγγελος και ο γλύπτης» . Εκεί ο ποιητής επιλέγει να αποκαθηλώσει την αγγελική υπόσταση. Επιλέγει μεταξύ πέτρας και θείου την πέτρα, μεταξύ πτώσης και πτήσης την πτώση [Ο άγγελος τελείωνε / εκεί που θαʼ πρεπε /να ξεκινά το πρόσωπό του / Το φωτοστέφανο /ήταν πεσμένο μπροστά / στα πόδια του ] .Το μοτίβο της αγγελικής προσήλωσης στο ιδανικό καταρρίπτεται και οι ανθρώπινες αναλογίες με τις οποίες εκφράζεται το υπερβατό , επιτρέπουν πια την προσχώρησή του στα εδάφη του γήινου , του ατελούς [Τον αποκαλείς λαϊκότροπο / σαν αυτούς στην αψίδα /με τις αναλογίες /να μην υπακούουν / στην εικόνα των αγγέλων].Υπάρχει μάλιστα μέσα στους αγγέλους ένα νοσηρό κομμάτι που δεν επιτρέπει στη φύση τους να περάσει ολοκληρωτικά στην περιοχή του άυλου [ Ένα τέταρτο καταστροφή / και τρία τέταρτα θρίαμβος / η ζωή των αγγέλων ]. Αλλά την ίδια ώρα που μεθοδεύεται η αποδόμηση της υπεργήινης σύστασής του αγγελικού , γίνεται έκκληση για την τήρηση ενός μέτρου ως προς την έκταση της ανατροπής, έτσι ώστε να μη χαθεί εντελώς η παραμικρή υποψία ότι η απόσταση μεταξύ αγγέλου και ανθρώπου παραμένει [Μην βάζεις στη δύσκολη θέση / του ξεναγού τον άγγελο/ Ακατάληπτα μένουν τα στοιχειώδη / που τον λαμπρύνουν].
Το παρόν της Κύπρου . Ο Λοϊζίδης συχνά παρατηρεί πτυχές της ζωής της σύγχρονης Κύπρου με ειρωνική διάθεση, με ένα είδος πικρίας για τη μετάλλαξη της αυθεντικότητας των ανθρώπων , του τοπίου και της παράδοσης του νησιού [Ναρκοθέτες και χορευτές συνάμα / κουβαλούμε την υπεροψία τριών ηπείρων / ως ανέτοιμοι ξενιστές πεταλούδων] – [Φοβάμαι πως εμείς / που αντί στη Χώρα πάμε στη Λευκωσία / και την πόλη λιμάνι /ντρεπόμαστε να πούμε Σκάλα / πήραμε άλλο δρόμο / από αυτόν που παίρνουν οι νησιώτες] . Την ίδια ώρα , στο ποίημα «Διαίρεση» , μία αριθμητική πράξη μεταφέρεται σαν οδυνηρό βίωμα από γενιά σε γενιά , για να ταυτιστεί με το πολιτικό δράμα που εξακολουθεί να βιώνει το νησί , για να συνδεθούν με τραγικό τρόπο μέσα στην έκταση 9 στίχων το παρελθόν , το παρόν και το μέλλον [Για τη διαίρεση / από μικρός κουβαλώ το φόβο/ Όταν την έμαθα στη Δευτέρα τάξη / τον τόπο μου διαίρεσαν / σε δύο πράξεις / Τώρα που τη μαθαίνω / στο δικό μου το παιδί / φοβάμαι / το πηλίκο θα επικυρωθεί ]
Η σύγχρονη πραγματικότητα και η πρόσκληση για αυθεντική βίωση της ζωής. Ο ποιητής, όπως θα αναμενόταν , στέκεται με σκεπτικισμό απέναντι σε οτιδήποτε αποδυναμώνει την ένταση και την αυθεντικότητα της ζωής ως φυσικού δώρου . Στο ποίημα «Για να μην αποθάνουμε πριν πεθάνουμε» ζητά την απελευθέρωση της έκφρασης και την επιβεβαίωση της ζωής, έτσι ώστε ο θάνατος να πάψει να υφίσταται ως απειλή και να έρθει ως φυσικό επακόλουθο μιας γνήσια βιωμένης πορείας . Απέναντι στο ξεθώριασμα της έντασης και της ποιότητας των συναισθημάτων εξαιτίας της εισβολής της τεχνολογίας , προτείνει την επιστροφή στο απρόβλεπτο των εκφράσεων του ανθρώπινου σώματος [Μα πώς να θυμώσεις / μέσω υπολογιστή / Ο θυμός / δεν προϋποθέτει / μικροτσίπ / Θέλει χειρονομίες /πρόσωπα αντικριστά ]. Προσπαθώντας τέλος στο ποίημα «Περί της δοτικής πτώσης» να δώσει μία υπαρξιακή εξήγηση στην κατάργηση της δοτικής πτώσης , περιγράφει με παραστατικό τρόπο το υπαρξιακό αδιέξοδο του σημερινού Ελληνισμού .
Κλείνοντας αυτή τη μικρή συνομιλία και επιστρέφοντας στον προβληματισμό που ο ίδιος ο ποιητής θέτει εξαρχής, η ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη δημιουργεί μουσική με τον τρόπο της. Μπορεί να της λείπουν τα στοιχεία εκείνα που θα της προσέδιδαν άμεσα μουσικότητα, ,όπως η ομοιοκαταληξία , η ισοσυλλαβία των στίχων, το σταθερό μέτρο ή η ύπαρξη στροφής –επωδού, ωστόσο η ανάγνωσή της , με τις εικόνες της, με λοξοκοιτάγματά της στο χώρο του υπερβατικού, με την επαναφορά λέξεων και φράσεων, με τα επίμονα ερωτήματά της, με τον ευλύγιστο στίχο της, γεννάει στο τέλος το τραγούδι στʼ αυτιά μας ….
Ασημίνα Ξηρογιάννη , 23 μέρες , εκδόσεις Γαβριηλίδης
«Συχνά με ερεθίζουν
οι άλλες
λέξεις. Κείμενα άλλων που διαβάζω
και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση
μέσα μου που μπορεί να αποτελέσει
τον οδηγό για τη δική μου
γραφή…γίνεται μια μυστική γοητευτική
ζύμωση»
Ζύμωση. Λέξη κομβικής
σημασίας για την κατανόηση του
πνεύματος και της
τεχνικής σύνθεσης αυτού του
βιβλίου. Χαμαιλεοντική συγγραφική
παρουσία η Ασημίνα
Ξηρογιάννη «ζυμώνει» εδώ το
κείμενό της μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει σε μία προσφιλή καλλιτεχνική της
δραστηριότητα, στο κολλάζ. Τοποθετεί δηλαδή
ετερόκλητα στοιχεία, τα οποία ζυμώνονται με μία διαδικασία αργή και
υπόγεια, για να παραγάγουν στο τέλος το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι, αριθμοί,
σημεία στίξης, τίτλοι έργων, φράσεις, ονόματα προσώπων, διάλογοι, αποσπάσματα
από έργα άλλων ποιητών, με λίγα λόγια διακειμενικά και περικειμενικά στοιχεία
διεκδικούν με σθένος την παρουσία τους
μέσα στο ποιητικό γίγνεσθαι.
Ταυτόχρονα ανοίγεται
ένα πεδίο διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών αλλά
παραλλήλως συγγενικών μορφών της
τέχνης. Ποίηση, ζωγραφική, κινηματογράφος, θέατρο, πεζογραφία, συναντώνται εδώ, όχι μόνο για προβληθεί ποικιλότροπα η
ιδέα, αλλά κυρίως για να καταδειχθεί η καταλυτική επίδραση του ενός πεδίου
έκφρασης πάνω στο άλλο. Αυτό το σκοπό εξυπηρετούν για παράδειγμα οι εικαστικές
αναφορές [«Πάνω από το κρεβάτι που τους φιλοξενούσε υπάρχει ο πίνακας του Μουνκ: το φιλί» ] ή η θεατρική επίγευση
που αφήνει σε αρκετά
σημεία η ανάγνωση.
Γεγονός είναι πάντως
ότι ο περικειμενικός χώρος δεν αποτελεί
απλώς ένα σημείο αναφοράς, μια αφορμή για την εκκίνηση της έμπνευσης.
Έχει μεν τη δική του αυτόνομη ζωή-παρουσία, συγχρόνως όμως νοηματοδοτεί,
σχολιάζει, συμπληρώνει, ανατέμνει, «ανα-γιγνώσκει» ή και υπονομεύει το καθαυτό κείμενο. Μοιάζει
περισσότερο με ένα πεδίο βολικό, γνώριμο, χαρτογραφημένο, που βοηθά την
ποιητική φωνή να εκμαιεύσει το αχαρτογράφητο. Ή αλλιώς το περικειμενικό
πλαίσιο λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο μέσα
στο οποίο η ποιητική φωνή
αντικειμενοποιεί τις εσωτερικές της συλλήψεις, για να μπορέσει έπειτα ξανά, και
με το άλλοθι της συνομιλίας με άλλες
συμπάσχουσες, ποιητικές φωνές, να
δώσει στο αντικείμενό της την
κατάλληλη καλλιτεχνική-αισθητική μορφή.
Κι όλο αυτό το παιχνίδι
της ανακάλυψης του αδοκίμαστου μέσα από
το δοκιμασμένο μεταφέρεται στο χαρτί μέσα από την αξιοποίηση των συμβάσεων του θεατρικού λόγου. Τέτοια συμβατικά στοιχεία είναι
για παράδειγμα οι σκηνικές
οδηγίες πριν από την εκφορά του λόγου του πρωταγωνιστικού προσώπου, η
ύπαρξη του προσώπου αυτού, καθώς και ενός βωβού συμπρωταγωνιστή, η εσωτερική-
κατά κύριο λόγο – δράση, η οριοθέτηση
της δράσης αυτής μέσα σε συγκεκριμένα χωρικά και χρονικά πλαίσια, ο
σκηνοθέτης-αφηγητής, ο οποίος παρακολουθεί,
θα έλεγε κανείς, συγχρονικά τα πρόσωπά του, για να τα καθοδηγήσει στην αμέσως
επόμενη κίνησή τους και να τα περιβάλει έτσι με τη γοητεία της ρευστότητας. Με τη λογική αυτή, ακόμη και το ίδιο το κείμενο
μπορεί να λειτουργεί ως ένας υποθετικός κόσμος, ως ένα σχεδίασμα, έτοιμο να
ικανοποιήσει μια δυνατότητα ή να ανατραπεί. Γιατί αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει εδώ την Ασημίνα
Ξηρογιάννη ως συγγραφέα δεν είναι βεβαίως η σύλληψη της τελειότητας (η οποία ούτως ή άλλως δεν
υπάρχει), αλλά η αποτύπωση των αναστολών, των πιθανοτήτων, της πρώιμης
παραγωγής ιδεών και μορφικών σχημάτων, των ζυμώσεων- να πάλι η λέξη κλειδί- του
νου και της ευαισθησίας, των στίχων που θα μπορούσαν έναντι άλλων να λάβουν
θέση μέσα στο ποίημα [«Δεν ξέρει ακόμα
αν θα είναι αυτή η τελική μορφή του
ποιήματος» / «άσκηση επί χάρτου»]
Στο τέλος παρόλο που
επιτυγχάνεται ένα είδος ολοκλήρωσης της ποιητικής νουβέλας, το όλο εγχείρημα
δίνει σκόπιμα την εντύπωση του ατελούς, του επιδεκτικού σε ανατροπές. Μερικές
φορές πάλι τα υποτιθέμενα ποιήματα
φαίνονται ως τεχνικές
οδηγίες εις εαυτόν για τον τρόπο με τον οποίο θα στηθεί το
«αληθινό ποίημα». Το περίεργο, ωστόσο, είναι ότι το «δυνάμει» ποίημα
καταφέρνει να υπερβαίνει το πεδίο της δυνατότητας και να αποκτά, ας μου επιτραπεί
ο όρος, «αισθητική αυτάρκεια». Σ’ αυτό το τελευταίο συμβάλλει ίσως καθοριστικά
το γεγονός ότι η πράξη της συγγραφής περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο συστατικό της
τη σκηνοθεσία. Έτσι, με τη σκηνοθετική παρέμβαση της συγγραφέως, οι λέξεις και
οι στίχοι αποκτούν μια οπτική δυναμική, ικανή από μόνη της να τοποθετήσει τον
αναγνώστη στη μεριά της ποίησης.
Επιπλέον, το έργο
αποτελεί στην ουσία ένα λογοτεχνικό υβρίδιο, ένα ζευγάρωμα ποίησης και διηγηματογραφίας, κινούμενο με ισορροπία ανάμεσα
στην αφαίρεση του ποιητικού λόγου και στη συμβατικότητα της αφήγησης,
και η συγγραφέας μεριμνά τόσο για το ένα όσο και για το άλλο. Από τη μία,
δηλαδή, φροντίζει για την ελλειπτικότητα του λόγου, κάτι που δικαιολογείται και
από την ιδιότητα της ηρωίδας της (είναι ποιήτρια), από την άλλη μας υπενθυμίζει
τόσο τη θεατρική όσο και την αφηγηματική λειτουργία του κειμένου της. Πάνω σε
αυτό το πλαίσιο, ακολουθεί την τεχνική του σταδιακού φωτισμού των δεδομένων,
βοηθώντας τον αναγνώστη να λύσει τις απορίες
του με έναν τρόπο καθαρά «δραματικό» και όχι
«στατικό». Το ξετύλιγμα της δράσης είναι με άλλα λόγια αυτό που συμπληρώνει τα χαμένα κομμάτια
στην αρχή της σύνθεσης.
Κυρίαρχο, τέλος,
συναισθηματικό στοιχείο σε όλο το έργο είναι η κατάθλιψη. Η ηρωίδα είναι
καταθλιπτική, «αγαπά τις καταθλίψεις
της» – την ίδια στιγμή κρατά αποστάσεις ασφαλείας με τα «σθεντόν» – συνομιλεί
νοερά με καταθλιπτικές ομοτέχνους της
(Σύλβια Πλαθ), ελέγχει το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας και το εξιδανικεύει [«Και
θα ’ναι αυτή, γράφει, μια στάση ηρωική»], επιλέγει να χρωματίσει τα κείμενά της
με έναν ρομαντικό τόνο και καταδικάζει τον εαυτό της σε μία κατάσταση
εγκλωβισμού. Από αυτή την ασφυξία γεννά τελικά τα ποιήματά της [«Αν πάλι
κάποιος είναι μόνος του / ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για
πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα ασφυκτιά… από τη μοναξιά του
ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα»]
Περατώνοντας τη μικρή αυτή επίσκεψη στην ενδοχώρα του έργου, μπορεί να πει κανείς ότι οι «23 μέρες» της Ασημίνας Ξηρογιάννη απομένουν στη συνείδηση του αναγνώστη ως μία πρόβα κατασκευής ενός ποιητικού έργου που υποκαθιστά εν τέλει το ίδιο το έργο. Και χωρίς αμφιβολία, η διαρκής εντύπωση της δοκιμής καθίσταται σταδιακά απόλυτη βεβαιότητα για την ευόδωση της απόπειρας.
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο https://www.fractalart.gr/23meres/
Ανακαλύπτοντας τις εκρήξεις στην ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου
Με την ποίηση της
Αγγελικής Ελευθερίου δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα. Μοιάζει με αθώο κοριτσάκι
που κάτω από τα ρούχα του κρύβει απροσδόκητες εκρήξεις. Περπατάς από δω,
περπατάς από κει κι όλο σκάει μπροστά σου ένας στίχος, μια μικρή κροτίδα
μαγείας. Βάζεις τον εαυτό σου να διαβάσει ένα ποίημα κι αισθάνεσαι πως
ανεβαίνεις μαζί του τα σκαλοπάτια ενός αρχαίου θεάτρου που προσκαλεί νέους
ηθοποιούς να ξαναζωντανέψουν μέσα του την έκσταση,που προσκαλεί εσένα με τα
δικά σου υλικά να παίξεις έναν ρόλο, αυτόν που κάθε φορά σου προτείνει η
ποιήτρια. Έχω μιλήσει κι άλλες φορές για το έργο της. Ίσως λίγο βιαστικάμ χωρίς
ν’αφήσω τους στίχους της να βαθύνουν μέσα μου. Με το πέρασμα του χρόνου και της
ηλικίας, ανακαλύπτω μέσα τους κι άλλες ζωές που η πρώτη ανάγνωση δεν μπόρεσε,
και καλά έκανε, να τις ξοδέψει. Ανακαλύπτω ως στάση απέναντι στα πράγματα μιαν
αξιοζήλευτη αξιοπρέπεια, ανάλογη με εκείνη που τόσο θαύμασα στην καβαφική ποιητική.
Μιαν αξιοπρέπεια που δε δύναται να αποβάλει πάντοτε την ανθρώπινη τραγικότητα
και που συμπυκνώνει με τον απλούστερο τρόπο την ουσία της ελληνικής ρίζας. Το
συναίσθημα συμμετέχει στην οπτική της ποιήτριας στο βαθμό που χρειάζεται ,
χωρίς να θαμπώνει τη διαύγεια του νου, χωρίς να στέλνει άχρηστα φαντάσματα εκεί
που κατοικούν οι ιδέες. Έτσι, κατορθώνεται αυτό που λαχταρά ο κάθε συνεπής και
θαρραλέος δημιουργός, το μέτρο στην
αισθητική απεικόνιση των εσωτερικών του σεισμών. Σ’ αυτό το θαρραλέο βήμα λοιπόν , η Αγγελική
Ελευθερίου αποδεικνύεται έτοιμη.
Μετριέται συνεχώς με το ποιητικό ύψος και προτιμά να το αγγίζει με
σεβασμό παρά με την αλαζονεία του φτασμένου δημιουργού .Θ’άξιζε να μείνω σ’ένα
ποίημα από την τελευταία συλλογή της “Μια άδεια θέση” και να δοκιμάσω να το
πλησιάσω περισσότερο. Γράφει η ποιήτρια :
ΚΑΠΟΤΕ
Θα παρακαλέσω
-όπως δεν παρακάλεσα
ποτέ
Θα πέσω στα γόνατα
κάποιου θεατρώνη
Με βαμμένα μαλλιά
Να με πάρει κι εμένα
Στον πλανόδιο θίασό του
Θα μου ζητήσει άδεια
Και προυπηρεσία
Και συστάσεις
Δεν έχω τίποτα
Ο αόρατος θίασος
Που αφιέρωσα τη ζωή μου
Δεν είχε τέτοια
πράγματα
Όμως -τώρα- κάπως
πρέπει
Να πεθάνω κι εγώ
Έλεος δηλαδή
Το ποίημα προφανώς
συνομιλεί με το καβαφικό “Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον” . Μόνο που εδώ στη θέση
του Αντωνίου βρίσκεται η ίδια η ποιήτρια, η οποία οραματίζεται τον εαυτό της
στο μέλλον να εκλιπαρεί κάποιον θεατρώνη να την προσλάβει στον πλανόδιο θίασό
του. Μπορεί βέβαια φαινομενικά να διακρίνεται μία τάση μικροψυχίας η οποία
αντιφάσκει με τα λεγόμενά μου παραπάνω περί αξιοπρέπειας, ωστόσο ο συνολικός
τόνος του ποιήματος και το αντικείμενο της ικεσίας [ένας αξιοπρεπής θάνατος
(“κάπως πρέπει να πεθάνω κι εγώ”)] πείθουν για το ακριβώς αντίθετο. Στο ποίημα
της Ελευθερίου ο πλανόδιος θίασος του θεατρώνη βρίσκεται σε αντίστιξη με τον
αόρατο θίασο του ποιητικού υποκειμένου. Ο ένας θίασος καμωμένος από φθαρτά
πράγματα ,από μικρότητες και ολισθήματα [θα πέσω στα γόνατα , άδεια ,
προϋπηρεσία ,συστάσεις ], ο άλλος ανίδεος από όλα αυτά και γι’αυτό άφθαρτος
[Δεν είχε τέτοια πράγματα ]. Ο ένας εφήμερος, υποταγμένος στις επιθυμίες της
στιγμής , συντονισμένος με τη δυναμική του “τώρα”, ο άλλος ισόβιος και γι’αυτό φορτωμένος με το
στίγμα της καθολικής παρουσίας της ποιήτριας στη ζωή [“Ο αόρατος θίασος που
αφιέρωσα στη ζωή μου”]. Ωστόσο, ο πρώτος θίασος, εκείνος ο γεμάτος από φθορά ,
επιζητείται τελικά από την ποιήτρια, για να δικαιώσει και να επισφραγίσει την
πορεία του άλλου. Γιατί κάπως πρέπει να ολοκληρωθεί η παράσταση και ο
τελευταίος ρόλος πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά που του αρμόζουν. Να είναι
γεμάτος από τα συστατικά που ορίζουν τον άνθρωπο: από πάθη κι από έλεος. Με
τέτοιο τρόπο κλείνει το ποίημα, με την παράκληση του ποιητικού υποκειμένου για
έλεος. Έλεος όμως όχι για την παράταση του ρόλου, αλλά για την τελευταία
υπόδυσή του.
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο http://www.poiein.gr/2013/08/21/aaaaeeeth-aeaoeanssio-aiaeaeydhouioao-oeo-aenthiaeo-anuoae-i-ethooao-ooeantho/
Καίτη Βασιλάκου , Ο τέταρτος κλώνος , εκδόσεις Αίολος 2012
Δοκιμάστε να προσδιορίσετε το
αλλόκοτο , να ανασηκώσετε το εξώφυλλο που σκεπάζει την καθημερινότητά σας και
να διαβάσετε τις πιο άγνωστες σελίδες της . Μπείτε στον πειρασμό να γυρίσετε
την ικανότητα της όρασης προς τα μέσα και να μετρήσετε την αντοχή σας στην όψη
πραγμάτων που κλονίζουν τις ισορροπίες σας . Φέρτε πιο κοντά τα σύνορα της
νόησης και της παράνοιας .
Η Καίτη Βασιλάκου , μία σχετικά καινούργια παρουσία στο χώρο της ελληνικής διηγηματογραφίας , επιχειρεί το κρίσιμο βήμα προς το αινιγματικό και του αφαιρεί με μεθοδικό και γνήσια λογοτεχνικό τρόπο το παραπέτασμά του , αφήνοντάς το έκθετο στη συνείδηση σας .
Η συγγραφέας , στην τρίτη της κατά σειρά συλλογή διηγημάτων , προσφέρει μία άκρως ικανοποιητική εκδοχή της λογοτεχνίας του φανταστικού στη χώρα μας , αγγίζοντας τις χορδές ενός απαιτητικού αναγνωστικού κοινού , που απογειώνεται μόνο όταν δοκιμάζει πτήσεις προς ανεξερεύνητους χώρους . Η γραφή της έχει το χάρισμα να μη χάνεται σε αδιέξοδους φιλολογικούς πειραματισμούς ,αλλά να είναι εύστοχη και καθαρή . Βασισμένη κατά κύριο λόγο στο ρήμα και στο ουσιαστικό , στην ορθόδοξη σύνταξη και στο υπαινικτικό ύφος , δίνει το περιθώριο στη δράση να ξετυλιχτεί και την ίδια στιγμή να τυλίξει μέσα της τον αναγνώστη . Αλλά το σημαντικότερο όλων είναι ότι η Καίτη Βασιλάκου αφήνει το ανθρώπινο μυαλό μέσα σ’ ένα λάκκο ερωτηματικών να πασχίζει ν’ ανέβει στην επιφάνεια της δικής της διαύγειας , να τεντώνει το νήμα της λογικής ώσπου να σπάσει και να λευτερωθεί κάθε δεμένη φαντασίωσή του .
Η θεματολογία της πάλι κρατά το
ενδιαφέρον αμείωτο και αποζημιώνει όσους δέχονται την πρόκληση για ξεχωριστές
εμπειρίες : Η σχεδίαση ενός τέλειου κόσμου ο οποίος σταδιακά απορροφά και
αφανίζει καθετί φθαρτό , το ανεξήγητο «άλλο» που καραδοκεί δίπλα μας , όταν οι
αισθήσεις του επιτρέπουν να σκίσει τον περιβάλλοντα χώρο μας σα χαρτί , η
παραίσθηση που μας κάνει να αμφιβάλλουμε για την αλήθεια ,το τίμημα της δίψας
για την αθανασία , η σειρήνα που αναζητά κάθε άντρας για να συγκρουστεί με την
ανεκπλήρωτη εκδοχή του έρωτα , ο υπαρξιακός μονόλογος ενός βράχου [!], οι
τρομακτικές συνέπειες ενός βιντεοπαιχνιδιού .
Η Καίτη Βασιλάκου με τον «Τέταρτο Κλώνο» της στριμώχνει στον τοίχο οτιδήποτε θ’ αποκαλούσαμε συμβατική πραγματικότητα και την αναγκάζει να υποδυθεί όλες τις εκδοχές που αποζητάει η ανθρώπινη περιέργεια . Κι αυτό μάλιστα χωρίς η λογοτεχνικότητα να υποχωρεί μπροστά στη ματαιόδοξη αναζήτηση του πρωτότυπου αλλά άτεχνα επεξεργασμένου θέματος . Ο «Τέταρτος Κλώνος» είναι μία θαυμάσια ευκαιρία για να γνωρίσετε μία ασύχαστη και αληθινά τολμηρή ψυχή
Δημοσιεύτηκε στο https://www.tovima.gr/2012/01/05/opinions/kaitis-basilakoy-o-tetartos-kosmos-apopeira-kritikis/
Κώστας Τσιαχρής
Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου , Ο Νώε στην πόλη , εκδόσεις Πλανόδιον 2012
Ως Βιβλική φιγούρα ο
Νώε συνιστά την περίπτωση του εκλεκτού εκείνου όντος που αναλαμβάνει να φέρει
σε πέρας ένα υπερφυσικό αίτημα για την αποκατάσταση της κοσμικής ισορροπίας.
Εκφράζει το πρότυπο της δικαιοσύνης και της ευσέβειας το οποίο ξεχώρισε ο Θεός
μέσα από τον συρφετό της ακολασίας και του εμπιστεύτηκε το μοναδικό αλλά συνάμα
τραχύ έργο της ανασύστασης του ανθρώπινου είδους. Έτσι, ο Νώε επιλέχτηκε να
είναι ο επιζών ενός καθαρτήριου κατακλυσμού, προορισμένου να επιφέρει τη
θεραπεία της ηθικής κατάπτωσης των ανθρώπων.
Οι παραπάνω
επισημάνσεις δεν είναι άσχετες με το εννοιολογικό υπόβαθρο της τελευταίας
ποιητικής συλλογής της Ευφροσύνης Μαντά –Λαζάρου, «Ο Νώε στην πόλη». Το δίπολο
«φθορά- κάθαρση », τόσο εμφαντικά
δοσμένο μέσα από την οικονομία της Βιβλικής ιστορίας του Νώε, ραβδοσκοπεί τα
υπόγεια ρεύματα της έμπνευσης της ποιήτριας και συγκροτεί το θεμέλιο πάνω στο
οποίο στηρίζεται η σύνθεση του έργου της «Ο Νώε στην πόλη». Κι αν η μία
ορίζουσα στον τίτλο της συλλογής έχει Βιβλική προέλευση και ανάγεται στο πεδίο
του υπερβατικού, η άλλη ορίζουσα , η «πόλη , στρέφει το βλέμμα και τη σκέψη μας
κατευθείαν στα δεδομένα της καθημερινής εμπειρίας. Αυτή λοιπόν η συγκρουσιακή
συνάντηση του ιδεατού με το φθαρτό υφαίνεται ποικιλότροπα σε όλα τα ποιήματα
της συλλογής και συμπληρώνεται με το στοιχείο της κάθαρσης . Δεν είναι τυχαίο
το γεγονός ότι η πορεία της ανάγνωσης , η οποία θέτει στο κέντρο την πόλη ,
ακολουθεί μέχρι το τέλος εκείνους τους χρονικούς δείκτες που παραπέμπουν στη
διαδικασία της λύτρωσης. Οι πολλαπλές
εικόνες της πόλης τοποθετούνται αρχικά μέσα σε μία σχεδόν παρακμιακή νυχτερινή
κορνίζα , με τους απόηχους συναισθητικών ακρωτηριασμών παντός είδους [ οι
άνθρωποι «ακρωτηριάζουν» την πόλη , η πόλη είναι ήδη κομματιασμένη , οι
γυναίκες αποκομμένες από τους άντρες τους] και με την περίπου επιτακτική
απαίτηση κάθε πόλη να έχει το λιμάνι και τη γυναίκα της , για νʼ αποφεύγει τους
οδυνηρούς ακρωτηριασμούς. Η ανάγνωση συνεχίζεται πλαισιωμένη πάντοτε με
νυχτερινά σκηνικά. Η πόλη, ως κυρίαρχο ποιητικό υποκείμενο, πλασμένη από την
ποιήτρια με μία ανθρωπομορφική αντίληψη , επιβεβαιώνει με κάθε της κίνηση την
ατμόσφαιρα της αποσύνθεσης : χασμουριέται , βάζει στο λαιμό της σαν φθοροποιό
κόσμημα τις εφτά πληγές όχι του Φαραώ αλλά της γειτονιάς, αυταπατάται, κρύβει
τις ομορφιές της. Στο τέλος ωστόσο της
ανάγνωσης ο χρονικός δείκτης της αυγής αποδίδεται ως ρηματική ενέργεια στην
ίδια την πόλη, ακριβώς για να σηματοδοτήσει το πέρασμα στην αναγέννηση, για να
γαλβανίσει μέσα μας την επιθυμία της επιστροφής στο φως. Η δε εμμονή στην εικόνα
των εργατών του δήμου που καθαρίζουν τους δρόμους, επιβεβαιώνει εύγλωττα τον
παραπάνω συμβολισμό. Οι εργάτες του δήμου μετατρέπονται σε ένα ποιητικό όχημα
διευκόλυνσης της συνέχειας της ζωής. Κάπως έτσι κι αφού προηγουμένως έχει
συντελεστεί ο εξαγνισμός, αποβαίνει
εντελώς φυσική η βούληση της αφηγηματικής φωνής να συνενωθεί οριστικά με την
αποκαθαρμένη πλέον πόλη [«Τότε στο τίμιο βλέμμα του πρωινού της πόλης μου θέλω
να γίνω δάκρυ. Ή πάλι μια σταγόνα φως στο τζάμι του ύπνου της .Κι ύστερα να
ξυπνώ τριανταφυλλιά στους κήπους»] . Και ξεπροβάλλει ο Νώε ,αφήνοντας πίσω του
έναν κόσμο σκουριάς και μούχλας, για να
ονοματίσει αυτά που τελικά πρέπει να σωθούν.
Η πόλη για την οποία
μιλά στα ποιήματά της η Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου , η Λευκωσία, προσεγγίζεται
από την ποιήτρια με μία κινηματογραφική διάθεση. Πρόσωπα, κινήσεις, χώροι ,
αντικείμενα και συναισθήματα μπαίνουν κάτω από το φακό της γραφής της σε μία
ρέουσα γραμμή που τείνει προς κάποια διαρκώς αναβαλλόμενη διέξοδο. Το
σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι η ποιήτρια προσπερνά με μία σχεδόν
γενναιόψυχη αποφασιστικότητα το στερεότυπο της δοκιμαζόμενης από την τουρκική
κατοχή πόλης και αντιμετωπίζει τη Λευκωσία με την παράνοια και με την αγάπη που
ταιριάζει σε κάθε μοιραία πόλη. Τραβάει απʼ τα σκοτάδια της τις πιο τρυφερές
λέξεις ,όπως αντίστοιχα υφαίνει με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα τις αφανέρωτες
πτυχές της. Κι η πόλη στέκεται μετάρσια μεταξύ της νύχτας και της μέρας, μεταξύ του έρωτα και του κατακλυσμού , μεταξύ
του ύπνου και της έκρηξης των ορμονών , ενώ η αφηγηματική φωνή της επιφυλάσσει
εκλεκτές συγκινήσεις. Σε μια τέτοια στιγμή μάλιστα λυρικής έξαρσης, όταν
διαβάζει κανείς τους ακόλουθους στίχους «Σκεπάσου περιστέρα μου, σκεπάσου
αηδόνα! Σκεπάσου αγαπημένη πόλη μου τον ανάλαφρο ύπνο τους, το βαρύ ξύπνημά
τους , σκεπάσου τη ζωή τους και το θάνατο ∙βάλε κορώνα στο κεφάλι σου τη
λαμπερή σελήνη και μέσα από σκοτάδια φύγε αστέρι ∙ σαν ανάληψη στον ουρανό» , ο
ερωτικός παλμός τον αιφνιδιάζει με τη δύναμη της εκφοράς του , με το
απροσδόκητο της φλέβας μέσα στην οποία πάλλεται. Από την άποψη της σύνθεσης, «
Ο Νώε στην πόλη» διαρθρώνεται από επτά επιμέρους ποιητικές ενότητες, σε καθεμία από τις οποίες αναδεικνύεται
συνήθως ένα κυρίαρχο μοτίβο.
Στην πρώτη ενότητα με
τον τίτλο «Όταν η πόλη γέρνει ράθυμη στο φίλημα του σκότους , ανοίγουν οι
μαστοί πελώριας νύκτας» ,το ζευγάρι « γυναίκα» -«λιμάνι» ανασκαλεύει στη
διάθεση του αναγνώστη την παράσταση μιας ανοχύρωτης πόλης που ψάχνει
απελπισμένη ένα καταφύγιο [«Κάθε πόλη πρέπει να έχει το λιμάνι της και τη
γυναίκα της»].
Το ποίημα «Τυχαίνει
καμιά φορά ,όταν η πόλη χασμουριέται, να βρέχει συγχρόνως» διαπερνάται από το
τρίπτυχο «βρώμικο»-«ψεύτικο»- «παλιό». Από τη βρώμικη ανάσα της πόλης [«Τότε η
παλιά πόλη βρωμάει σαν στόμα αρρώστου ή σαν χνώτα πεινασμένου» ] μεταφερόμαστε
στα παλιά σπίτια που αναδύονται μέσα από το αμυδρό φως των αστεριών και των
αυτοκινήτων [«τότε αναδύονται -σαν από θάλασσα ή στεριά –σπίτια παλαιικά ,
εμποτισμένα με το όπιο της νέας χρήσης»]
κι ύστερα σε μια διάσταση όπου τα πάντα μοιάζουν με πλατωνικές σκιές ,
με ψεύτικο υπόβαθρο στο οποίο στέκονται διάφορες μορφές [«να που στο τέλος όλα
τους είναι σκηνικά»] .
Στο «Οι εφτά πληγές της
γειτονιάς αιμάτινο αλυσιδάκι στο λαιμό της πόλης» συνυπάρχουν ένας
κατατρεγμένος κίναιδος, ένα μυστηριώδες
άνθος, οι αλλοδαποί εργάτες, οι θαμώνες
ενός παρακμιακού καφενείου, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που λιώνουν μαζί, μια
γυναίκα με αντιλήψεις άλλων καιρών κι ένας κόσμος που θυμίζει την «Έρημη χώρα»
του Έλιοτ [«Κανένα φαρμακείο δεν διανυκτερεύει . Μια μέρα δεν θα υπάρχει και
κανένας για να πεθάνει εδώ σʼ αυτή τη γειτονιά»].
Με την ενότητα «Όταν η
νύχτα χασμουριέται πάνω από τις στέγες, ανοίγουν οι αρμοί της πόλης επικίνδυνα»
ετοιμάζονται τα γιατρικά για τις «εφτά πληγές»,όπως αυτά κρυσταλλώνονται στις
λέξεις «φαρμακείο» , «ταρίχευση» , «φωτογραφία». Έτσι , ο ταριχευτής
–φαρμακοποιός και ο φωτογράφος καταλήγουν σύμβολα της επιθυμίας για τη
συντήρηση αυτών που χάνονται.
Στη σύνθεση «Όταν η
πόλη χασμουριέται οι αυταπάτες της απλώνονται όπως ο ουρανός» κυριαρχεί η
αντίθεση «νέοι» -«στρατιώτες» για να σημάνει την απόσταση που χωρίζει τη ζωή
έξω από τα όρια από τη ζωή μέσα στα όρια .
Στην προτελευταία
ενότητα « Η πόλη κρύβει τα λουλούδια της σε ηλιακούς και μυστικές αυλές» ,ο
κομβικός στίχος «Μα ποιος θα μπορούσε να δίνει το φιλί της ζωής αν δεν είναι ο
ίδιος βαρυπενθής;» φέρνει στο προσκήνιο τη φιγούρα του ποιητή ως του τραγικού
εκείνου όντος που έχει τη δύναμη να συναισθανθεί βαθιά την απώλεια της ζωής και
ακολούθως να την εκφράσει στην πιο ζωντανή της όψη. Από την άλλη, το τηλέφωνο
μετατρέπεται με παράδοξο τρόπο σε διακριτικό γνώρισμα της αδυναμίας
επικοινωνίας σε μια εποχή δικτύωσης των πάντων.
Στο εξόδιο κομμάτι της
συλλογής «Όταν η πόλη ξημερώνει , επιστρέφουν οι μέρες σαν υπόσχεση» οι εργάτες
του δήμου και ο Νώε φέρνουν μαζί τους τον αέρα της κάθαρσης.
Από την άποψη της
έκφρασης πάλι, οι λέξεις της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου , αν και ριζώνουν στα
χωράφια της ποίησης, παρατάσσονται και συντάσσονται πάνω σε μία αφηγηματική
φόρμα που συγγενεύει αισθητικά με εκείνη του μοντέρνου διηγήματος. Κι ενώ
επιδερμικά το αφηγηματικό στοιχείο μοιάζει να αποτελεί το κυρίαρχο εκφραστικό
μέσο, κάτω από αυτή την επίφαση παραμένει ζωντανός ο σφυγμός του ποιητικού
λόγου. Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι σʼ αυτή την ποίηση δεν υπάρχουν ακριβώς
στίχοι ή στροφές, αλλά συστάδες φράσεων
που συγκεντρώνονται σε μικρές ή μεγάλες αφηγηματικές ενότητες και μεταφέρουν
μία κυρίαρχη κάθε φορά διάθεση . Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι κάθε τέτοια
ενότητα αποτελεί στην πραγματικότητα ανάπτυγμα ενός στίχου, έτσι ώστε να
μεταλαμβάνουν περισσότερες λέξεις αυτό που συμπυκνωμένα αποδίδει μία μόνο
φράση. Όταν λοιπόν η ποιήτρια γράφει «Οι άνθρωποι κόβουν την πόλη σαν ψωμί στα
δυο, να πάρουν ο καθένας το κομμάτι του. Τα έχουν αυτά οι έρωτες ∙ τους
ακρωτηριασμούς. Με τους πολέμους των φυλών εκτεταμένη μαχαιριά κατά μήκος μιας
πράσινης γραμμής. Με τις αψιμαχίες των ανθρώπινων καρδιών, βαθιά , ως το
μεδούλι της ζωής και του θανάτου το κόκκαλο» αισθάνομαι ως αναγνώστης ότι μέσα
σʼ αυτή την αλυσίδα φράσεων διαβάζω την ανάπτυξη του στίχου «Τα έχουν αυτά οι
έρωτες ∙ τους ακρωτηριασμούς». Κι είναι στην ουσία οι λέξεις που τριγυρίζουν
αυτή τη φράση, εκείνες που την ανασηκώνουν στο ύψος του στίχου ,και συνακόλουθα
της ποίησης . Η ποίηση λοιπόν της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου , «δραματική» και
την ίδια στιγμή εσωτερική , συν-κινητική και ταυτόχρονα απόμακρη, το ίδιο
ιμπρεσιονιστική και ρεαλιστική, λειτουργεί με τους δικούς της όρους, με την
ένταση μιας εφηβικής έξαψης όπως αυτή αποτυπώνεται σʼ ένα σώμα που ανακαλύπτει
στις απαρχές του τον Έρωτα. Κι αυτός ο έρωτας στη συλλογή «Ο Νώε στην πόλη»
έχει τη φυσιογνωμία της Λευκωσίας, της πόλης που μεγαλώνει σαν εφηβικό στήθος
στο κορμί της ποιήτριας.
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο http://www.poiein.gr/2013/11/01/aoonioyic-iaiou-eaaeunio-i-itha-ooci-dhuec-anuoae-i-ethooao-ooeantho/
Ο θρυμματισμένος κόσμος της Φροσούλας Κολοσιάτου
Ως
συνειδητοποιημένος ειδωλολάτρης αρέσκομαι στο να χτίζω κρυφούς προσωπικούς
χώρους μέσα στους οποίους αποθέτω με πολύ μεγάλη αγάπη μικρά κομμάτια τέχνης .
Εκεί λοιπόν γδύνομαι τη λογική και επιστρέφω στην πρωτόγονη γύμνια μας , την
καμωμένη με τις ευλογίες του πλατωνικού «επιθυμητικού». Κολυμπάω σε μιαν
απέραντη στιγμή που περιπαίζει τις ορατές εκδοχές της πραγματικότητας και
προκαλεί το αφανέρωτο να εκτεθεί στο φως .Γιατί νομίζω πως αυτό είναι η τέχνη :
μια τιτάνια μάχη του ανθρώπου με το αφανέρωτο , μια συνωμοσία με τον προσωπικό
μας μύθο ,για να κρατηθούμε λίγο ακόμα στις άμορφες περιοχές του ,προτού μας
συνεπάρει οριστικά ο χείμαρρος που λέγεται λογική . Όποτε βρίσκω επομένως την
ευκαιρία ,θολώνω λίγο το τζάμι της καθημερινότητάς μου , για να μπορώ πάνω στην
πάχνη της να ζωγραφίζω με το δάχτυλο δράκοντες και βασιλοπούλες ,όνειρα μέσα σε
ρευστό περιτύλιγμα .Μόνο έτσι μπορώ και βάζω την ανθρωπιά μου σε κίνηση ,μόνο
έτσι γλυκαίνει μέσα μου ένα κομμάτι πικρό που το σωρεύουν με πείσμα και με
αναλγησία, μέρα με την ημέρα , άλλοι. Ανάμεσα σ’αυτές τις αλλόκοτες ζωγραφιές
που αναστατώνουν κάποτε το βλέμμα μου είναι και η ποίηση της Φροσούλας
Κολοσιάτου .
Παρόλο
που τ’ όνομά της είναι γνωστό σε όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις στο χώρο της
νεοελληνικής ποίησης μετά το 1970 ,θα μπω στον κόπο να σας τη συστήσω
.Γεννημένη στη Λάρνακα της Κύπρου ,η ποιήτρια ανήκει λογοτεχνικά στη λεγόμενη
«γενιά της εισβολής» ,σε έναν κύκλο Κυπρίων δημιουργών που το έργο τους
στιγματίστηκε έντονα από το γεγονός της κατοχής μεγάλου τμήματος του νησιού από
τους Τούρκους εισβολείς το 1974. Ως εκ τούτου το στοιχείο του πατριωτικού
ρομαντισμού χαρακτηρίζει σε ένα σημαντικό βαθμό το έργο πολλών από τους ποιητές
εκείνης της γενιάς ,χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για μια
μανιέρα που δεν επέτρεψε στους δημιουργούς να αφήσουν πίσω τους αξιόλογο έργο
.Η Κολοσιάτου ξεκίνησε τη λογοτεχνική διαδρομή της λίγο αργότερα ,το 1979 ,με
την «Κατοχική εποχή» κι από τότε μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει άλλες έξι
ποιητικές συλλογές , κατορθώνοντας μάλιστα να αποσπάσει και τιμητικές
διακρίσεις για τις δουλειές της .
Το
πρώτο στοιχείο που θα παρατηρήσει κανείς μελετώντας την ποίησή της είναι ο
διάλογος με την ηλικία , με το χρόνο . Ο χρόνος ωστόσο δεν αντιμετωπίζεται ως
μία ποιότητα με απροσδιόριστα χαρακτηριστικά ,ως μία φιλοσοφική σύλληψη που
απλώς εξιδανικεύεται ή ξορκίζεται από την ποιήτρια .Έχει συγκεκριμένες
αποτυπώσεις σε απτά καθημερινά αντικείμενα , σε αγαπημένες μνήμες από το
παρελθόν ,σε πρόσωπα που συμβολίζουν μια αλλοτινή ευτυχία καμωμένη με τα
ευτελέστερα υλικά , με μυρωδιές και αγγίγματα . Ακόμη και το βάρος της
τραγωδίας του τόπου της η ποιήτρια το αποδίδει με όρους που παραπέμπουν στη
φθοροποιό δύναμη του χρόνου ,το μεταφράζει ως απότομο γέρασμα του δικού της
σώματος [Η θλίψη σου πλανιέται στα μάτια μου/Και μας ανήκει / Σήμερα θα’ χω
γεράσει πάλι απότομα]. Η γενικότερη όμως αίσθηση που αφήνουν πολλά ποιήματα
είναι εκείνη μιας βαθιάς νοσταλγίας για κάτι που έχει αφεθεί οριστικά στο
παρελθόν και είναι αδύνατο πια να επιστρέψει .Η μετάβαση μάλιστα σ’ αυτό
γίνεται με μια τεχνική που θυμίζει το κολάζ . Το λέει άλλωστε η ίδια η δημιουργός
«Κάνω κολάζ αγαπημένων ανθρώπων που μπαίνουν μέσα σ’ άλλες εποχές» . Χωρίς να
φεύγει κάτω από τα πόδια της το παρόν , χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί ότι
παγιδεύεται μέσα στις ψευδαισθήσεις της , αρπάζει μια εικόνα από δω ,μια εικόνα
από κει , μια κίνηση , ένα νεύμα , και τα συντάσσει σε ένα σύνολο μέσα στο
οποίο κυριαρχεί η χαμένη αθωότητα ενός άλλου κόσμου . Σ’ αυτό τον κόσμο έχουν
θέση η συνομιλία με νεκρά αγαπημένα πρόσωπα που επιστρέφουν για να βάλουν σε
τάξη τα πράγματα [ Μια γυναίκα ωραία , η μάνα μου , με κοιτάζει πίσω απ’ τα
γυαλιά της /Γλιστράει μέσα από στρατιές αγγέλων /Είναι γλυκιά και όμορφη μα
είναι πεθαμένη/Μου φτιάχνει το παιδί στην αγκαλιά , χαμογελάει ] ,η ανάκληση
τρυφερών εικόνων της παιδικής ηλικίας που κρατιούνται μέσα σε ντουλάπια όπως τα
φρεσκοσιδερωμένα ρούχα [Παιδικές φιγούρες που τις σιδέρωσες μες στο δωμάτιο/
Τις δίπλωσες μες στις ντουλάπες και τις φύλαξες ], οι εξομολογήσεις μεσήλικων
γυναικών που θαρρείς παλεύουν για να κρατήσουν για λίγο ακόμη την άμμο της
ηλικίας τους στο πάνω μέρος της κλεψύδρας [Έχω ήδη κρεμάσει ανάποδα /Τους
καθρέφτες της σκέψης μου /Για να μη βλέπω τους φόβους μου], η παρηγορητική
λειτουργία του ύπνου ,ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να
απαλλαγεί προσωρινά από την ασκήμια του παρόντος και να μεταφερθεί σχεδόν
σωματικά σε στιγμές περασμένης ευφορίας [Μυστική σύμβαση με τον ύπνο έχει / Η
νοσταλγία της επιστροφής] [Να έρθει ένας ύπνος γλυκός ν’ απαλύνει τις σκέψεις
σου] [Θα χρειαστώ ένα διαβατήριο να αποδράσω /Έναν ύπνο ας μοιάζει με θάνατο].
Θα
τολμούσα να πω ότι μέσα από την ποίηση της Κολοσιάτου ξεπροβάλλει ένας
θρυμματισμένος κόσμος , μια πραγματικότητα της οποίας τα κομμάτια ευελπιστεί να
συρράψει η ποιήτρια .Όχι τόσο για να δημιουργήσει ένα σύνολο μέσα από το οποίο
να μεταφέρει την εικόνα της ,όσο για να δείξει πως λειτουργούν μέσα στη
μοναδικότητά τους αυτά τα κομμάτια ,ως αυτόνομες στιγμές μιας ζωής μοιρασμένης
ανάμεσα σε δύο διαφορετικές διαστάσεις , σε δύο αλληλοσυγκρουόμενα χρονικά
επίπεδα .Υπό αυτό τον όρο , τα ποιήματά της μοιάζουν με συστάδες από σπασμένες
εικόνες που διατρέχουν με αστραπιαία ταχύτητα την απόσταση μεταξύ του κάποτε
και του τώρα .Ξεκινούν από ένα μικρό ερέθισμα , περιφέρονται μέσα σε
διαφορετικά τοπία χρόνου , συλλαμβάνουν αθέατες λεπτομέρειες και τις οδηγούν
στο κέντρο της προσοχής του αναγνώστη , κάνουν το λίγο να φαίνεται πολύ και το
αντίστροφο , μεταφράζουν το υπαρξιακό άγχος σε λέξεις, απαιτούν να τα
προσεγγίσει κανείς κομματιάζοντας και όχι συγκεντρώνοντας τη σκέψη του .
Το
βίωμα υπάρχει ασφαλώς ,είτε αυτόδηλα δοσμένο είτε υπαινικτικά . Στιγμές από τη
ζωή της ποιήτριας ,από τον κόσμο μέσα στον οποίο κατέθεσε το σώμα και την ψυχή
της ,από τις εικόνες και τα σύμβολα που αγκαλιάστηκαν μ’ αυτό τον κόσμο
,υπάρχουν σε πολλά ποιήματα [Βγαίνω με τα γκρίζα μαλλιά μου/ Φέρνοντας τοπία
μέσα από άλλους αιώνες/Ξενόγλωσσα βιβλία στην τσάντα /Στη γιορτή της ανάγνωσης/
Διαβρωτικό φθινόπωρο να γλείψει /Τ’ αλάτι του καλοκαιριού και τις έγνοιες μου].
Δε θα έλεγα όμως ότι η ποίηση της Κολοσιάτου είναι αποκλειστικά πρωτοπρόσωπη
.Δεν εκθέτει εύκολα το εγώ η ποιήτρια στους στίχους της , όσο κι αν το
βιωματικό στοιχείο είναι προφανές .Συχνά επιλέγει το τρίτο πρόσωπο για να
μιλήσει για δικά της τραύματα ή αφήνει τα τραύματα αυτά να περιβληθούν έναν
πανανθρώπινο μανδύα [Μια πλανόδιος /Με πρόσωπο που είναι δύσκολο/Να το ορίσεις
/ Σε μεγάλο περίπατο στους αιώνες/Ελληνικό τοπίο και παράπλευρες εικόνες / Με
ξύλινα πέδιλα τριγυρίζοντας /Τα είχε χάσει όλα/ Σκαλίζει τις λέξεις /Τίποτε δεν
φυτρώνει/Παντού νεκροί]. Κι εδώ πάλι ,όταν η ποιήτρια , σκαλίζει ποιητικά τα
δικά της βιώματα , κυριαρχούν αλλεπάλληλες εικόνες που θαρρεί κανείς ότι
ξορκίζουν το άγχος της να προφτάσει να κλείσει στα σύνορα ενός ποιήματος μια
πολύμορφη εμπειρία . Ή ότι πραγματοποιεί εσωτερικές ανασκαφές προς άγραν σκοτεινών
πραγμάτων [Σα να σκάβω τάφους στο κορμί μου/ Προσπαθώντας να εμφανίσω σκιές].
Καίριο
ρόλο στην ποιητική της παίζει επιπλέον η μνήμη ,ως μία ενοποιητική δύναμη που
αναγκάζει το παρελθόν να πλησιάσει με τις ιαματικές του ιδιότητες το παρόν . Η
είσοδος βέβαια στην περιοχή των αναμνήσεων δε γίνεται πάντοτε με τη βεβαιότητα
της απόδρασης σε ένα σίγουρο καταφύγιο .Υπάρχει πολλές φορές ένα συναίσθημα
ανασφάλειας , μια υποψία ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο [Μπαίνουμε στις
αναμνήσεις /Σαν σε αβέβαιο όνειρο/Γέφυρες αμφίδρομης νοσταλγίας]. Αυτό φυσικά
που διεγείρει τις περισσότερες αναμνήσεις είναι ο τόπος από τον οποίο αποκόπηκε
το ποιητικό υποκείμενο [Υπάρχει πάντα /Ο τόπος που συσσωρεύει αναμνήσεις].
Συνηθισμένοι χώροι , αντικείμενα , φωνές , αρώματα , πρόσωπα , ενός άλλου τόπου
και μιας άλλης χρονικής στιγμής , εγγράφονται στους στίχους ως θολές και
ανάλαφρες διαφάνειες [Έρχονται από τον κόσμο του ονείρου/Τρυφερές
διαφάνειες/Ακριβές/Της παιδικής ηλικίας] , έτοιμες να διαλυθούν μόλις τις
αγγίξει η παραμικρή πνοή του ανέμου [Η μνήμη γράφεται /Στο νερό/Όταν φυσήξει ο
άνεμος/ Όλοι θα σ’ έχουν ξεχάσει]. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι η ποιήτρια
αντιμετωπίζει τη μνήμη ως ένα παιχνίδι συγκέντρωσης γνώριμων εικόνων , θέλοντας
να υποτάξει με αυτό τον τρόπο το άπειρο , να το ορίσει με κομμάτια από το δικό
της οπτικό πεδίο [Άσκηση μνήμης /Συναθροίζοντας πουλιά/Στην κορυφή μιας γυμνής
λεύκας /Οι πτήσεις είναι χαμηλές/Πολύ κοντά στη θάλασσα/Πολύ κοντά στον
ουρανό/Στο όριο να γίνει/Το άπειρο /περατό].
Όπως
ειπώθηκε παραπάνω , η μνήμη λειτουργεί συνήθως ως ένα προσωρινό παυσίπονο .
Απλώνει πάνω στα πονεμένα σημεία του παρόντος μιαν ανακούφιση .Τόσο που το
ποιητικό υποκείμενο να αισθάνεται πλήρη ευδαιμονία όταν κουβαλά τους νεκρούς
του [Προτιμώ να γελώ/Έτσι που έμαθα να κουβαλώ τους νεκρούς μου/μαζί στις
εκδρομές/Στη δουλειά κι όπου να ‘ναι] .Σε άλλα ποιήματα ωστόσο η μνήμη βιώνεται
ως επίπονη σκέψη που φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης αλυσιδωτά ναυάγια
[Πώς να τη διώξω /Αυτή τη σκέψη /Που δεν δένεται /Στοίχειωσε /Λυπημένο πλοίο που
ναυάγησε /Και φέρνει άλλο ναυάγιο]. Μετατρέπεται σε μήτρα αγωνίας και άγχους
για την ενδεχόμενη επιστροφή οδυνηρών συναισθημάτων [Πώς να σε
συντηρήσω/Φοβούμαι την απορία που έχει ο θάνατος] [Η ανάμνηση μακρινή/Διευρύνει
τα σβησμένα σύμφωνα/Τραυλίζουν περίεργα/Σε παιδική φωτογραφία /Κρεμασμένη στον
τοίχο/Οι μεταλλαγές της απώλειας /Και το ανέφικτο με τατουάζ θανάτου]. Αυτή
μάλιστα η αγωνία ξεπερνά τα όρια του παρελθόντος και κυρίως στα τελευταία
ποιήματα της συλλογής «Μέσα από παλιά φινιστρίνια» ακουμπάει τις χορδές του
μέλλοντος .Μεταμορφώνεται σε ένα είδος απειλής που υπονομεύει ό, τι καλό
κατάφερε να σωρεύσει το παρόν [Έρχεται μες στην ακινησία/Βουίζοντας η
καταιγίδα/Πίσω να πάρει/ Ό, τι έχει δώσει από την ψυχή της /Η άνοιξη]
[Ταυτίζονται οι έξοδοι κινδύνου/Με τις εισόδους/Μ’ έναν τρόπο που αγγίζει/Τα
όρια μιας απειλής]
Επιπλέον
,όπως συμβαίνει με τους περισσότερους από τους ποιητές που ανήκουν στη «γενιά
της εισβολής» ,ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός διαπερνά ένα σημαντικό
κομμάτι της ποίησης της Κολοσιάτου ,ιδιαίτερα στις πρώτες συλλογές της . Η
ποιήτρια διυλίζει τη μοίρα του τόπου της και μεταφέρει στους στίχους
χαρακτηριστικές παραστάσεις της .Δε μένει όμως μόνο εκεί . Τα τραύματα του
δικού της λαού την κάνουν ν’ αφουγκραστεί με την ίδια συγκίνηση ανάλογες
περιπέτειες άλλων λαών . Μιλά για τη φρίκη ομαδικών εκτελέσεων αμάχων , για
πολιορκημένες πόλεις , για πρόσφυγες που γίνονται αντικείμενο πολιτικής
εκμετάλλευσης .Μιλά για την Παλαιστίνη και το Ιράκ και τις πρωτόγονες φυλές που
σφάχτηκαν στο όνομα της πολιτιστικής επανάστασης, και στέκεται στο πλευρό των
κάθε λογής ηττημένων .Στήνει αδιάκοπα μικρές νάρκες στον οδοστρωτήρα ενός
απάνθρωπου καπιταλισμού που σαρώνει σταδιακά τα πάντα κι εξορίζει την ανθρωπιά
μας στο επίπεδο της ρομαντικής επιδίωξης .Περιγράφει το τεχνολογικό αδιέξοδο
μιας εποχής που έχει για προορισμό της το πουθενά. Κατορθώνει όμως να αποφύγει
τον άσκοπο μελοδραματισμό , την υπερβολή που απωθεί , τη ρητορεία που κουράζει
ή το διδακτισμό .Η λυρική της πένα υπερβαίνει το εφήμερο των γεγονότων και των
διαπιστώσεων ,και φέρνει στο προσκήνιο μια αυθεντικά βιωμένη αγωνία για το
απότομο γκρέμισμα κάθε πανανθρώπινης αξίας .
Και
είναι γενικότερο χαρακτηριστικό της ποίησης της Κολοσιάτου ότι απουσιάζουν οι
ανέξοδοι συναισθηματισμοί .Το συναίσθημα ακουμπάει τους στίχους της με έναν
συγκρατημένο τρόπο , αφήνοντας τον αναγνώστη να το αποστάξει μόνος του. Εκείνη
απλώς παρατηρεί με διεισδυτικό βλέμμα τη διαδοχή των πραγμάτων γύρω της ,τη
σύσταση και την εξέλιξη των εικόνων , την αναμέτρηση του ανθρώπου με τις
δυνάμεις και με τη μοίρα που τον συντροφεύει . Μέσα σε αυτό το πλαίσιο , αφήνει
την ανάγνωση των στίχων να είναι ρευστή , να επιτρέπει με την απουσία της
στίξης και με τη θέση των λέξεων πολλαπλές ερμηνείες .Παράλληλα , ενδιαφέρον
παρουσιάζουν και οι τίτλοι των ποιημάτων της . Στις περισσότερες περιπτώσεις
μοιάζουν άσχετοι με το σώμα των ποιημάτων ,ως υποψήφιοι στίχοι που δεν μπόρεσαν
ή δε θέλησαν να ενταχθούν κάπου και παρέμειναν εκεί , στην αρχή των ποιημάτων ,
ως σηματοδότες του ευρύτερου φιλοσοφικού πεδίου μέσα στο οποίο κινείται η σκέψη
της ποιήτριας .
Κλείνοντας
τη μικρή αυτή συνομιλία με την ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου ,θα μείνω στους
παρακάτω στίχους από το ποίημα «Κέρινα ομοιώματα» : Ένα ποίημα/Οι στίχοι το
ξεφυλλίζουν άσκοπα/Προσπαθώντας να σπάσουν το νήμα /που δένει τη σιωπή . Κάπως
έτσι νομίζω ότι βιώνει την πράξη της ποίησης η ποιήτρια .Ξεφυλλίζει «άσκοπα»
σελίδες από τον εαυτό της και τον κόσμο που την περιζώνει ,κι αφήνει τη σιωπή
να βγάλει προς τα έξω την εξαγνιστική της δύναμη ,να μετουσιωθεί σε λόγο
ζωντανό και γενεσιουργό υποσυνείδητων εκρήξεων .
Δημοσιεύτηκε στο https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2017/05/17/%CF%86%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85-2/ και στο http://www.poiein.gr/2013/09/04/i-enoiiaoeoiyiio-euoiio-oco-onioiyeao-eieioeuoio-anuoae-i-ethooao-ooeantho/
Φροσούλα Κολοσιάτου , Σκοτεινή συγκατοίκηση , Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014
Η
σε βάθος ενασχόληση του κριτικού με τα ποιήματα ενός δημιουργού αποτελεί ένα
είδος αυταπάτης, καθώς ο κριτικός έχει την εντύπωση ότι μπορεί να σταθεί δίπλα
στα ποιήματα και να τα βοηθήσει να μιλήσουν και να μεταδώσουν το ρίγος τους, τη
στιγμή που εκείνα έχουν ήδη πει πολλά στους αναγνώστες. Από την άποψη αυτή κάθε
απόπειρα κριτικής ενέχει το στοιχείο της τραγικής πλάνης. Παλεύει ο κριτικός να
βάλει σε τάξη τα ύψη και τα βάθη του, να κουρντίσει τις λέξεις του με τρόπο που
να πείθουν, να βάλει χαλινάρι σε τόσο απείθαρχα πλάσματα όσο τα ποιήματα και τα
πεζά. Φτιάνει γεφύρια μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, αλλά ξεχνάει πάντα να
κλείσει στα θεμέλιά τους τη γυναίκα του Πρωτομάστορα. Κι έτσι τα γεφύρια του,
αβέβαια και κούφια, γονατίζουν στον πρώτο χείμαρρο που θα τα συναντήσει. Αλλά ο
κριτικός επιμένει , δηλώνει αυτάρεσκα ότι πλάθει τέχνη μέσα στην τέχνη.
Αισθάνεται χρέος του να προσεγγίσει τις αρετές ενός έργου με έναν κατά το
δυνατόν αντικειμενικό κώδικα πρόσληψης του ωραίου. Μόνο και μόνο για να δώσει
στο έργο τροφή, να το δυναμώσει, να το ξεγυμνώσει κι έτσι να αιφνιδιάσει πρώτος
τους κάθε λογής ηδονοβλεψίες. Επιμένει πως η βούλησή του να γεννήσει τέχνη από
την τέχνη, ενισχύει τελικά τις πιθανότητες για μία ψύχραιμη παρατήρηση εκείνων
των παραμέτρων που χαρακτηρίζουν με καίριο τρόπο τα έργα. Κι αυτή η επιμονή
γίνεται η δύναμή του.
Με τον ίδιο τρόπο επιμένοντας, πήρα να γράψω για την καινούργια δουλειά της Φροσούλας Κολοσιάτου. Με όλες τις δυσκολίες και τις αναστολές που γεννά η αναμέτρηση ενός περίπου άπειρου στοχαστή με μια ποιητική πορεία χρόνων. Η πρώτη ωστόσο δοκιμή να συναντήσω το έργο της ποιήτριας είχε γίνει πριν από δύο χρόνια. Και τώρα πάλι αντιμέτωπος μ’ ένα νεογέννητο έργο της και με το δέος που αισθάνεται κανείς, όταν αγγίζει κάτι τόσο ώριμο, αποκρυσταλλωμένο σε μια λογοτεχνική μορφή που αποπνέει σιγουριά για τον εαυτό της. Ο τίτλος είναι προσδιοριστικός της ατμόσφαιρας των ποιημάτων . Τα συστατικά του ένα επίθετο, η λέξη «σκοτεινός», πολυφορεμένη στην ποίηση, μυστηριώδης μα πάντα ελκυστική με την αοριστία της, κι ένα ουσιαστικό , η λέξη «συγκατοίκηση», η οποία προδίδει ένα είδος συνύπαρξης ετερόκλητων στοιχείων. Ουσιαστικό και επίθετο, ως σύνολο, διαγράφουν μία περίκλειστη ζωή δίπλα σε μιαν άλλη ζωή, μία συμβίωση μέσα στο μαύρο.
Ανέκαθεν
η ποίηση της Κολοσιάτου είχε στα σπλάχνα της κάτι μαύρο . Ένα μαύρο που
εκφραζόταν ως φυγή, ως φθορά, ως ηλικία , ως παλιό, ως κατοχή . Έβγαινε μέσα
από τις μνήμες του τόπου της , μέσα απ’ το φόβο για τη ρηχότητα των πραγμάτων
γύρω της . Άγγιζε με τρόπο τις λέξεις, τις φωνές , τις μουσικές των ποιημάτων
της. Το ίδιο μαύρο είναι παρόν κι εδώ , αλλά θαρρεί κανείς γνώριμο και
διακριτικό . Μοιάζει με απαλό αεράκι που φουσκώνει τα πανιά των ποιημάτων και
τους δίνει κίνηση . Αποτελεί τη ρίζα απ’ την οποία βλασταίνει ο λόγος της. Δεν
υπάρχει ωστόσο τίποτε το μελοδραματικό, το προσποιητό , το υπέρμετρο. Κι ούτε
ξεπέφτει η ποιητική σ’ έναν ανέξοδο και φλύαρο ρομαντισμό. Η Κολοσιάτου ξέρει
καλά πώς να ισορροπεί ανάμεσα στο λόγο και στο συναίσθημα. Εκεί που κινδυνεύει
ένα ποίημα να εκτραπεί προς μία μεγαλόστομη ρητορεία, εκεί παρεμβαίνει το μέτρο
κι επαναφέρει τις λέξεις στην ποιητική τους τροχιά.
Aς μείνουμε για παράδειγμα στο ποίημα «Αετοί μαζεύουν τα φτερά τους» , για να φανεί καλύτερα η παραπάνω παρατήρηση. Εκεί λοιπόν το αρχικό λυρικό σκηνικό με τους αετούς και το θαλασσινό νερό υπονομεύεται πρόσκαιρα από την επισήμανση της πανταχού παρουσίας του θανάτου, για να γίνει έπειτα η απροσδόκητη ταύτιση του θανάτου με το ρόδι που κυλάει «στα ελλείμματα του χρόνου» και να επανέλθει το ποίημα απολύτως φυσιολογικά στη μεριά του λυρισμού. Θα έλεγα παράλληλα ότι τα περισσότερα ποιήματα εδώ έχουν ως εκκίνηση την άρνηση . Ξεκινούν ως γκρίζες λέξεις [τέφρα , βουβά, ανοχύρωτη , θρυμματισμένο, τέλος ] ή ως γκρίζες διαπιστώσεις [με εξαντλεί ό,τι αγάπησα, η φωνή χάνεται, ισορροπία σε μια χιονοστιβάδα, δεν υπάρχουν νέα, μέχρι τις θυρίδες της ασφυξίας] και καταλήγουν πάλι στην άρνηση, στο φόβο, στον εφιάλτη. Ενδιάμεσα ωστόσο υπάρχει ανάταση, υπάρχει μία οξεία ποιητική ματιά που αντιστρέφει το σκοτάδι σε λόγο.
Θεματικά
κυριαρχούν γνώριμα στην ποίησή της μοτίβα. Τα ποιήματα παίρνουν ανάσα από το
βάρος των πραγμάτων που κουβαλάει στη μνήμη της η ποιήτρια , από την
αναπόφευκτη πάλη του ανθρώπινου σώματος με το τέλος του , από την απορία για
την όψη που τείνει να λάβει ο κόσμος γύρω μας , από το μικρό και ασήμαντο , στο
οποίο ανακαλύπτει το αξιοπρόσεκτο και διαχρονικό . Το διαχρονικό, βέβαια, στην
ποίηση της Κολοσιάτου δεν εμπεριέχεται σε ασκήσεις διδακτισμού ή σε στίχους
-μηνύματα , αλλά κυρίως στην εντύπωση που αφήνουν οι στίχοι της ως βιωμένες αλήθειες,
ως λυρικές εξάψεις ενός ανήσυχου υποσυνείδητου .
Επιπλέον, η έμπνευση πολλών ποιημάτων αντλείται από τις τραυματικές εμπειρίες της οικονομικής και θεσμικής κρίσης την οποία βιώνουμε τα τελευταία πέντε χρόνια. Ως μέρος αυτής της πραγματικότητας, η ποιήτρια συλλέγει τα τραύματα, μετασχηματίζει τα θραύσματα σε καθολικές εποπτείες, εγκλωβίζει την ατομική συγκίνηση σε λειτουργικά λογοτεχνικά σχήματα . Έτσι , ο ποιητικός της κόσμος δίνει στον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό το αισθητικό κίνητρο που του επιτρέπει να ξεπεράσει το εμπόδιο της απλής και κάποτε γραφικής αποτύπωσης της επικαιρότητας. Η Κολοσιάτου άλλοτε σημαδεύει τα μικρά καθημερινά στιγμιότυπα που όμως,παρά τη μικρότητά τους, συλλαμβάνουν και ανακλούν τις ευρύτερες διαστάσεις μιας πανανθρώπινης απελπισίας. Κι άλλοτε βάζει το φακό πάνω στην ίδια την πανανθρώπινη απελπισία , για να τη φωτίσει ποικιλότροπα και να την καταστήσει αναπόσπαστο κομμάτι από την εμπειρία όλων μας . Μέσα σ’ αυτή την οπτική συνυπάρχουν η μικρή καθημερινή οδύνη ,όπως αυτή που βιώνουν «νοικοκυριά εύθραυστα / Σας πορσελάνη» και «Καταρρέουν χωρίς όνομα» , αλλά και πρόσωπα –θύματα της λογικής που επιβάλλει η νέα τάξη πραγμάτων ,όπως η μικρή Σάρα ,πάνω από την οποία στέκεται με συγκίνηση η ποιήτρια και ψάλλει ένα τρυφερό μοιρολόι . Κάποτε μάλιστα ο κύκλος ανοίγει , αγκαλιάζει τα μωρά της Γάζας , τη Φουκουσίμα, μαρτυρικές περιοχές όπως η Λιβύη και η Συρία .
Υφολογικά,
μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι η αφηγηματική φωνή κινείται ανάμεσα στη
συμμετοχή και στην αποχή . Συμμετέχει και δε συμμετέχει, αγγίζει και δεν
αγγίζει. Βρίσκεται από μέσα κι απ’ έξω ταυτόχρονα . Η παρουσία άλλωστε του εγώ
είναι εδώ ελάχιστη, κάτι που φανερώνει την επιδίωξη της ποιήτριας να κρατήσει
σε απόσταση την αφηγηματική φωνή από το πρόσωπό της. Με τον τρόπο αυτό
διευρύνει το οπτικό πεδίο των ποιημάτων της, τα απαλλάσσει από την ταύτισή τους
με αποκλειστικά δικά της βιώματα ,στέκεται περισσότερο στο ρόλο του παρατηρητή
παρά του πάσχοντος υποκειμένου . Αυτή η τεχνική της επιτρέπει να φέρνει στο
προσκήνιο το «αντικείμενο» και μ’ έναν τρόπο ασφαλώς ποιητικό να το φωτίζει από
απίθανες πλευρές. Ας δούμε τους παρακάτω στίχους : «Ψυχή στους δρόμους /Τρίζει
το ξεχασμένο πόμολο της πόλης /όπως παράθυρο από μέσα / Στο δικό της λαβύρινθο
/ Η πόλη ολόκληρη / χωρίς αισθήσεις» . Θαρρείς πως το «αντικείμενο» , η πόλη
σηκώνεται από το τσιμέντο κι ανασαίνει , αυτόνομη , ξέχωρη από τα βήματα κι από
τις λέξεις της αφηγηματικής φωνής ,κι αποτυπωμένη με μια συνειρμική διαδοχή
εικόνων .
Αυτή
η παράταξη των εικόνων είναι ένα άλλο υφολογικό γνώρισμα της ποιήτριας και
παραπέμπει στην τεχνική του διασπασμένου θέματος ,με την οποία οι καθολικές
εμπειρίες κομματιάζονται και τοποθετούνται επιδέξια στο σώμα πολλών εικόνων του
ίδιου ποιήματος , έτσι που τα ποιήματα της Κολοσιάτου μοιάζουν συχνά με
σπασμένο καθρέφτη ,τα κομμάτια του οποίου ενώνονται με συνειρμούς , για να
μεταφέρουν μία αντισυμβατική εικόνα της πραγματικότητας .Για παράδειγμα , στο
ποίημα [Τέφρα και ατμός] , το θέμα της αναλγησίας του σημερινού κόσμου
θρυμματίζεται σε εικόνες όπως της τέφρας και του ατμού, της κακοκαιρίας που
σκιάζει τους πληθυσμούς , των χαρακτηριστικών του προσώπου , των λαοπλάνων ,
του παιδιού που γράφει ιστορία στις καταπακτές της φτώχειας .
Ο
λόγος πάλι είναι πυκνός , αφήνει συχνά το ρήμα στην άκρη , φέρνει μπροστά χωρίς
φόβο το ουσιαστικό και το επίθετο , σε διαδοχικές συνεκφορές , θα έλεγε κανείς
για να νεκρώσει για λίγο την κίνηση , για να φωτίσει αυτά που στέκονται μέσα
στη σιωπή . Με τον τρόπο αυτό η δραματικότητα επεκτείνεται και στα μη ζώντα και
δίνει τη δυνατότητα να μετατοπιστεί έστω για λίγο η προσοχή από κέντρο στην
περιφέρεια της πράξης .
Με
τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και λέξεις που μεταφέρουν ήχους ,ακουστικές
εποπτείες , και που απαντούν με μεγάλη συχνότητα σε μία πληθώρα ποιημάτων . Το
ηχητικό ρεπερτόριο ξεκινά από τον ψίθυρο . Έπειτα έρχονται οι τριγμοί «από το
ξεχασμένο πόμολο της πόλης» , η φωνούλα «από κουρδιστή κούκλα» , το παράπονο .
Η φωνή επιστρέφει σαν αντίλαλος , ακούγονται «βραχνές φωνές» , «φωνές του
δρόμου» , «φωνές άλλων ανθρώπων» , σύντομα «θόρυβος» ,»μοιρολόι» , «τύμπανα
πολέμου», ύστερα «μακρινές ιαχές» , «κραυγή». Σε όλες τις εντάσεις της , η φωνή
χρησιμοποιείται από την ποιήτρια ως ένα ανιμιστικό εργαλείο , ως ένας τρόπος
ανάστασης των νεκρών πραγμάτων. Γιατί όπως γράφει η ίδια «Όλα μπορούν να
συμβούν /αν τα πεις δυνατά» ή «σαν να είναι η φωνή απάντηση / σε κάποιον που
είναι απών /και πρέπει να γυρίσει» .
Στην ποίηση της Κολοσιάτου λοιπόν οι πιθανότητες είναι με το μέρος των απίθανων πραγμάτων , ο χρόνος άλλοτε παγώνει κι άλλοτε κινείται γοργά , οι εμπειρίες συμφύρονται , ανατρέπουν η μία την άλλη , αλληλοσυμπληρώνονται , συνθέτουν παράξενα ποιητικά ψηφιδωτά ,μέσα στα οποία διαγράφεται πάντα το πρόσωπο της ηλικίας . Κι αν όπως λέει ο Βαλερύ «η ποίηση είναι η γλώσσα όχι της αλήθειας αλλά της δημιουργίας» , η Φροσούλα Κολοσιάτου με τη «Σκοτεινή Συγκατοίκηση» κατορθώνει να μιλήσει αυτή τη γλώσσα με το δικό της ανορθόδοξο αλλά γοητευτικό τρόπο.
Κώστας Τσιαχρής
Γρηγορία Πούλιου , Νεκρή καρδιά σε κόσμο νεκρό , Εκδόσεις Οδός Πανός 2015
Το
χρυσό αιγυπτιακό παιδί που κοσμεί το εξώφυλλο της τέταρτης συλλογής ποιημάτων
της Γρηγορίας Πούλιου , προβεβλημένο μέσα στο ολόμαυρο πλαίσιο , δίνει από την
αρχή , από τον εξωκειμενικό κόσμο , τη δυνατή εντύπωση της ακινησίας . Ακινησία
την οποία μαρτυρεί και ο τίτλος της συλλογής , στον οποίο τα δύο κυρίαρχα
ουσιαστικά , η Καρδιά και ο Κόσμος καταλήγουν οριζόντια και χιαστί στο επίθετο
« νεκρός» . Η ακινησία αυτή , ωστόσο , με την ανάγνωση των ποιημάτων ,
περιορίζεται στη συναισθηματική κατάσταση της ποιητικής φωνής , η οποία βιώνει
μονίμως το συναίσθημα της απώλειας της αγαπημένης μορφής .Έτσι , το εσωτερικό
τοπίο των ποιημάτων προβάλλει στο παρόν απονεκρωμένο , γυμνό από το πάθος , και
η όποια κίνηση απωθείται στο παρελθόν και στη μνήμη του ποιητικού υποκειμένου .
Κάτω από το πρίσμα αυτό , το αγαπημένο πρόσωπο παρουσιάζεται ως σκιά , χωμένο
στο ημίφως , ταυτισμένο με τη στέρηση , ιδεώδες , εγκλωβισμένο στο χώρο της
δυνατότητας ή της βιωμένης ενέργειας , παρά ως ζώσα κατάσταση , ως δρών και
πάσχον υποκείμενο.
Ο χρόνος που επιλέγεται είναι συνήθως η
νύχτα , η οποία είναι οδυνηρή [έχει το πρόσωπο ενός καμικάζι] , ύπουλη , έρπει
γύρω από την ποιητική φωνή , την οδηγεί στην ασφυξία , στη λαχτάρα της
απελευθέρωσης . Οι σκιές της κουβαλούν παρελθόντες εραστές , τα χρώματά της
συμπορεύονται με τις εσωτερικές διαθέσεις , και ενώ εδώ τα πάντα σχεδιάζονται
και λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο ενός ποιητικού ρεαλισμού , υπάρχουν αχνές
συμβολιστικές πινελιές ,που συμβάλλουν στη δημιουργία ατμοσφαιρικών σκηνικών
μέσα στα οποία οι στίχοι αποκαλύπτουν την αλήθεια τους . Υπάρχει έπειτα διάχυτο
σε πολλά σημεία το στοιχείο της εσωστρέφειας , το οποίο εκδηλώνεται είτε ως μία
κίνηση επιστροφής σε κεκτημένες συγκινήσεις είτε με το μορφικό σχήμα του
μονολόγου είτε με μία διάθεση συναισθηματικού απολογισμού για το ποιόν και την
ένταση των ερωτικών παθών που προηγήθηκαν είτε ως κατάσταση εγκλωβισμού .
Όταν μάλιστα ο λόγος περιστρέφεται γύρω
από τον έρωτα , η πορεία , όχι ακριβώς γραμμική , που ακολουθεί η ποιήτρια
βασίζεται στο τρίπτυχο : Αναπόληση του πάθους => ανάπλασή του μέσω της
κατασκευής ενός ειδώλου , με στόχο την αναζήτηση ενός γιατρικού =>
απονέκρωση των αισθημάτων . Στο πρώτο σκέλος του τρίπτυχου ανήκουν τα ποιήματα
«Εκείνο το απόγευμα» , στο οποίο η συνειρμική μεταφορά στον οργασμό ολοκληρώνει
την παραστατική λεηλασία του σώματος από το ποθητό πρόσωπο [Φούσκωναν οι φλέβες
/Έτριζαν τα δόντια / Κτυπούσαν σα ταμπούρλα τα μελίγγια / Κι έσταξε η χαλασμένη
βρύση στην κουζίνα / πλημμυρίζοντας νερά] , «Σχέση πάθους» ,όπου η παράνομη
σχέση παραλληλίζεται με το πρωτόπλαστο θαύμα της συνένωσης και τον προπατορικό
πειρασμό [Σμίγαμε συχνά τα βράδια / κρυφά σαν δυο εξόριστοι πρωτόπλαστοι
/πίνοντας , δίχως ενοχές / δυνατό χυμό / από τον απαγορευμένο καρπό ],
«Χωρίσαμε ένα βράδυ που’ βρεχε» , όπου το βαρύ εξωτερικό τοπίο - με τα σύννεφα
, τους κεραυνούς και τη μπόρα - λειτουργεί ως ανεστραμμένη απεικόνιση της
εξωτερικής καταιγίδας [ Σαν καντηλέρια βαριά , τα σύννεφα / κρέμονται πάνω από
το κεφάλι μου /Αποπνιχτική βραδιά / Κεραυνοί ηλεκτρίζουν το μυαλό μου].
Μέρος της θεραπείας από το βάρος της
ερωτικής ανάμνησης είναι η πρόσκληση της αγαπημένης μορφής εν είδει φαντάσματος
, ειδώλου [Τη νύχτα θα την περάσουμε μαζί / μα όταν το πρώτο φως της ημέρας /
σαν κλέφτης από τις γρίλιες μπει / αυτός , σωρός νεφελώδης ,πλάι μου / ευθύς θα
διαλυθεί ] , [ Αγκαλιά με τα φαντάσματά μου πορεύομαι / χωρίς να ξέρω για που /
ούτε ποια είναι η αιτία - ] , [Με κόκκινα μάτια και θολά όνειρα ανοίγω την
πόρτα / Μπαίνει πρώτα η θύμησή σου κι ύστερα η αυγή ]. Κάποτε , η φαντασίωση
διευρύνεται , ανυψώνεται στο επίπεδο ενός διαχρονικού ερωτικού συμβολισμού
,όπως ακριβώς συμβαίνει στο ποίημα «Ενύπνιο» .[Ποια είναι αυτή η φασματική
μορφή /που σαν αστέρι στο σκότος λαμπυρίζει /και ο αέρας υάκινθο μυρίζει ; Το
ταβάνι τρεμουλιαστά ψιθυρίζει /Ο καθρέφτης χαρούμενα ψιθυρίζει /Το σπίτι με
κατάνυξη πλημμυρίζει / Εγώ ψιθυρίζω εκστατικά / Είναι της δεκάτης Μούσας ! /
Είναι της Λεσβίας ! / Είναι της Σαπφούς το φάντασμα] . Η θεραπεία βέβαια που
προσφέρουν τα είδωλα , είναι πρόσκαιρη , μετριάζει περισσότερο παρά εξαλείφει
τον πόνο . Έτσι , ακόμη κι εκείνο το διανυκτερεύον φαρμακείο στο ποίημα
«Ξάγρυπνη» μπορεί να λειτουργεί ουσιαστικά ως καταφύγιο των τραυματισμένων
ψυχών , αλλά στο τέλος το επίρρημα «κάπως» , προσεκτικά τοποθετημένο ,
επιβεβαιώνει την αδυναμία της ίασης . [Ρίχνω μια ματιά στα περίλυπα , σκυφτά
κορμιά / που περιμένουν ανυπόμονα στη σειρά για να πάρουν λίγη / δόση αδυναμίας
/Είμαι κι εγώ ένα από αυτά / Ο νυσταγμένος φαρμακοποιός δύσπιστα με κοιτά /
Δίνω τα χρήματα , παίρνω το γιατρικό / και με κάπως αναπτερωμένο το ηθικό /
καληνυχτώ] . Με τον ίδιο τρόπο , και οι παπαρούνες του ποιήματος «Παπαρούνες
στην εξοχή» , με την αισθητική τους δύναμη , γιατρεύουν προσωρινά τις
συναισθηματικές αιμορραγίες [ Απλώνω τα χέρια μου στη δροσερή πυρκαγιά σας /
Τρίβω το πρόσωπό μου στη μεταξένια σας αγκαλιά / Βυθίζομαι στα σκοτάδια σας ,
εκστατικά / και η κρυφή πληγή μου / δεν αιμορραγεί ,πια].
Το τρίπτυχο ολοκληρώνεται με την
απονέκρωση των αισθημάτων , η οποία οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο σε μία
διάθεση παραίτησης τόσο από την επιθυμία όσο και από το βίωμα . Η απονέκρωση
σχηματοποιείται με το θρυμμάτισμα των ονείρων μετά τη φυγή του αγαπημένου
προσώπου [κι όλα τα όνειρα ,/οι αλυσίδες που μας έδεναν με το φεγγάρι /
σκούριασαν κι έσπασαν σε χίλια / καθρεφτένια κομμάτια και σκόρπισαν /πάνω στην
υγρή άσφαλτο / μες στη φεγγαρίσια νύχτα] , με τη σκηνοθεσία μιας ιδιότυπης
νεκρής φύσης μέσα στην οποία αποχρωματίζεται οριστικά μια δυνατή ερωτική σχέση
[ένα παλιό γραμμόφωνο / κι ένα παλιομοδίτικο ποδήλατο ,που του ‘λειπε / μια
ρόδα/ Αυτό είναι το φόντο / του τέλους ενός παθιασμένου / έρωτα] ή με τη μορφή
του επιγράμματος , όπου γίνεται ένα είδος επιτύμβιας αναφοράς σε έναν έρωτα
έτοιμο πια να νεκρωθεί [Η αγάπη μας , αθόρυβα σαν φίδι / απ’ τις καρδιές μας
ξεγλιστράει / Οι μέρες μας θολώνουν / οι άγρυπνες νύχτες μακραίνουν /Κι οι ζωές
μας , δυο πλοία / σε αντίθετους προορισμούς αποπλέουν]. Ως επιστέγασμα σε όλα
αυτά , και συνάμα ως ειρωνεία , το θαύμα του έρωτα γίνεται αντιληπτό από το
ποιητικό υποκείμενο τη στιγμή που ο περικείμενος χώρος μοιάζει να το αμφισβητεί
[«Η αγάπη έρχεται και σε βρίσκει / μόνο μια φορά , μες στο γαλάζιο σου / κοχύλι
της μοναξιάς» /είπα / στα ηλιοτρόπια που χαμογέλαγαν στον ήλιο / Μα μια λαμπερή
πεταλούδα / προσγειώθηκε στον ώμο μου / για να με χλευάσει / κι ένα περαστικό
πουλί / ήρθε κοντά μου , με δυνατό κρωγμό / καθώς κόκκινα συννεφάκια /
σχημάτιζαν μύριες καρδιές στον ουρανό»] .
Άλλα ποιήματα [Και όμως , Η κηλίς ,
Ξάγρυπνη , Αγοραία βράδια ]έχουν το χαρακτήρα μιας περιήγησης , ενός περίπατου
,όπου το ποιητικό υποκείμενο αναλαμβάνει το ρόλο του παρατηρητή . Μέσα σ’ αυτές
τις «περιηγήσεις» είτε δίνεται το περίγραμμα της άγριας πλευράς της πόλης ,
ενός αστικού τοπίου καμωμένου από «σπέρμα , αίμα και ξερατό» [Δρόμοι της Αθήνας
/ της Σοφοκλέους , κάτω από το Δημαρχείο /γύρω από την Ομόνοια , στη Συγγρού ,
στην πλατεία /Κουμουνδούρου , στη Βικτωρίας/ Στις μισοσκότεινες γωνίες , στις
προθήκες καταστημάτων / Στα πεζοδρόμια -κρεβάτια των αστέγων / Στους διαδρόμους
εκστατικών απογειώσεων/ Κορμιά μπρούμυτα πεσμένα αγκαλιάζουν/ ανεκπλήρωτα
όνειρα ] , είτε σε αντίστιξη με αυτό αποκαλύπτεται ένας αναπάντεχος λυρικός
ενθουσιασμός , ο οποίος αναβρύζει από την επαφή του ποιητικού υποκειμένου με
απλά στοιχεία της φύσης ,όπως ένα καναρίνι , οι παπαρούνες ή τα δέντρα . Συχνά
μάλιστα στη δεύτερη περίπτωση , η ανοικειωτική αναπαράσταση της πραγματικότητας
μετατρέπεται σε ένα πικρό σχόλιο για την αλαζονεία του σημερινού ανθρώπου και
τον παραλογισμό της ζωής χωρίς ζωή . Για παράδειγμα , στο ποίημα «Και όμως» η
περιπαθής περιδιάβαση σε ένα αρκαδικό τοπίο εξελίσσεται απρόσμενα σε μία
καταγγελία με οικολογικές αποχρώσεις . Στο τέλος του ποιήματος απομένει το
καλλιτεχνικό δημιούργημα [μία τεράστια τοιχογραφία] να υπενθυμίζει την αλλοτινή
γιορτή της ζωής [Εκεί θα ξαπλώσω ,κάτω από τις βελανιδιές / τα πεύκα , τα έλατα
, τις καστανιές και τις ιτιές / Να βλέπω την πομπή των παρθένων να περνά / και
να κάνω προφητείες / σπάζοντας τα κρύσταλλα του χρόνου/ Και θα ξεχνώ πως δάσος
δεν υπάρχει πια / Πως οι βάρβαροι κάψανε τη γη μας / κι ούτε ένα πουλί τον αέρα
σχίζει /ούτε μια γάργαρη πηγή / μόνο στάχτη πάνω στη στάχτη / κι ερημιά και
ασφυξία / και αυτό που τώρα βλέπω με λατρεία / είναι μόνο ενός δάσους / μια
τεράστια τοιχογραφία ] .
Όσον αφορά δε τον τρόπο γραφής της
ποιήτριας , παρά την απλότητα της ανάπτυξης και της διατύπωσης των στίχων ,
υπάρχουν στιγμές υπερδιέγερσης της συγκινησιακής λειτουργίας της γλώσσας . Στη
διάρκεια αυτών των στιγμών πλάθεται ένα ηλεκτρισμένο συγκείμενο , μέσα στο
οποίο κάθε λέξη ,όσο απλή και ταλαιπωρημένη κι αν είναι , απορροφά τη δύναμη
του ηλεκτρισμού , απελευθερώνει τα ανιόντα και τα κατιόντα της , έλκεται και
συγκρούεται με τις συγκείμενες λέξεις , κι όλες μαζί επιτίθενται στο θυμικό του
αναγνώστη . Αυτή η επίθεση , ωστόσο , δεν έχει τίποτε το ασύντακτο . Όλα είναι
μετρημένα , σα να διευθύνονται από ένα αόρατο παράγγελμα .
Συνοψίζοντας , η ποίηση της Γρηγορίας
Πούλιου στην τέταρτη ποιητική συλλογή της ,είναι η ποίηση της ανάσας , της
ομορφιάς , της επιθυμίας , της νύχτας , των ερωτικών ινδαλμάτων , του ημίφωτος
, των αμυδρών υπάρξεων , της απουσίας . Μια ποίηση που εξομολογείται τα βιώματά
της γυμνά και που κυλάει σα ρίγος στη σπονδυλική στήλη όσων μπορούν να
ταυτιστούν με τον απλό μεν , αποκαλυπτικό δε λόγο της ποιήτριας . Κι όπως πολύ
όμορφα λέει η ίδια σε ένα στίχο του ακροτελεύτιου ποιήματος της συλλογής
«Surreal» , «Μες στον κόκκο της άμμου κρύβεται το σύμπαν» …
Δημοσιεύτηκε στο http://filologikesmaties.blogspot.com/2015/09/blog-post.html
Δημήτρης
Γιαλαμάς «Σημαδεμένος Ουρανός»
Τι
είναι άραγε ο
«Σημαδεμένος Ουρανός» ;Διάψευση της αρχετυπικής
καθαρότητας ; Σημαδεμένη
τράπουλα και άρα
ένα στημένο από
άλλους μεταφυσικό παιχνίδι ;
Στιγματισμός ή και
τραύμα του ιδεατού
χώρου ; Ένα καθημαγμένο συμπαντικό
όραμα ; Μήπως εν τέλει
μια ανεστραμμένη , κατά τη
συνήθεια του Σαχτούρη , αποτύπωση της
γήινης πραγματικότητας σ’ έναν
υπερβατικό χώρο ; Ο Δημήτρης
Γιαλαμάς , ένα χρόνο
μετά τη «Μισή ζωή –μισή τιμή»
, επανέρχεται με έναν
δεύτερο κύκλο ποιημάτων ,στον οποίο επιχειρεί να
ισορροπήσει ,πρώτα απ’ όλα μέσα
στη δική του συνείδηση ,
την πάλη του
«έσω» και του «έξω» κόσμου. Στην
πρώτη του κατάθεση
,ο λόγος του εξωστρεφής
, θυμωμένος και περιπαιχτικός
, πορευόταν με την ορμή
ενός σκληρού ρεαλισμού και με
μια διάθεση αφυπνιστική . Στο «Σημαδεμένο Ουρανό» ο
καρυωτακικός επιθετικός τόνος
υποχωρεί αισθητά και ο ποιητής γνέφει
περισσότερο προς τον «έσω» κόσμο , χωρίς ωστόσο
να λείπει από
τους στίχους του η
διάθεση κοινωνικής κριτικής .Ο
ίδιος άλλωστε ,δίνοντας
το ερμηνευτικό πλαίσιο της
συλλογής ,γράφει «Το ταξίδι της
ποίησης στην Ελλάδα
της κρίσης σημαδεύει
τον ουρανό της , με τα σύννεφα
του πόνου και της θλίψης, της
αγωνίας και της αναζήτησης
ελπίδας», υπογραμμίζοντας
τους άξονες αναφοράς
των ποιημάτων του .Είναι
προφανές ότι το
κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο
των τελευταίων ετών
στη χώρα μας
έχει επιδράσει με
καταλυτικό τρόπο στη ρίζα και
στο φύλλωμα της
ποιητικής του , στο εννοιολογικό φορτίο
και στον τρόπο
εκφοράς του . Η πικρία
, η αγανάκτηση , το αίτημα
για κάθαρση ,η σύγχυση , ενυπάρχουν όχι
μόνο ως διαθέσεις
, αλλά και ως
μορφικές επιλογές .
Για
παράδειγμα , η
ομοιοκαταληξία , μία τεχνική
συνυφασμένη με την «παραδοσιακή» ποιητική
έκφραση , χρησιμοποιείται ως ένας
ειρωνικός απόηχος ενός άλλοτε καλοκαμωμένου ρυθμού , μιας οριστικά
χαμένης πλέον αρμονίας
ή και ως ένα
είδος αντίπραξης απέναντι
στη δεσποτεία του πεζολογικού τόνου
στη σύγχρονη ποίηση . Με
τον ίδιο τρόπο
λειτουργούν και τα
αρχαιοπρεπή σύνθετα επίθετα
[θεμιστοπόλος , κακέμφατα ,
ολεσίμβροτος , ονειρόφαντος , αήθης , δυσέραστος , οψιγενής , θελξίπικρος ,
σαγηνόδετη ] , τα οποία ξενίζουν
ίσως με τον «αισχυλικό»
όγκο τους τους
λάτρεις της απλότητας
στην έκφραση , μεταφέρουν όμως
στα σωθικά των
ποιημάτων μία δραματική
διάσταση και μορφοποιούν
με παραστατικό τρόπο την
καταφυγή του ποιητή
στην παντοδυναμία των
λέξεων ως αντίδοτο στην
αποδυνάμωση των ηθών . Αισθητή είναι
ακόμη η παρουσία
πολλών ερωτημάτων [μα τι
συνέβη ασυμβάτως ; Γιατί
τάχα τέτοια πηλάλα ; Προς
τι ο ολοφυρμός ; Για πόσο
θα ετοιμάζεσαι ; τι άραγε
ιστορεί ; Ποιο κάρμα
σε γέννησε ; ] ,που ανασηκώνουν υπαινικτικά
την απορία του
ποιητή στο ύψος μιας κραυγής διαμαρτυρίας και
αγωνίας .
Εκτός
από αυτά ,
ο «Σημαδεμένος Ουρανός»
διαφοροποιείται αρκετά και ως προς
τη συνάφεια των
στίχων με τη μουσική . Ενώ δηλαδή ένας
σημαντικός αριθμός
ποιημάτων της προηγούμενης
συλλογής έδινε την
εντύπωση της συνειδητής
επιλογής του ποιητή
να συνθέσει στίχους
ικανούς να προσαρμοστούν στο σχήμα
μιας μελωδίας , εδώ
μοιάζει να απεγκλωβίζεται από
αυτή τη διάθεση . Αφήνει το
στίχο να οδηγηθεί στη
μελωδία μέσα από
μία περισσότερο εσωτερική
προσέγγιση ,και σ’ αυτό
τον βοηθά ο
σύντομος και συναισθηματικά έντονος
στίχος . Προς απόδειξη
αυτού , στο ποίημα «Χαμένοι» [Είμαστε τέσσερις /γίναμε δύο
/ίσως ένας /κανένας.../χωρίς φωτομοντάζ
/χρόνου ιστορία / μάτια θλιμμένα /
σε ασπρόμαυρη φωτογραφία. / Κάτι απίστευτες
φιγούρες / χορός αρχαία τραγωδίας.] ,πέρα από
το ομοιοτέλευτο των
λέξεων «ένας» -«κανένας» και «ιστορία»
- «φωτογραφία» που μεταδίδει στο
ποίημα έναν μουσικό
τόνο , υπάρχουν κι άλλα γενεσιουργά
στοιχεία μουσικής
,όπως ο συνδυασμός
της συναισθηματικής κλιμάκωσης
με τη λεκτική αποκλιμάκωση
των τεσσάρων πρώτων
στίχων ή η απουσία
του ρήματος που
επιταχύνει την ανάγνωση
του στίχου στο
δεύτερο μισό του
ποιήματος .
Ωστόσο , η
πρώτη - και ποιητικά «βρώσιμη»-
ύλη του Δημήτρη
Γιαλαμά δεν παύει
να είναι η
πραγματικότητα , αυτό που εκκρίνεται
από την τριβή
του ποιητή με τον
«έξω» κόσμο. Αυτή την ύλη ,
που σφύζει από την
εμμονή στον παρόντα χρόνο , από
τον κλοιό της
ειμαρμένης , από την αμφιβολία
για την αλήθεια , από το
καταφύγιο των ματιών , από
μοιρολάτρες , από ανάξιους
ηγέτες κι αιθεροβάμονες Δον
Κιχώτες , από τη σαρωτική επέλαση της
Θέμιδος κι
από την ανάγκη
για έναν παντοτινό Έρωτα , την
επεξεργάζεται με έναν
τρόπο άλλοτε καταγγελτικό [Λογίδρια
ακατάπαυστα/ σημαινόντων
εξαρχόντων,/φθηνό τα λάλημα/ ασεβών
πόθων ./Μωροφιλόδοξοι
ταγοί./Από-κάθαρση τώρα..../]
,άλλοτε διδακτικό [Προσοχή ,/μη κυκλοφορείς
στη μέση του δρόμου./Θα σε
περάσουν/ για τρελό/ που σέρνεις τον
τελευταίο/της αγάπης το χορό]
, δηκτικό [ Συχγορδία οι
φωνασκούντες/περί θαυμάτων ο λόγος./Ουδείς ανησυχεί/μόνο οι τεθνεώτες/χάσκουν /στη γη της
επαγγελίας.] , εξομολογητικό [Λίγη πραγματικότητα /ζητώ / να με
θυμάσαι/Λίγα βιβλία /να
διαβάσω / ν’ αποκοιμηθώ /Μετά
θα κλέψω /μια φωτογραφία / τα μάτια
σου να έχω /ορθογραφία / της λέξης «σ’αγαπώ» ] ,αφηγηματικό [Μ’
ένα τσιγάρο αναμμένο/
στάθηκε στην άκρη
του δρόμου ./Αφίσες ξεπρόβαλαν / με κόκκινα ποδήλατα ./Τύλιξε στο
σκοτάδι /τις παλιές
φωτογραφίες.] , υπαινικτικό [Και
να θες να γελάσεις /πικρή μέρα /
σου γνέφει /το μοιραίο.../Και να θες
να κρυφτείς /κάτι από
σένα / ξέρει η ιστορία....] , αγωνιώδη [Γιατί τάχα τέτοια
πηλάλα ; Προς τι ο
ολοφυρμός ; Πτώση ίσως ουρανολίθου /Ανεμοδούρα που τσακίζει/Ολεσίμβροτος πόρος / Βοήθεια /
Αμήν....] ή και λυρικό [
Ποιο κάρμα σε γέννησε / και σ’ έριξε
εκεί /όπου σταλάζει ο
πόνος / στου φεγγαριού την κόψη
,/με το νερό να
γίνεσαι ένα /με την ψυχή
για μαξιλάρι /με το δικό
σου το θεό / και τον σταυρό
μαργαριτάρι..].Πετυχαίνει έτσι να προσεγγίσει
αυτό
που με πολύ
εύστοχο τρόπο γράφει
ο Λιπς σχετικά
με την ουσία της
καλλιτεχνικής παράστασης
,ότι δηλαδή αυτή
«έγκειται στην απόσπαση αυτού που
πρόκειται να παρασταθεί
από τον κόσμο
της πραγματικότητας και στην
ένταξή
του στην απόλυτα
ξένη προς κάθε
πραγματικότητα σφαίρα της
καθαρά αισθητικής θεώρησης».
Συνεπώς , ο Γιαλαμάς
δε μένει απλός
παρατηρητής της πραγματικότητας ,αλλά
ραβδοσκοπεί με απερίτμητη επιμονή το
βαθύτερο στρώμα της
, βγάζοντας στην
επιφάνεια χαρακτηριστικά στιγμιότυπά
του .Υιοθετεί το
ρόλο του ποιητή –ακροατή ,όπως δηλώνεται
στο ποίημα «Ακρόαση» , ο οποίος επιθυμεί
να ακροάζεται αυτό που
λαμβάνει χώρα στο
αθέατο [Λέξεις άρρωστες δε θα χρειαστώ / μόνο δύο ηχεία /ν’ ακούω πάντοτε / τι γίνεται / στην έρμη
γαλαρία ].Συνειδητοποιεί ,
παρόλα αυτά , τη δυσκολία
της απόδρασης ,τονίζοντας
εμφαντικά ότι το
παιχνίδι παίζεται εδώ [Άνοπτος
, την τύχη σου /αλλού θ’ αναζητάς
/ αλλά στη γη /
θα σ’ εύρουν οι
δικοί σου ../Σε άλλους
κόσμους δε θα πας] .Σ’ αυτό το
«εδώ» το μέλλον απωθείται
στο περιθώριο , ξορκίζεται ως μία ανεπιθύμητη
δυνατότητα [ευτυχές το
νέον πένθος ] ,απομυθοποιείται και
παγιδεύεται στο καλούπι
της βιωμένης στιγμής [Το αύριο δεν είναι αύριο / Είναι η στιγμή που
ζεις...] .Και την ίδια ώρα , η
ποιητική φωνή πιστώνει
στην αλήθεια την
αδυναμία να επιβληθεί
στην πλάνη [Τις πόλεις γέμισαν /με κίβδηλα
νομίσματα ./Η ξεβαμμένη όραση / σου έγινε
συνήθεια ] [Με ψέματα ζούμε / μ’ αλήθειες ξαγρυπνούμε], θέτει
τις αισθήσεις ,μέσα
από μία διεργασία
που θυμίζει εσωτερική
σύγκρουση τραγικού ήρωα , σε
μία κατάσταση ετοιμότητας
για το αποφασιστικό
βήμα [μαθαίνεις πως είναι / η
σειρά σου , μισό βήμα
πριν.../μισό βήμα πλήν...] , ταυτίζει τη
συνήθεια με ένα
οχληρό υπαρξιακό βάρος [Χτίζουμε
πύργους /πάνω στην άμμο/ από συνήθεια.../Κι αναρωτιόμαστε / από συνήθεια .../Ζωντανοί η
επιζώντες ; ], παρηγοριέται εντούτοις με το
θάλπος που προσφέρουν τα
μάτια [φεγγάρι κόκκινο /μες στων ματιών
σου /τη μπαλάντα .Είναι το
χρώμα που ποθώ /ουράνιο τόξο
/μια γιρλάντα...] και με την
επιλογή της ανωνυμίας
, η οποία αναγνωρίζεται
ως απελευθέρωση από
κάθε απόπειρα προσδιορισμού [Δε φοβόταν τη σιωπή /μόνο
κρατούσε έναν άγιο / στο χέρι ευλαβικά ./ώσπου να τελειώσει
η ζωή /δεν θα χρωστούσε σε κανένα
τίποτε./Πιο ελεύθερος από ποτέ .../Άγνωστος γάρ
εντέλει...] .
Όσον αφορά
στο ύφος , στον τρόπο
γραφής , εκτός από τα
στοιχεία που επισημάνθηκαν
παραπάνω [τη χρήση ομοιοκαταληξίας , τη μικρή έκταση του στίχου , την επιλογή
αρχαιοπρεπών λέξεων , την
ειρωνική χροιά της ποιητικής
φωνής , τη μουσικότητα ,τα
ερωτήματα ] , άξια παρατήρησης είναι
η συχνή παρουσία
των αποσιωπητικών και
του δεύτερου γραμματικού
προσώπου . Με τη
χρήση των αποσιωπητικών δημιουργούνται παύσεις
στο λόγο , μικρά χάσματα
στον ειρμό του
ποιήματος , κι ο ποιητής
καλεί τον αναγνώστη
να σταθεί περισσότερο σε κάποιες
λέξεις ή στίχους [Χειμώνιασε...] , δίνει
τη σκυτάλη σ’
εκείνον [Αφού ζεις.... ] , υπαινίσσεται ή
ειρωνεύεται [Τι κι
αν ωραίους παραδείσους
/ ψάχνεις να βρεις /σε κήπους
χωρίς άνθη....] ,
ανακουφίζεται [Ευτυχώς αποκοιμήθηκες..], διαγράφει ένα
αινιγματικό πλαίσιο [Κι
ας αργήσουμε /να
λύσουμε / το Γόρδιο δεσμό /εκείνου που
πληγώνει ..], εκπλήσσει [Το αύριο
δεν είναι αύριο..], αναρωτιέται , αδυνατώντας να βρει
την απάντηση [Ποιο κάρμα
ζέστανε / με αίμα τη φωνή
σου ...], αισθητοποιεί
το αδιέξοδο [Βοήθεια...] και την αβεβαιότητα [ίσως σωθώ ίσως χαθώ /ποιος
ξέρει...],προειδοποιεί [Βρέχει πιστόλια
ο ουρανός/ φυλάξου...]. Με
το δεύτερο πρόσωπο ,πάλι , η ποιητική
φωνή μοιάζει να διαλέγεται
περισσότερο με τον
εαυτό της ,προβαίνοντας σε έναν
απολογισμό πεπραγμένων ή καταβάλλοντας μία
προσπάθεια προσδιορισμού της
θέσης της στο
χρόνο [Και να θες
να κρυφτείς /κάτι από
σένα /ξέρει η ιστορία...] .
Για
να επιστρέψουμε στο
αρχικό ερώτημα , ο «Σημαδεμένος
Ουρανός» είναι το
τραυματισμένο γαλάζιο , η «έκλειψη» της
ελπίδας ,ένας υπερκείμενος χώρος
ο οποίος θα
μπορούσε να στεγάσει
την υποκείμενη απελπισία και
να εξασθενίσει την
έντασή της αλλά έχει
απολέσει τη ιαματική
του δύναμη , ένα
εγχείρημα να γραφτεί
ποίηση με κοινωνικό
περιεχόμενο από μία
εσωτερική σκοπιά , μία καταγγελία
που λοξοδρομεί
στα χωράφια της
υπαρξιακής απορίας . Εν
τέλει , ένας κόσμος γεμάτος
από ηχηρές λέξεις
, συναισθηματικές εκκενώσεις και συλλογικά οράματα .
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο http://www.poiein.gr/2015/04/26/acithonco-aeaeaiuo-ociaaaiyiio-ionaiuo-anuoae-i-ethooao-ooeantho/
Καίτη Βασιλάκου , Αγαπημένε μου ψυχίατρε πες μου , εκδόσεις Μανδραγόρας 2014
«Αγαπώ σε λόγο υποθετικό του απραγματοποίητου…»
Γνωρίσαμε την Καίτη Βασιλάκου ως μία ευφάνταστη διηγηματογράφο
που κατορθώνει με το έργο της να αναποδογυρίσει την πραγματικότητα και να
προτείνει μιαν αναπάντεχη εκδοχή του αληθινού . Με τη συλλογή «αγαπημένε
μου ψυχίατρε πες μου…» δοκιμάζει να εισέλθει με πολύ προσεκτικά
και μελετημένα βήματα στο ναρκοπέδιο της ποίησης ,γνωρίζοντας πολύ καλά με τη
λογοτεχνική της πείρα πώς να αποφεύγει τις νάρκες της εκζήτησης και του
εντυπωσιασμού . Επιλέγει συνειδητά μια πορεία λιτής αποτύπωσης των εσωτερικών της
συγκρούσεων και προσγειώνει την ποίηση σε μικρά καθημερινά εδάφη .Από κει
αρπάζει βιαστικά τα πιο ευτελή υλικά κι απογειώνεται ύστερα στο ύψος μιας
οδυνηρής προσωπικής εμπειρίας ,που κατορθώνει ωστόσο να υπερβαίνει το ατομικό
και να εγγράφεται στο μυαλό του αναγνώστη ως κάτι το καθολικό και διαχρονικό .
Συχνά μάλιστα η ποιήτρια χειρίζεται την εκφραστική λιτότητα ως ένα εργαλείο
ειρωνείας , ως ένα ξόρκι που της επιτρέπει να κρύψει μέσα στις απλούστερες
λέξεις τις πιο βασανιστικές εμμονές . [Προσοχή /εδώ είναι ναρκοπέδιο
/ όχι πως δεν θέλω / να γίνω κομμάτια μπροστά σου /Αλλά το αφήνω αυτό γι’
αργότερα ].
Τα ποιήματα είναι ολιγόστιχα , θαρρείς εξομολογήσεις που διακόπτονται από
επίμονες ενοχές , σύνολα στίχων που αγωνίζονται να βρουν τη θέση τους μέσα σε μιαν
ολοκληρωμένη εμπειρία , αλλά παντού υπάρχει κάτι το εύθραυστο , κάτι που
απειλεί ν’ ανοίξει και να φανερώσει ένα κομματιασμένο σύμπαν [ Σου
μιλώ /Όλα είναι ήσυχα και σοβαρά στο χώρο / Επιστημονικά /Ψύχραιμα /Προσεχτικά
/Με περισσή φροντίδα /Μη σπάσουν ξαφνικά τα ράμματα / κι ανοίξουν οι ρωγμές].
Θα τολμούσα να πω ότι
το ύφος αυτών των ποιημάτων παραπέμπει σ’ έναν δραματικό ρεαλισμό που
λοξοκοιτάει συχνά προς το ιδεατό και προσαρμόζεται απόλυτα , με τον επίμονο και
σίγουρο λόγο , στην επιλογή της ποιήτριας να συμφύρει το καθημερινό με το
ουτοπικό , το απτό με το άπιαστο , το χωματένιο με το αέρινο [Θέλω
να σβήσει κάθε ήχος /και μια σιγή από άλλους ουρανούς / να επικαθήσει πάνω στο
κορμί μας / να διηθηθεί / ν’ αλλάξει την πορεία του αίματός μας ],το
βίωμα με την παραίσθηση [Γλιστρώ σε παραισθήσεις / γλιστρώ σε
οράματα / ερμηνεύω λάθος τα πράματα /Φτιάχνω μες στην ανελέητη έρημο / μια
μικρή σκιά / και χώνομαι από κάτω ].
Κυριαρχεί επίσης το στοιχείο της εξομολόγησης σε μια πανταχού παρούσα
φωνή , έτσι που κάθε ποίημα να μοιάζει με το πρώτο βήμα για το ξεκίνημα ενός
διαλόγου , με έναν μονόλογο – δόλωμα για να δελεαστεί ο υποτιθέμενος ακροατής .
Σε όλους αυτούς τους μονολόγους περιφέρεται κάτι το απροσδιόριστο , το
απρόβλεπτο .Οι στίχοι παραμονεύουν για να σε μαχαιρώσουν πισώπλατα .Μια διαρκής
κατάσταση αναμονής προκαλεί σύγχυση . Εκεί που ο έρωτας έρχεται να ταξιδέψει
για λίγο τις αισθήσεις σου , εκεί εμφανίζεται μια λέξη , ένα ερωτηματικό , ένα
κενό , για να σβήσει απρόοπτα τη μαγεία και να τη μεταβάλει σε αγωνία [Θέλω
να σου πω λόγια αγάπης / αλλά μπερδεύονται στη γλώσσα μου μαχαίρια ].Κι
όταν πάλι η ποιήτρια παλεύει να βάλει σε τάξη τα θηρία της , μένει κανείς με το
αναπάντητο ερώτημα αν η πάλη αυτή είναι πραγματική ή αν απλώς αποτελεί ένα
πρόσχημα , για να προκαλέσει τα θηρία περισσότερο , απολαμβάνοντας αυτόν τον
αδυσώπητο σπαραγμό των συναισθημάτων της [Να το αφήσουμε , λέω , έτσι το
θηρίο/με τις σπασμένες αλυσίδες του /να δούμε ως που θα φτάσει/πόσες φορές θα
με καταβροχθίσει ].
Έπειτα ,σε πολλά ποιήματα διακρίνεται μια φωνή που απευθύνει ένα
επίμονο κάλεσμα για ερωτική διέγερση .Η εμμονή αυτή μάλιστα μου θυμίζει τον
ποιητικό κόσμο μιας άλλης εκλεκτής ποιήτριας , της Αλεξάνδρας Μπακονίκα .Συνήθως
όμως το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το ερωτικό προσκλητήριο, μένει πάντοτε
αδρανές ή κατώτερο των προσδοκιών του ποιητικού υποκειμένου, ανίκανο να σταθεί
στο ύψος της δικής του ηδονής [Όταν εγώ θα μεταμορφωθώ /σε ορμητικό
ποτάμι ηδονής / εσύ θα στρέψεις παγερά / αλλού την κοίτη μου] [Εσύ έμεινες πίσω
/ δεν παρέλαβες τίποτα / Στέκεσαι ακίνητος στο έρημο τοπίο / σαν ένα σκιάχτρο /
μια μίμηση ζωής ].
Επιπλέον , η περιήγησή
της στα τοπία του έρωτα , αφορά τις πιο σκοτεινές εκδοχές του .Η αγάπη παρουσιάζεται
ως μία διαρκής αναστολή [Αγαπώ/ σε λόγο υποθετικό του
απραγματοποίητου], το ιδανικό του πλατωνικού έρωτα απομυθοποιείται
,όταν το σώμα αδύναμο από τα γηρατειά διστάζει πια να γευτεί τη δύναμη του
σαρκικού έρωτα [Πλατωνικές αγάπες / ταιριαστές /για κυρίες κάποιας
ηλικίας ….Πλατωνικές αγάπες / εξευτελιστικές /που ταπεινώνουν/ το αγέρωχό τους
φρόνημα] , οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των
ερωτικών σχέσεων είναι αποκαλυπτικές : ναρκοπέδιο , καρφιά , κομμάτια ,
μαχαίρια , θηρίο , τραύμα .Το δε ποιητικό υποκείμενο παραδέχεται την αδυναμία
του να αγαπήσει με τρόπο γνήσιο και ευθύ [Σ’αγαπώ / με μια αγάπη
στρεβλή / μια αγάπη λειψή /μια αγάπη για πέταμα ], χρησιμοποιεί τα
καρφιά ως σύμβολο της ανάγκης να παγιδεύσει κοντά του το αγαπημένο πρόσωπο [Άπλωσα
τα καρφιά μου στο τραπέζι / Έχω απελπιστεί/Τίποτα δε θα γίνει , τίποτα/Έτσι
αιώνια θα στέκεσαι απέναντί μου] ,βρίσκεται άλλοτε σε μια κατάσταση
ανεπάρκειας να διαχειριστεί τα συναισθήματά του [Όσο κι αν μ’αγαπάς , θα
κομματιάζομαι / Κι αν μ’ αγαπήσεις , πάλι θα κομματιάζομαι] κι άλλοτε
αισθάνεται μια διαβολική βεβαιότητα ότι ελέγχει το αντικείμενο του πόθου , το
θύμα του [Σ’ έχω /Ό,τι κι αν κάνεις εσύ / εγώ σε έχω /Με το δικό μου
τρόπο /σε κρατώ εδώ μέσα]. Άξιο παρατήρησης είναι το γεγονός ότι η
ποιήτρια ξετυλίγει με τέτοιο τρόπο τον ποιητικό της λόγο ,ώστε να δίνει την
εντύπωση πως είναι ταυτόχρονα μέσα κι απέξω απ’ το βίωμα , παθών και
παρατηρητής ,ενώ δε διστάζει να αντιστρέψει τη διαδικασία της παρατήρησης ,
έτσι που το μέσα να παρατηρεί το έξω ή και την άλλη όψη του εαυτού του [Κλαίω/πάλι
κλαίω /Και η λογική μου / σταμάτησε να με σαρκάζει /με παρατηρεί αμήχανη /δεν
ξέρει πώς/ να μου συμπαρασταθεί].
Κι ενώ σχεδόν σε όλη τη συλλογή υπάρχει ένα είδος δράσης που την κινούν
οι επιθυμίες και οι απεγνωσμένες εκκλήσεις του ποιητικού υποκειμένου για
ικανοποίηση της διέγερσής του , προς τα τελευταία ποιήματα το σκηνικό αλλάζει
.Διακρίνεται μια στάση παραίτησης , οριστικής απόσυρσης από το επιθυμητό κι από
το περιπετειώδες [Θέλω τη στέρεη σιγουριά του τίποτα/ της άδειας
μέρας] , λέξεις και φράσεις που περιγράφουν την ακινησία [θα
έχουν πάλι όλα πετρώσει , ακίνητο , τίποτα , καθόλου δεν πονάω πια ],
στίχοι που μαρτυρούν την ανακούφιση για την αναβολή της πραγμάτωσης ενός
οδυνηρού ενδεχόμενου .
Η Καίτη Βασιλάκου , στην πρώτη της ποιητική εξόρμηση ,
απαλλάσσεται από το κόμπλεξ της φόρμας , γράφει ανεπιτήδευτα , ουσιαστικά και
αληθινά . Μεταγγίζει στους στίχους της ,μ’ έναν τρόπο ειλικρινή και δίχως την
παραμικρή ενοχή , τις διαστροφές , τους παραλογισμούς και τις ακροβασίες των
αισθημάτων της .
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο http://www.poiein.gr/2013/02/10/eassoc-aaoeeueio-aaadhciyia-iio-oossaona-dhao-iio-enssiae-i-ethooao-ooeantho/
Καίτη Βασιλάκου , Νυχτώνει αργά , εκδόσεις Μανδραγόρας 2014
Δημήτρης Μυταράς
Θα ξεκινήσω την
περιήγησή μου σε τούτη τη συλλογή ανάποδα, απʼ το μικρό στο μεγάλο, απʼ τη
συγκίνηση που άναψε μέσα μου ένα συγκεκριμένο κομμάτι αυτού του ποιητικού
κόσμου, για να φτάσω μετά στη συνολική αισθητική αποτίμησή του . Γράφει η
ποιήτρια στο ποίημα «Τώρα» :
«Τώρα / εδώ στο
ενδιάμεσο / όπου το σώμα ακόμα/ ανυποψίαστο / όπου ακόμα αθώο / κι απονήρευτο
/επιθυμεί / εδώ , στο ενδιάμεσο /που η συνείδηση γνωρίζει / τι είναι αυτό που έρχεται
/πόσο μοιραίο είναι / και τρομαχτικό / στο ενδιάμεσο αυτό εδώ / λέω στο σώμα
μου : / Ετοιμάσου./Ο πόνος και η ανημπόρια σου / βρίσκονται καθʼ οδόν /
Προσευχήσου / να είναι εύκολο / το Τέλος».
Ασφαλώς δε μεταγράφει
ποιητικά κάτι ανείπωτο κι η έκφρασή της δεν ακουμπά τα όρια του τολμηρού ,
είναι όμως ανατριχιαστικά αληθινή ,κι εκείνες τις σπάνιες φορές που
κατορθώνεται να συρρικνωθεί σε τέχνη η αλήθεια -μʼ όσες υφολογικές ατέλειες –
γίνεται αυθωρεί η πολιτογράφησή της στην κατηγορία της αυθεντικής δημιουργίας .
Κι εδώ , σʼ αυτό το ποίημα , η εξομολόγηση διαθέτει την αιφνιδιαστική δύναμη
του γυμνού : όπως όταν βλέπεις ξάφνου να πέφτει το σεντόνι και νʼ αποκαλύπτεται
η γεωμετρία του ξένου σώματος ,που είναι στην πραγματικότητα τόσο ίδιο με το
δικό σου . Για να προετοιμάσει το σώμα να δεχτεί ανώδυνα το Τέλος , η ποιήτρια
ξεδιαλέγει από το σωρό αναμενόμενες λέξεις ,αλλά τις στοιχίζει με τρόπο που να
μεταφέρουν σταδιακά την ένταση . Όλα λειτουργούν πάνω σε έναν άξονα κάθετο ,που
τον ορίζει το οδυνηρό βίωμα, και εξίσου οριζόντιο, στον οποίο καταγράφονται εν
είδει στιγμιότυπων , ψίθυροι, απότομες αποστροφές προς το εσύ και το εγώ,
φευγαλέες διαθέσεις και στίχοι – μηνύματα.
Το Τέλος, με την
αριστοτελική και με την υπαρξιακή του διάσταση , στεριώνει όλα τα ποιήματα
αυτής της συλλογής της Καίτης Βασιλάκου. Ακόμη και στην πρώτη ενότητα, που
τιτλοφορείται «Του παιδιού», όλα μοιάζουν σκηνοθετημένα με τρόπο που η παιδική
αθωότητα να λοξοκοιτάζει πάντα το Τέλος και να συνειδητοποιεί το βάρος, προτού
καν γευτεί την ελαφρότητα [Αυτός ο κόσμος είναι έτσι /έχει φόβο , και πόνο
/έχει δάκρυα /Το παιδί συμφωνεί / μαθαίνει /χτίζεται σιγά-σιγά ].Σε άλλο σημείο
πάλι η ποιήτρια απομυθοποιεί το αχανές της έκτασης του μέλλοντος ,περιορίζοντάς
το σε ένα μικρό πλαίσιο που περικλείει τη λέξη «θάνατος» [ Το μέλλον είναι κάτι
/ απροσδιόριστα τεράστιο /που ύπουλα σιγά –σιγά μικραίνει/ μέχρι που γίνεται
/πλαίσιο σκοτεινό / κι έχει τη λέξη «θάνατος» εντός του] . Τον φόβο του θανάτου
δεν τον αποποιείται κι ούτε στήνει το ίνδαλμα εκείνο της προσωπικότητας που
καμώνεται ότι καταπνίγει αυτόν τον φόβο με τα γιατρικά της τέχνης. Κοιτάζει τη
φθορά κατάματα κι ανατριχιάζει με το τίποτα που κουβαλά , όπως εκείνο το
κορίτσι ,στην «Έβδομη σφραγίδα» του Μπέργκμαν ,που υποφέρει απʼ την πανούκλα κι
ετοιμάζεται να καεί στην πυρά . Όταν ο ιππότης την πλησιάζει και τη ρωτά τι
βλέπει τώρα που ετοιμάζεται να πεθάνει , διαβάζει στο βλέμμα της το κενό.
Αυτή τη δεύτερη
ποιητική της διαθήκη, η Καίτη Βασιλάκου τη δομεί σε πέντε μέρη , σε πέντε
φαινομενικά διαφορετικές θεματικές προσεγγίσεις της ανθρώπινης αδυναμίας, που
όμως στο τέλος συναντιούνται στο κοινό , και γνώριμο για τη γραφή της ποιήτριας
, έδαφος του βιώματος .Ο άνθρωπος της μικρής και της ώριμης ηλικίας, ο έρωτας,
η μοναξιά, ο χρόνος . Ένα εσωτερικό δράμα, ένας εσωτερικός περίπατος σε πέντε
πράξεις, με εισόδια και εξόδια κίνηση ∙ σα μικρά χορικά που τʼ απαγγέλλει και
τα εκτελεί ένα μόνο πρόσωπο που εναλλάσσεται σε πολλούς ρόλους ,ένα πρόσωπο που
ορχείται και πάλλεται και υπόσχεται κάθαρση που τελικά αναβάλλεται . Μια
συνεχόμενη κορύφωση από το πιο αθώο και ανώδυνο στο πιο σύνθετο και αλγεινό.
Όπως ακριβώς το υπονοεί και ο τίτλος της συλλογής : Νυχτώνει αργά : το αλγεινό
είναι αναπόδραστο, αλλά η πορεία προς αυτό θα είναι βασανιστική .
Μέσα σʼ αυτό το ταξίδι,
οι ποιητικές μορφές που συνθέτει η ποιήτρια, μοιάζουν αδύναμες να φτάσουν στην
αυτοολοκλήρωση, ζητούν πάντα επιβεβαίωση από τους άλλους, κινούνται εύθραυστες
και ατελείς , τραγικά υποτακτικές. Συναινούν χωρίς αντιρρήσεις , χωρίς καμιά
διάθεση απόκλισης από το πρότυπο που τους ετοιμάζουν οι άλλοι , υποκύπτουν
εύκολα στην υπερβολή ενός συναισθηματικού εκβιασμού . Πάντοτε ο Άλλος, πάντοτε
το Εσύ, πάντοτε το Γύρω κι Απέξω και Ξένο. [Ήρθες Εσύ / κι απέναντί μου
στάθηκες/ Πως με θέλεις ; ρώτησες / Σε θέλω Αρχάγγελο με τη ρομφαία / με βλέμμα
ανερμήνευτο / και νʼαντηχεί η φωνή σου / ως τους εφτά ουρανούς /Πως με θέλεις ;
/ξαναρώτησες ] . Και πάντοτε οι μορφές νομίζεις πως βρίσκονται κάπου έγκλειστες
.Άλλωστε οι κλειστοί χώροι είναι μια χαρακτηριστική εμμονή στην ποίηση της
Βασιλάκου , είτε πρόκειται για ένα δωμάτιο είτε για μια διάθεση που ξετυλίγεται
μέσα σε συγκεκριμένα όρια είτε για μια στοιχειωμένη ζωή που κλέβει τροφή από τα
φαντάσματά της. Στην πραγματικότητα επεκτείνει το καβαφικό μοτίβο του
έγκλειστου όντος που απορροφημένο από την εσωτερική κίνηση αδυνατεί να ακούσει
και να αντιληφθεί την εξωτερική κίνηση [Έτσι δεν άκουσα / ήταν αδύνατο νʼ
ακούσω/ τη βουή / τον πάταγο του χρόνου / που τα σάρωνε όλα ] .
Το παιδί στην πρώτη
ενότητα, σύμβολο του πρωτοφανέρωτου,
φτιάχνει μια δική του ζωή, που την ορίζει η συνεχής κίνηση ανάμεσα στα μάτια
του και στο ταβάνι του δωματίου, εκεί που ο ασβέστης μετατρέπεται σʼ ένα
ιδιόμορφο θέατρο σκιών και παριστάνει με αδρά σχήματα την παρακαταθήκη των
μεγάλων : τη μοναξιά, την αδιαφορία, την παράνοια του καθημερινού. Η όραση μέσα
σʼ αυτό το πλαίσιο έχει έναν αποκαλυπτικό ρόλο κι η δύναμή της φαίνεται να
ωριμάζει σταδιακά , για να γίνει στο τέλος κατευθυντήριος μοχλός της
ενηλικίωσης, του ξεκλειδώματος του κόσμου των μεγάλων και της ηδονής. Το παιδί
ξετυλίγει πιο γρήγορα τις κορδέλες της ηλικίας κι ανακαλύπτει μέσα στο κουτί
τις ψηφίδες που μετατρέπουν τη φαντασίωση σε πράξη. [Σας βλέπω /Σπάνε τη μύτη
μου /οι οσμές απʼ τα υγρά σας / δυο-δυο /δυο-δυο/ αναστενάζετε /δυο-δυο/ δυο-δυο/γραπώνετε
την ηδονή /μη σας ξεφύγει / δυο-δυο/ δυο-δυο/περνάτε στον παράδεισο /για λίγα
δευτερόλεπτα]
Οι μεγάλοι προβάλλονται
συναισθηματικά ανοχύρωτοι, απαιτούν διαρκώς από τα παιδιά τους να κλείνουν
εκείνα τις ρωγμές τους , να συμπάσχουν και να συντάσσονται με τον τρόμο τους
απέναντι στο επερχόμενο τέλος. [Όχι δεν σας αφήνω /να μου φύγετε /Μαζί μου εδώ
θα μείνετε /μέχρι το θάνατό μου] Αιωρούνται ανάμεσα στο εξωανθρώπινο και στο
ενδοανθρώπινο, στο αντικείμενο και στο
υποκείμενο, στην απόσταση και στο πλησίασμα. Και πάντα το δεύτερο προσπαθεί να
εξευμενίσει το πρώτο. [Ηχεί παράξενα η φωνή μου /μέσα στο άδειο σπίτι /όταν
μιλώ με τις σκιές μου/Εκείνες δε μιλούν /Κάθονται στις γωνίες /ακούν
/σκέφτονται αλλόκοτα/ Προσπαθώ να είμαι καλή μαζί τους /κομμάτια γίνομαι /να
τις ευχαριστήσω ]. Έπειτα απωθούν τα φαντάσματά τους για λίγο, μέχρι να
ξυπνήσει και πάλι η εσωτερική ένταση. Τότε φαντάσματα και εγώ μπερδεύονται
αξεδιάλυτα σʼ έναν διπλό ρόλο : του παρατηρητή και του πρωταγωνιστή . [Και τώρα
είναι ώρα / να φεύγετε σιγά-σιγά /να πάτε πίσω /στα αραχνιασμένα σας υπόγεια
/να γίνετε ξανά ασώματες σκιές /να κοιμηθείτε / Πάλι όταν το αίμα μου / θα
φορτωθεί καινούργιο δηλητήριο / εσείς θα ανοίξετε τα μάτια /αθόρυβα θα ανέβετε
τις σκάλες ].
Ο έρωτας μοιάζει με
διάλογο ανάμεσα σε μία επίμονη ερώτηση και μιαν εγωκεντρική αναπαράσταση του
ιδεατού ποθητού όντος. Πώς με θέλεις ;
Πως με θέλεις; Σε θέλω ….σε θέλω ….Ο διάλογος είναι ωστόσο από την αρχή ,από το
ύφος και το είδος της ερώτησης , υπονομευμένος . Φαντάζει περισσότερο ως
αγωνιώδης μονόλογος με τον οποίο το
“εγώ” συστήνεται . Σε μια δεύτερη εκδοχή ο έρωτας ανοίγει την αγκαλιά
του στον πόνο και πορεύονται σα ζευγάρι μέχρι την αιωνιότητα [Η ευτυχία μου
έχει μια ποιότητα πόνου / Ταξιδεύω στην κόψη του ξυραφιού / και φτάνω
κομματιασμένη στον παράδεισο ]. Η μοναξιά πάλι μετατρέπεται σε δραματική μορφή,
σε ζώσα κίνηση που συμπληρώνει ή μήπως αναιρεί [;] τη βασιλεία του εγώ [Η
μοναξιά είναι απαλή /σαν χάδι αγαπημένου /είναι ευγενική διακριτική / Σε κάθε
κάμαρη σε υποδέχεται σεμνά / έτοιμη πάντα / να υπηρετήσει τις επιθυμίες σου]
.Γίνεται αφορμή για εσωτερική δράση , για επικοινωνία με ένα ακριβοθώρητο είδος
ομορφιάς [κι εγώ ολομόναχη στον κόσμο / να ακουμπώ στο τζάμι / να βλέπω /πώς η
μέρα ξεψυχά χωρίς παράπονο /πόσο όμορφα κατεβαίνουν τα σκοτάδια /να υποδέχομαι
τη νύχτα /ανάβοντας ένα παλιό λυχνάρι ].Παίρνει την όψη των κρύων τοίχων τους
οποίους χαϊδεύει το εγώ και στους οποίους λέει ωραία λογάκια.
Στην τελευταία ενότητα
το σώμα παλεύει με το χρόνο. Το ανεκπλήρωτο παρακολουθεί αυτό που εκπληρώθηκε
χωρίς εκείνο. Το σώμα διεκδικεί : η κάτι που να δίνει νόημα ή τέλος [Δε θέλω
/μου λέει το σώμα μου /βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια / Αν άλλο τίποτα δεν έχεις
να μου δώσεις /μη με ταλαιπωρείς /άσε με να σαπίσω ]. Οι σκιές σα μοίρες
παρακολουθούν κάθε άστοχη κίνηση , εκμεταλλεύονται κάθε αδυναμία , για να
καταστήσουν οριστική την πορεία προς το τέλος [Απλώθηκαν οι σκιές /πιάσανε τις
γωνίες /στέκονται τώρα ύπουλα /Λίγο το βλέμμα σου /να αποτραβήξεις /εκείνες
έχουν κάνει /ένα ακόμα βήμα / Σου λένε : /Στένεψε ο καιρός /δεν προλαβαίνεις
πια /να διορθώσεις τίποτα / Σου λένε : / Σε λίγο /θα σʼ αγγίξουμε / ετοιμάσου
]. Και κάπου προς την έξοδο, μια απλή αριθμητική πράξη μετατρέπεται σε κλειδί
διαφορετικής ερμηνείας του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης στα διαφορετικά
στάδια της ζωής της : από το απόλυτο [δύο και δύο ίσον τέσσερα] , στο σχετικό
[το δύο συν δύο μας δίνει τρία ή πέντε ] κι έπειτα στο καθολικό [δύο συν δύο
ίσον άπειρο ] και τελικά στο τίποτα [δύο συν δύο ίσον τίποτα ] .
Γράφει κάπου ο Δημήτρης Μυταράς : «Η τέχνη δεν προοδεύει ποτέ, μην τη συγχέουμε με την επιστήμη, απλώς αλλάζει πρόσωπα και τρόπους , για να πει κάθε φορά τα ίδια πράγματα» και κάπου αλλού στο ίδιο πνεύμα ο Σωτήρης Σόρογκας «Διότι οι ποιητές ποτέ δεν παύουν να ανανεώνονται , ακόμη και όταν χρησιμοποιούν ξανά το μέτρο , την ομοιοκαταληξία ή τα παραδοσιακά επινοήματα». Κι είναι πράγματι έτσι . Η νέα τέχνη γεννιέται μέσα απʼ τις σάρκες της. Είναι πάντοτε ο ίδιος σπόρος αλλά καθώς κυλάει από λιπαρό σʼ εξίσου λιπαρό χωράφι ,βγαίνει στο φως ως καρπός με αλλιώτικη γεύση . Ένας τέτοιος καρπός είναι κι η ποίηση της Καίτης Βασιλάκου .
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο http://www.poiein.gr/2014/03/09/eassoc-aaoeeueio-ioothiae-anau-anuoae-i-ethooao-ooeantho/
The sound and the fury , William Faulkner
To “The sound and fury” , το κορυφαίο ίσως έργο του Αμερικανού Νομπελίστα συγγραφέα Willian Faulkner, εκδόθηκε το 1929, ακριβώς τη χρονιά κατά την οποία ξέσπασε η μεγάλη οικονομική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αναφορές στην οικονομική ατμόσφαιρα πριν από το ξέσπασμα της κρίσης γίνονται άλλωστε στο τρίτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, όπου ο αφηγητής Τζέησον , ένας από τους γιούς της οικογένειας Κόμπσον, περιγράφει εμμέσως την εξάρτηση των αγροτών του Νότου από το Χρηματιστήριο Βάμβακος της Νέας Υόρκης και τους Εβραίους κερδοσκόπους . Ο χώρος στον οποίο εξελίσσεται η πλοκή είναι ο συντηρητικός αμερικανικός Νότος, και συγκεκριμένα το Jefferson του Μισσισσιππή . Δίνεται έτσι η ευκαιρία στον Faulkner να σκιαγραφήσει το πορτρέτο μιας παρακμασμένης κοινωνίας, μέσα στην οποία συμβιώνουν η άρχουσα τάξη των λευκών και η κοινωνικά υποβαθμισμένη των μαύρων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο αμοραλισμός διαχέεται με γοργά βήματα και αποκαθηλώνει την εικόνα των χριστιανικά ενάρετων λευκών Αμερικανών. Ο Faulkner ξεσκεπάζει με τολμηρό τρόπο τα αιμομικτικά σύνδρομα, τις ρατσιστικές προκαταλήψεις, τον κυνισμό, τη διάλυση της οικογενειακής συνοχής, το εσωτερικό κενό των ανθρώπων της μεταβιομηχανικής εποχής.
Το μυθιστόρημα «εξιστορεί» με έναν ιδιόρρυθμο αφηγηματικό τρόπο την περίπου τριαντάχρονη ιστορία των Κόμπσον, μιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας του Νότου , η οποία παλεύει να συντηρήσει τη φήμη της, χωρίς τελικά να τα καταφέρνει, καθώς οδηγείται σταδιακά στην οικονομική καταστροφή και η μοίρα αρκετών μελών της έχει τραγική κατάληξη. Στο τέλος οι Κόμπσον διαλύονται, καθώς ο πατέρας Τζέησον Κόμπσον πεθαίνει, η μητέρα Καρολάιν μοιάζει να έχει παραιτηθεί από τη ζωή, και από τα τέσσερα παιδιά , ο διανοητικά ανάπηρος Μπέντζυ κλείνεται σε άσυλο, η κόρη Κάντυ το σκάει, για να παντρευτεί τον εκλεκτό της (ο οποίος αργότερα,λόγω αμφιβολιών για την πατρότητα του παιδιού τους, εγκαταλείπει τη γυναίκα και το παιδί του) , ο ρομαντικός Κουέντιν, για τις σπουδές του οποίου στο Χάρβαρντ η οικογένεια πουλάει την ακίνητη περουσία της, αυτοκτονεί, ενώ ο μεγαλύτερος γιός Τζέησον χάνει τις οικονομίες μιας ζωής, όταν η κόρη της Κάντυ Κουέντιν κλέβει τα χρήματα και ακολουθώντας τα χνάρια της μητέρας της, φεύγει με έναν θεατρίνο ενός περιπλανόμενου θιάσου. Το βιβλίο απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια, το καθένα από τα οποία τοποθετείται χρονικά σε μία συγκεκριμένη μέρα και στο οποίο υιοθετείται μία διαφορετική αφηγηματική τεχνική, και από ένα είδος οδηγού με την ιστορία των βασικότερων μελών της οικογένειας από το 1699 .
Στο πρώτο κεφάλαιο, το ρόλο του αφηγητή αναλαμβάνει ο Μπέντζυ. Ως εκ τούτου η αφηγηματική σκοπιά προσαρμόζεται επιδέξια από τον Faulkner στα δεδομένα του εγκεφάλου ενός διανοητικά καθυστερημένου. Τα χρονικά επίπεδα διαπλέκονται, ακριβώς επειδή ο αφηγητής αδυνατεί να τα διαχωρίσει. Παρελθόν και παρόν συνυπάρχουν στο μυαλό του ως μία αξεδιάλυτη μάζα, μέσα στην οποία στριφογυρίζουν, πολλές φορές επαναλαμβανόμενα, σκηνές από τη ζωή του ίδιου και των μελών της οικογένειάς του. Επικρατεί, επομένως, ένα είδος άναρχης καταγραφής εικόνων, σκέψεων και συναισθημάτων. Ο Μπέντζυ αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με έναν καθαρά αισθητηριακό τρόπο. Ό,τι μπορεί να συλλάβει μέσω των αισθήσεων, ερμηνεύεται ως ζώσα πραγματικότητα στη συνείδησή του: οι σκιές περπατούν, η φωτιά ανάβει πάνω στον καθρέφτη, τα σκαλοπάτια κατεβαίνουν από μόνα τους, το ποτό κατρακυλάει μέσα στο λαρύγγι του. Η μεταφορική λειτουργία της γλώσσας δε χρωματίζει απλώς ποιητικά και συγκινησιακά την αφήγησή του, αποτελεί φυσιολογική προέκταση του ιδιόρρυθμου τρόπου με τον οποίο ερμηνεύει τα συμβάντα γύρω του.
Στο δεύτερο κεφάλαιο μεταφερόμαστε χρονικά στο 1910. Εδώ αφηγείται ο Κουέντιν και ακολουθείται η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου, από την οποία επηρεάστηκαν αργότερα συγγραφείς όπως ο James Joyce και η Virginia Woolf, αλλά και ημεδαποί, όπως ο Στρατής Τσίρκας, ο Στέλιος Ξεφλούδας ή ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ο Κουέντιν είναι μία καθαρά ρομαντική φύση. Ο μεγάλος του αντίπαλος φαίνεται να είναι ο χρόνος, τον οποίο προσπαθεί να παρακάμψει με κάθε δυνατό μέσο. Σπάζει το ρολόι του, για να απαλλαγεί από τον βασανιστικό έλεγχο των λεπτοδεικτών , χωρίς να τα καταφέρνει. Κυνηγάει τον χρόνο με μία Δονκιχωτική εμμονή και στο τέλος απομένει να ακούει τους κτύπους που τον σημαίνουν σαν επιβεβαίωση της αναπότρεπτης πορείας προς το τέλος. Στην αφήγηση του Κουέντιν συνυφαίνονται δύο κυρίαρχα συμβάντα, η ζωή του στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και το παρελθόν της οικογένειάς του στο Τζέφερσον, ιδιαίτερα η σχέση του με την αδελφή του Κάντυ. Και εδώ εγκαταλείπεται η γραμμικότητα στην αφήγηση, αν και σε αντίθεση με το πρώτο κεφάλαιο η διάκριση των χρονικών επιπέδων είναι περισσότερο εύκολη. Ο Κουέντιν είναι εξαιρετικά εύστροφος και το μυαλό του φαίνεται να μεταπηδά με περισσή ευκολία και εξαιρετική επιδεξιότητα από το ένα συμβάν στο άλλο. Μέσα στο μυαλό του ακροβατούν γεγονότα, όπως η πικρία για την απώλεια της παρθενίας της αδελφής του Κάντυ, η προστατευτική στάση του απέναντί της, η άγνοια της Κάντυ για τον πραγματικό πατέρα του παιδιού της, ο γάμος της με τον Χέρμπερτ Χεντ, η επίμονη ιδέα της αιμομιξίας, η απόφασή του να αυτοκτονήσει με πνιγμό, η πώληση του λιβαδιού του Μπέντζυ, προκειμένου να σπουδάσει εκείνος στο Χάρβαρντ, η περιπλάνησή και η συνάντησή του με ένα μικρό κορίτσι που ανήκε σε μία οικογένεια Ιταλών μεταναστών. Στην τελευταία, μάλιστα, περίπτωση ο Κουέντιν εκδηλώνει την απωθημένη επιθυμία του για την αδελφή του μέσω της προστατευτικής του στάσης απέναντι στο κορίτσι. Προς το τέλος του δεύτερου κεφαλαίου, παρατηρούμε ότι στην αφήγηση του Κουέντιν εγκαταλείπεται εντελώς κάθε προσπάθεια διευκόλυνσης του αναγνώστη όσον αφορά στην παρακολούθηση των σκέψεων ή των συνειρμών του αφηγητή. Οι συντακτικοί κανόνες αίρονται, οι φράσεις στοιβάζονται πολλές φορές χωρίς αλληλουχία, ενώ η κατάθλιψη του Κουέντιν δεν αφήνει περιθώρια για μία ξεκάθαρη ερμηνεία των λεγομένων του.
Στο τρίτο κεφάλαιο, αφηγητής είναι ο Τζέησον, ο πιο πραγματιστής από τα αδέλφια του και ο πλέον αδίστακτος. Εδώ διαφωτίζονται περισσότερο το παρελθόν και το παρόν της οικογένειας Κόμπσον και η αφήγηση, παρόλο που γίνεται σε πρώτο πρόσωπο και από την οπτική γωνία ενός συγκεκριμένου προσώπου, αποκτά περισσότερο γραμμικό χαρακτήρα, συμφωνώντας, από την άποψη αυτή, με το βασικό γνώρισμα της προσωπικότητας του αφηγητή, που είναι η σχεδόν κυνική ευθύτητα. Ο Τζέησον μιλά χωρίς περιστροφές, λέει τα πράγματα έξω από τα δόντια, με έναν τρόπο ενοχλητικά ωμό. Σε αντίθεση με τα άλλα αδέλφια του, απεχθάνεται την αδελφή του Κάντυ, ενοχλείται από τα καμώματα της κόρης της Κουέντιν, επιθυμεί τον εγκλεισμό του Μπέντζυ στο άσυλο του Τζάκσον. Μετά το θάνατο του πατέρα του, είναι εκείνος που συντηρεί την εναπομείνασα οικογένειά του (χρονικά βρισκόμαστε στο 1928, μία μέρα πριν από την αφήγηση του Μπέντζυ) και είναι το εκλεκτό παιδί της μητέρας του. Ο πραγματισμός του τον κάνει να λατρεύει τα χρήματα και να φτάνει στο σημείο να αποσπά ποσά από τις επιταγές που έστελνε η Κάντυ στην κόρη της Κουέντιν. Στο τέλος, ως ένα είδος αποκατάστασης της δικαιοσύνης, ο Τζέησον τιμωρείται, όταν η Κουέντιν κλέβει τις «οικονομίες» του και εγκαταλείπει το σπίτι.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Faulkner επιλέγει την κλασική τριτοπρόσωπη αφήγηση, αναδεικνύοντας κυρίως την προσωπικότητα της Ντίλσυ, της νέγρας υπηρέτριας του σπιτιού. Η Ντίλσυ ως χαρακτήρας βρίσκεται στον αντίποδα του κυνισμού, τον οποίο αντιπροσωπεύει ο Τζέησον. Διακατέχεται από μία βαθιά πίστη στο Θεό και στον άνθρωπο. Στο πρόσωπό της ο συγγραφέας σκιαγραφεί τον αντίποδα της παρακμής της οικογένειας Κόμπσον. Με ένα βαθύ ανθρωπιστικό ενδιαφέρον φροντίζει, μαζί με τον εγγονό της Λάστερ, τον διανοητικά καθυστερημένο Μπέντζυ, ενώ ταυτοχρόνως, και παρόλο που βρίσκεται εν έτει 1928 σε μεγάλη ηλικία, εκτελεί αγόγγυστα τις οικιακές εργασίες και ανέχεται τις ιδιοτροπίες της οικοδέσποινας Καρολάιν.
Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι σε κάθε κεφάλαιο επιχειρείται η εφαρμογή μιας διαφορετικής αφηγηματικής προσέγγισης, καθώς και η ανάδειξη μιας συγκεκριμένης περιοχής του ανθρώπινου εγκεφάλου. Στο πρώτο κεφάλαιο κυριαρχεί το νηπιακό στάδιο αντίληψης των πραγμάτων, στο δεύτερο η ποιητική ερμηνεία της πραγματικότητας από ένα αγριεμένο εφηβικό μυαλό, στο τρίτο η προσγείωση στο ρεαλισμό της ενηλικίωσης και στο τελευταίο η εγκαρτέρηση που οδοιπορεί μαζί με τη φθορά.
Συνολικά, το The Sound and Fury, τον τίτλο του οποίου εμπνεύστηκε ο Faulkner από ένα απόσπασμα του Μάκβεθ του Σαίξπηρ, είναι ένα «αφηγηματικό κολλάζ» που μπορεί αρχικά να θέτει δυσθεώρητα εμπόδια στην παρακολούθησή του από τον αναγνώστη, η προσεκτική, ωστόσο, και επαναλαμβανόμενη ανάγνωση, καταυγάζει τα όποια σκοτεινά σημεία και μας φέρνει αντιμέτωπους με τα τραγικά μυστικά που συχνά κρύβονται πίσω από την πόρτα μιας καθ’όλα ευυπόληπτης οικογένειας.
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο https://filologikesmaties.blogspot.com/2016/09/william-faulkner-sound-and-fury.html
Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Εκ του σύνεγγυς , Εκδόσεις Φαρφουλάς 2014
Τρίτη ποιητική συλλογή
της Αγγέλας Καϊμακλιώτη , το έργο της "Εκ του σύνεγγυς" μοιάζει με
μία επαναπροσέγγιση του πολιτικού δράματος της πατρίδας της , της Κύπρου , μέσα
από το φακό μιας λυρικής περιήγησης στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού . Το
μολύβι της ποιήτριας ανασηκώνει τον κρυμμένο πόνο , διαγράφει τις διαστάσεις
της απουσίας , ρίχνει φως στα μάτια των ανθρώπων που απόμειναν οριστικά μισοί
.Μέσα σ' ένα τέτοιο πλαίσιο η μνήμη , εργαλείο επαναφόρτισης της ιστορικής
συνείδησης των ανθρώπων , ανάγεται σε κινητήριο μοχλό της ποιητικής έμπνευσης
και σε πρωταρχικό αίτημα του ποιητικού υποκειμένου [Απερίσκεπτα / Απενεργοποίησες
τη μνήμη / Αδρανοποίησες τη φωνή / Ακύρωσες τη ζωή σου / Αρνήθηκες /το Α το
στερητικό / στη λήθη να προσάψεις / Φοβήθηκες μη γίνεις αλάτι/ σαν τη γυναίκα
του Λωτ] . Η δε γενέθλια πόλη της ποιήτριας , η Αμμόχωστος , μια ιδιόμορφη
νεκρόπολη, είναι πανταχού παρούσα , με το παρελθόν και το παρόν της , και
ανυψώνεται σε σύμβολο της ζωής που τελεί υπό το ζυγό της ξένης κατοχής . Είναι
μάλιστα αξιοπρόσεκτος ο τρυφερός σύνδεσμος που ενώνει την πόλη με το ποιητικό
υποκείμενο , σχέση που θυμίζει παλιούς εραστές που αποζητούν την αποκάθαρση από
το ερωτικό πάθος ,αλλά στο τέλος αδυνατούν [Για να σε λησμονήσω /ξαπλώνω στην
άμμο σου / και μαζεύω φωτόνια / Ύστερα τα αλείβω /με ευλάβεια στο δέρμα μου
/Μικροσκοπικά αστέρια /φυτρώνουν εντός μου/ και τότε ανατέλλω / μηδενικά
φορτισμένη/ πανδέκτης και πανσέληνος αλλού/ Μα δε σε λησμονώ ] . Κι ενώ η
ποιήτρια γράφει ποιήματα με πολιτική απόχρωση , αυτό που εντυπωσιάζει είναι ο
τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να διαθλάσει το πολιτικό μήνυμα σε μικρά λυρικά
στιγμιότυπα , μέσα στα οποία συνυπάρχουν το όμορφο και το τραγικό . Έτσι , το
μήνυμα μεταφέρεται στον αναγνώστη φιλτραρισμένο με εικόνες νοσταλγικές και
κάποτε πολύ τρυφερές , ενώ την ίδια στιγμή μέσα στους στίχους παρελαύνουν
πρόσφυγες , μετανάστες , αγνοούμενοι , παιδιά που αγγίζουν συρματοπλέγματα ,
σύγχρονοι Οθέλλοι , "γκρεμισμένα σώματα" των γερόντων , όλα παρουσίες
σε έναν τόπο διαρκώς απόντα και διαρκώς ακυρωμένο. Από την άποψη της τεχνικής ,
τα ποιήματα αναπτύσσονται κατά κανόνα σε λίγους στίχους μέσα σε ένα κλίμα μετρημένης
συναισθηματικής φόρτισης .Η ποιήτρια , ευτυχώς , αποφεύγει με έντεχνο τρόπο την
παγίδα της υπερβολής ή της επιτήδευσης , με αποτέλεσμα να αναδύεται αβίαστα
μέσα από την ανάγνωση η αίσθηση της ειλικρίνειας. Εκτός αυτού , εναλλάσσει
συνεχώς τα αφηγηματικά της υλικά , χρησιμοποιώντας ισορροπημένα την αφήγηση ,
την περιγραφή , το μονόλογο , το διάλογο ,την εξομολόγηση ,τον επιφωνηματικό
λόγο , χαρίζοντας στο ύφος των ποιημάτων της μία ποικιλία η οποία τονώνει το
ενδιαφέρον του αναγνώστη και βοηθά την ίδια να εκφράσει πολυπρισματικά το
μήνυμά της . Κι όπως γράφει η ίδια στο ποίημα "Αισιοδοξία" : Αρνούμαι
ποιήματα / ασπρόμαυρα να γράφω/ σε παλαιούς καθρέφτες/ να κοιτάζω αρνούμαι/
ποιήματα με χιτώνες / και μανδύες με κουράζουν/ θέλω τις λέξεις μου γυμνές/ να
κολυμπούν στον ήλιο / και γλάρος το μολύβι μου/ να παρασύρει στ' ανοικτά/ την
αλφαβήτα . Αυτή είναι λοιπόν η ποιητική της Αγγέλας Καϊμακλιώτη , πολύχρωμη και
συνάμα γυμνή . Γυμνή από εκείνα τα στοιχεία που βαραίνουν τον ποιητικό λόγο και
τον κάνουν δύσκαμπτο και νωθρό.
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο https://filologikesmaties.blogspot.com/2016/01/blog-post_4.html
Χρήστος Μαρτίνης , Το ξένο φως , εκδόσεις Υποκείμενο 2017
Ανάμεσα στις
αρχετυπικές διαθέσεις όσον αφορά στη σύλληψη και έκφραση του ποιητικού βιώματος
κατά τη μεταπολεμική περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση
καταλαμβάνει εκείνη του πάσχοντος ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη
της συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η
παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες των ενστίκτων, η καύση
βαθιά εγχαραγμένων εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και
παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε ένα είδος
αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας προς τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του,
μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την
εκλεκτή συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και φασιανούς, απομένει τελικά στο χέρι
με τις σκιές από μερικά μόνο φτερά. Σαν αδέξιος κυνηγός. Σε άλλες περιπτώσεις
καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική τοποθέτηση της γραφής του, καθώς αφήνει
το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι απʼ τις
λέξεις του ανασύρεται μια διάθεση με καθολικό χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει
ο κύκλος της αδιέξοδης ερμητικότητας κι απελευθερώνεται ενέργεια προς όλα τα
μήκη και τα πλάτη του ποιητικού σύμπαντος, πράγμα που ασφαλώς είναι και το
ζητούμενο στη συγγραφική πράξη. Μόνο σε τέτοιες στιγμές εκρήξεων και
ταλαντώσεων γεννιέται ανθεκτικός στη φθορά των αναγνώσεων λόγος.
Η εσωτερικότητα, η
πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο
μελάνι, η εστίαση της ιδέας στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση της
ευαισθησίας, ο βιωματικός χρωματισμός του λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων από το
βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών στοιχείων είναι
παρόντα και στο παρθενικό έργο του Χρήστου Μαρτίνη «Το ξένο φως».
Από τις πρώτες λέξεις
δίνεται το σύνθημα : ακολουθεί πνιγμός και όσοι έχουν το σθένος να επιπλεύσουν
ευπρόσδεκτοι ( καλό μου ναυάγιο πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως) . Έπειτα σε άλλα
δεκαοκτώ αριθμημένα, πλην άτιτλα, ποιήματα και σε άλλα δύο τιτλοφορημένα,
ξεδιπλώνεται το γεωλογικό ανάγλυφο μιας ευάλωτης ψυχοσύνθεσης που με έντεχνες
δονήσεις προσπαθεί να κάνει το δικό της υπέδαφος μήτρα καθολικών εμπειριών.
Μέσα σε αυτό το υπέδαφος ο προσωπικός πόνος στερεοποιείται, γίνεται ορυκτό που
εξορύσσεται όχι μόνο με την καρδιά αλλά και με το μυαλό, και κόβεται στο τέλος
σε μικρά πετράδια με το σχήμα ποιημάτων.
Στο ίδιο υπέδαφος
ανιχνεύονται καταβολές από προγενέστερα εκφραστικά σχήματα και τάσεις του
νεοελληνικού , και όχι μόνο, ποιητικού λόγου : οι παραλογές (στο τελευταίο
ποίημα της συλλογής με τίτλο «Του καταραμένου») , τα τραγούδια των
κοντραμπατζήδων (όσο κι αν το προσπάθησα ρούκουνα να σου μοιάσω/ φλώρος εγώ
μάγκας εσύ κι έτσι πηγαίνω πάσο) , η στιχουργία των ιθαγενών της Αμερικής
(κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο/ και προσπαθώ να θυμηθώ/ ένα τραγούδι
/κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου/ είμαι άρρωστος ) , η αρχαία ελληνική
επιγραμματοποιία (αν σας ρωτήσουν/ να πείτε κάτι τραγικό /πως τράκαρε καβάλα σε
μια μηχανή/ στην άγρια κόντρα με το χρόνο/ ή πως τον έσφαξαν σʼ ένα κωλόμπαρο
της εθνικής οδού/κάποια θλιμμένη πέμπτη/ να βρείτε κάτι πειστικό/ μην πείτε
απλώς πως πέθανα/ μην πείτε την αλήθεια : Ας προσεχτεί εδώ ότι οι στίχοι
μοιάζουν με μία επιτύμβια παράκληση την οποία απευθύνει ο νεκρός προς τους
διαβάτες που επισκέπτονται τον τάφο του) , η καρυωτακική ειρωνεία (αιτήθηκα
πρωτόκολλο κοινό για το κορμί μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μου
τόνισαν κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μου έδειξαν
αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου κάθετος δύο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του
ενενήντα πέντε )) , η θεατρική υφή της τραγικής ποίησης (το ποίημα «Ελένη» θα
συνιστούσε κάλλιστα έναν χειμαρρώδη μονόλογο σε μια υποτιθέμενη τραγωδία)
απαντούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στα σπλάχνα της ποίησης του Μαρτίνη
Ο ποιητής βεβαίως φέρνει
στα μέτρα της δικής του ποιητικής όλες αυτές τις καταβολές, αφήνοντάς τες να
λειτουργούν δυναμικά και να επιδρούν στο βαθμό που δε νοθεύεται η καλλιτεχνική
αυτονομία του. Άλλοτε πάλι τις εμβολιάζει με μοντέρνους τρόπους έκφρασης, ώστε
η τελική εντύπωση να τις εκτοπίζει στο παρασκήνιο. Στο τελευταίο ποίημα της
συλλογής, για παράδειγμα, «Του καταραμένου» η θεματική και στιχουργική πλοκή
που παραπέμπουν στο είδος των παραλογών, κρύβονται επιδέξια κάτω από το σχήμα
μιας μοντέρνας ποιητικής αφήγησης και μόνο με μία αναπροσαρμογή του τρόπου
ανάγνωσης των στίχων ακούγεται καθαρά ο δεκαπεντασύλλαβος ρυθμός.
Χαρακτηριστικό, επίσης,
είναι ότι η όποια αίσθηση συντριβής αποπνέουν οι στίχοι επενδύεται με κύριο
υλικό τον ήλιο, η συχνή παρουσία του οποίου λειτουργεί ως αντίβαρο που δεν
επιτρέπει σε όλη αυτή τη σκοτεινή διάθεση να γίνει ένας κουραστικός πεσιμισμός.
Υπάρχει πάντα ένα χαλινάρι που συγκρατεί την υπερβολή και φέρνει το συναίσθημα
αντιμέτωπο με το μυαλό. Στο κέντρο δε της συλλογής ενεργοποιείται σοφά το μοτίβο
της θεραπευτικής επενέργειας της ποίησης με ένα ποίημα που αποτίνει φόρο τιμής
στα «ιαματικά» τραγούδια (medicine songs) των Ινδιάνων. Ο πάσχων ποιητής, κατά
το πρότυπο του καβαφικού Ιάσονος Κλεάνδρου αλλά με μία διαφορετική υφολογική
προσέγγιση, εναποθέτει την ελπίδα της σωτηρίας του στα χέρια της ποίησης,
παρόλο που, όπως γράφει και ο Καρούζος, τα ποιήματά του καταλήγουν να είναι
«ενθύμια φρίκης» ,
Έτσι, το ρημαγμένο σώμα
και το ναυάγιο ταυτίζονται(τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα), ο ήλιος γίνεται
κάτι σα συσίφειο βάρος (ένα βράχο-τον ήλιο- κουβαλώ στις πλάτες μου), η αγωνία
να αποτυπωθεί στη γραφή η εμπειρία προτού εκφυλιστεί υπονομεύεται από την
τελική συνειδητοποίηση της αδυναμίας (να
γράψουμε/πριν μας τελειώσει η εποχή….όμως/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια
σου/πώς να δεθεί ο χείμαρρος με το σκοινί) και αλλού στήνεται ένα αινιγματικό
σκηνικό αναμονής που θυμίζει φιλμ νουάρ (τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα
μια σακούλα/θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας/θα χυθούν οι σπασμένες
ακτίνες του ήλιου). Πιο κάτω, ο ποιητής διαμαρτύρεται για τον τυπολατρικό
ξεπεσμό της ανθρώπινης ποιότητας(σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα
και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική), δημιουργεί μια καρικατούρα φυλακής όπου
τα δεσμά και ο δεσμοφύλακας απομυθοποιούνται (βγήκα να αγοράσω συρματόπλεγμα/
μα δεν περίσσευε καθόλου/ για φυλακές δίναν βελόνες και κλωστές/ κι ένα παιδί
κρατούσε τα κλειδιά) ,αντιμετωπίζει τους στίχους ως επικάλυψη νοσηρών στιγμών
(και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι /θα μείνει-επιτέλους- να βρωμίζει
τον αέρα/ το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι) , αγωνιά για την τύχη μιας
αναπάντητης ικεσίας (ίσως δεν πρόσεξαν την κλήση την κραυγή/ ίσως να μη
μετέφεραν σωστά την ικεσία) και αναγραμματίζει την κατάληξη του μύθου της
Ελένης, βάζοντας στο στόμα ενός σύγχρονου Μενελάου έναν περιπαθή αναθεματισμό
(ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες/ φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το
φευγιό σου) . «Ενθύμια φρίκης» λοιπόν αυτά τα ποιήματα του Χρήστου Μαρτίνη.
Πλην όμως τα τιθασεύει ο λόγος και τα αναβαπτίζει σε μαρτυρικές καταθέσεις ενός
υποσυνείδητου σε αναμονή για αποκαλύψεις.
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο http://www.poiein.gr/2018/08/26/nthooio-ianossico-oi-iyii-ouo-aeauoaeo-odhieassiaii-anuoae-i-ethooao-ooeantho/
Ανδρέας Τιμοθέου , Ιστορίες με δαντέλα , εκδόσεις Παράκεντρο 2019
Δύσκολο να
μπορείς να προκαλέσεις
συγκίνηση με λεπτό τρόπο, χωρίς
να κραυγάζεις, χωρίς
δραματικές πλοκές και
άλλα φθηνά τερτίπια. Να
μπορείς με τον τρόπο
σου να μετατρέπεις το δικό
σου εσωτερικό δάκρυ
σε ορμή που
κινεί το παρόμοιο
δάκρυ στους αναγνώστες
σου. Χρειάζεται ηρεμία και
κάλλος. Και την ίδια στιγμή
αυτοπειθαρχία , χωρίς ωστόσο
αυτός ο κανόνας
να νοθεύει το συναίσθημα και να
το κάνει να φαίνεται
γυάλινο .Σαν τα γυάλινα ζωάκια
της Λώρα του
Τένεσι Ουίλιαμς. Και φυσικά καλύτερη ύλη , για να παραχθεί
κάτι σάρκινο , με φλέβες και
με οστά, δεν είναι
παρά το βίωμα. Τετριμμένη αλλά
αναμφίβολη παραδοχή .
Γράφουμε με τον
βιωμένο χρόνο στο
πλάι μας ,ακουμπώντας στο
βάθος ή στην επιφάνειά του. Αν
θέλω να χρησιμοποιήσω μία φράση
για το βιβλίο
του Ανδρέα Τιμοθέου , είναι " ώριμη
εξομολόγηση με την
τρυφερότητα ενός παιδικού
μυαλού" . Οι ιστορίες του , κυριευμένες από
τη μορφή της
γιαγιάς , αφήνουν μετά την ανάγνωση
κάτι σα ζεστασιά
μέσα στο στήθος . Ακόμη κι
όταν μιλά για
θάνατο , είναι τόσο
απαλή η γραφή
του ,ώστε απ'το μαύρο
να ξεπετιούνται λευκά
πανιά και να ταξιδεύει
η καρδιά σου
χωρίς ίχνος ναυτίας στον
αμείλικτο κύκλο της ζωής.
Κώστας Τσιαχρής
Ζήσης Αϊναλής , Τα παραμύθια της Έρημος , εκδόσεις Κέδρος 2017
Το να επιχειρείς να δαμάσεις την παραίσθηση, να την υποτάξεις και να τη συντάξεις στις αναλογίες του ποιητικού λόγου συνιστά απαιτητικό επίτευγμα, εφάμιλλο της προσπάθειας να εξηγήσεις με λέξεις τον έρωτα. Στο τελευταίο του ποιητικό έργο, ο Ζήσης Αϊναλής βάζει στο επίκεντρο της δημιουργίας του την έρημο και τις οργανικές και συγκινησιακές επιπτώσεις της εκτενούς παραμονής σε ένα τέτοιο κολαστήριο της ανθρώπινης ψυχής, επιλέγοντας τη γνώριμη για αυτόν φόρμα της εξομολογητικής αφήγησης. Πρωτογενές υλικό του ο ρευστός και πολύμορφος κόσμος του μύθου, από τον οποίο ο ποιητής αποσπά στοιχεία όπως η ανατροπή της έλλογης τάξης, το απροσδόκητο και η αινιγματική αναπαράσταση των καταστάσεων . Κάτω από το πρίσμα αυτό, βάζει τη φαντασία στην τροχιά της ανακάλυψης συναισθημάτων και νοημάτων, ακολουθώντας επιδέξια αυτό που ο Νοβάλις γράφει στα «Αποσπάσματα» του :Αν διαθέταμε και μια Φανταστική, όπως διαθέτουμε μία Λογική, θα ανακαλύπταμε την τέχνη να επινοούμε. Ο μύθος, άλλωστε, αποτελεί οικείο πεδίο έμπνευσης και ενσάρκωσης του λογοτεχνικού οράματος του Αϊναλή. Από τη «Σιωπή της Σίβας» μέχρι τη «Μυθολογία» και τα «Παραμύθια της Έρημος» , η μυθοπλασία τον βοηθά να συνθέτει τα ποιήματά του και να μεταφέρει στο συνεχές παρόν διαχρονικές αγωνίες , τάσεις, σκέψεις, αναστολές και επιθυμίες του ανθρώπου. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να συγχωνεύει το πρωτόγονο με το ευγενικό, το αδιόρατο με το απτό, το βίαιο με το στοχαστικό, το δαιμονικό με το αγγελικό.
Τα «παραμύθια της έρημος» είναι η περιδιάβαση του Αϊναλή στην ερημία της εσωτερικής του ζωής, στην «έσωθεν αποικία», όπως εκείνος την αποκαλεί .Αλλά «όποιος μπορεί να φορτίζει την ερημία του» κατά τον Ελύτη «έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του». Και είναι αλήθεια ότι παρά τη σχεδόν δαιμονική ορμή της εξομολόγησης , μετά την ανάγνωση απομένει στο μυαλό το σχήμα, το άρωμα, η σπιρτάδα, ο αναστεναγμός του ανθρώπου. Έτσι, η έρημος μεταβάλλεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στα θηριώδη και στα λεπτά ένστικτα της ανθρώπινης φύσης, ένα υπερβατικό δικαστήριο στο οποίο κρίνεται το παρελθόν και το μέλλον μιας ψυχής που φλέγεται από υπαρξιακή αγωνία. Η έρημος είναι για τον Αϊναλή ο δικός του «κήπος με τις αυταπάτες» ,όπου η αφηγηματική φωνή δοκιμάζει να συμφιλιωθεί με το θάνατό της , το νόημα να συμβιβαστεί με την αποδόμησή του και η ισορροπία να χωνέψει μέσα της το χάος
Ολόκληρη η συλλογή αποτελεί στην πραγματικότητα ένα μεγάλο συνθετικό ποίημα με χαλαρή αφηγηματική πλοκή και με δραματικά- σκηνικά στοιχεία. Η εισαγωγή γίνεται με ένα δρώμενο που παραπέμπει σε κηδεία. Τα πάντα είναι στη θέση τους : Η νεκροφόρα, η πομπή των θρηνούντων, το κουφάρι , τα εργαλεία ταφής, ο ιερέας. Από το δρώμενο και τη βεβαιότητα όμως γρήγορα μεταπίπτουμε στην αμφιβολία και στην απρόσμενη αναφορά περί επανάληψης του θανάτου του ποιητικού υποκειμένου , η οποία προσδίδει στην εξομολόγηση μία ειρωνική υφή . Ακολουθεί το νόμισμα στα δάχτυλα του νεκρού, η συνειρμική ταύτισή του με τρύπα μέσα από την οποία επιδιώκεται η μετάβαση στη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης , η βουτιά στο παραισθησιογόνο σύμπαν ενός καθρέφτη , το κατρακύλισμα και στο τέλος το σταμάτημα στην έρημο. Κι εκεί ακριβώς αρχίζει να ανδρώνεται με τρόπο σταθερά εξελισσόμενο η μεγάλη παραίσθηση. Οφείλω να παρατηρήσω εδώ ότι η σύνθεση του έργου δομείται πάνω στο σχήμα μιας ανιούσας κλιμάκωσης στη συναισθηματική ένταση. Από την ηρεμία της περιγραφικής εξομολόγησης των πρώτων ποιημάτων οδηγούμαστε σε ένα οργασμικό κρεσέντο κατά το οποίο η αφηγηματική φωνή, μεταξύ οράματος και βιώματος και στο μέσο μιας ασκητικής παράκρουσης ,κραυγάζει με τρόπο επιληπτικό την απόγνωσή της και τάσσεται ανυπεράσπιστη απέναντι στους δολερούς θησαυρούς της ερήμου: την άμμο, τον ανελέητο ήλιο, τη δίψα, τα κόκκαλα, τις απλησίαστες οάσεις, την κουφόβραση, τη μοναξιά.
Αλλά εδώ ακριβώς έγκειται η αρτιότητα της ποίησης του Αϊναλή. Γιατί μπορεί και στέλνει τις λέξεις του να σκάψουν εκεί στους πυρήνες της απόγνωσης, χωρίς η σκέψη του νʼ αρπάζει πυρκαγιά, καθώς πλησιάζει απάνω στις καύτρες τους, αλλά στέκεται ολόρθη και ικανή να πλάσει τέχνη και νʼ αποσβέσει από μέσα της την ένταση και τις παρενέργειες του κακού. Έτσι, υψώνεται ως την καθαρότερη μορφή του ύφους. Ζυγίζει τον πόνο και την απάθεια με τα ίδια σταθμά και βγάζει από τον πόνο τρυφερά βλαστάρια κι απʼ την απάθεια σταλαγματιές τρικυμίας. Ζυμώνονται μέσα του με δυνατές γροθιές οι αισθήσεις αλλά η συγκίνηση, που φουσκώνει σα ζυμάρι, δεν υπερβαίνει ποτέ το ύψος της αρμονίας. Φαρδαίνει, ψηλώνει , αντριεύει, διογκώνεται, επιμηκύνεται και την ίδια στιγμή δουλεύουν υπόγεια οι μηχανισμοί της επαναφοράς στο σταθερό έδαφος της πραότητας, που επιτρέπει στον ποιητή να ελέγχει το ρήμα του και να μην το αφήνει να μεταπέσει στο φθηνό επίπεδο του εντυπωσιασμού.
"Και είδα. Είδα τη θάλασσα νʼ ανοίγει αστραπή κι ένιωσα μες στα σπλάχνα μου βαθιά τον ήχο της βροντής να τρίζει. Είδα την τρικυμία ναʼ ρχεται από παντού πολιορκημένοι κι άκουσα μες στα σπλάχνα μου να αντηχεί του κόρακα το ουρλιαχτό και να ξεσκίζει. Είδα τον υετό να βιτσίζει τη θάλασσα ανελεήμονα κι άκουσα μες στα σπλάχνα μου ρωγμή τον κοπετό του βράχου. Είδα νʼ ανοίγουνε τα σύννεφα να κρύβονται του ουρανού τα πετεινά και μες στα σπλάχνα μου βαθιά νʼ αργοσαλεύουν κουρασμένα πανάρχαιοι Λεβιάθαν της θάλασσας μεγάλα κήτη τρομαγμένα"
Υπάρχει βεβαίως παντού η οσμή του θανάτου στα «Παραμύθια της έρημος». Ακόμη και το απόσπασμα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, που τίθεται ως προμετωπίδα στο έργο, φαίνεται να απομένει ως μία αρχική υπόσχεση ανάστασης η οποία δεν εκπληρώνεται. Παραφράζοντας λίγο την περίφημη Ρωσίδα ποιήτρια Μαρίνα Τσβετάγιεβα, φαίνεται λες και η πορεία της εξομολόγησης της αφηγηματικής φωνής να στιγματίζεται από τρεις φάσεις : την προαίσθηση , την πράξη και την ανάμνηση του θανάτου, όχι απαραίτητα με μία γραμμική συνέχεια, αλλά με διαρκή προβολή της μίας φάσης πάνω στην άλλη, ώσπου να φτάσουμε στην αναφώνηση του αδιεξόδου από τον ίδιο τον αφηγητή «ο θάνατος άρχιζε εκεί όπου τέλειωνε» ή παραλλαγμένη «η ζωή εξαντλούταν εκεί όπου άρχιζε». Είναι συμβολικό μάλιστα το γεγονός ότι στο τέλος του έργου με τρόπο εμφαντικό εξυμνείται η σιωπή, η σιωπή των λέξεων ( o silencio das palavras), ως ένα είδος συμφιλίωσης με το αδιέξοδο και τον οργανικό ή και εσωτερικό –τα δύο αυτά συγχέονται σκοπίμως μέσα στα ποιήματα- θάνατο.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι ο ποιητής αξιοποιεί τη θρησκευτική συγγραφική παράδοση, και ιδιαίτερα τους βίους των αγίων, τόσο σε σημειολογικό όσο και σε μετασημειολογικό επίπεδο, για να μεταφέρει μέσα από τον σκηνικό διάκοσμο της ερήμου τη βιωμένη αμαρτία με τον ανοικειωτικό τρόπο της λογοτεχνίας . Πρότυπα ασκητικών βίων, όπως εκείνων του πατέρα του μοναχισμού Αγίου Αντωνίου, του Μακαρίου του Αιγυπτίου ή του Μακαρίου από την Αλεξάνδρεια, αλλά και η πάλη του ίδιου του Ιησού με τους τρεις, κατά τις ευαγγελικές περικοπές, πειρασμούς στην έρημο, φαίνεται ότι επέδρασαν καταλυτικά στη σύλληψη της ποιητικής ιδέας και ότι του προσέφεραν το κατάλληλο θεματικό αλλά και εκφραστικό οπλοστάσιο, προκειμένου να επενδύσει τη μάχη του ανθρώπου ενάντια στις ενοχές του με ένα διαχρονικό επίστρωμα. Αλλά αυτή η διακειμενική «συνομιλία» σε καμία περίπτωση δε θολώνει την καλλιτεχνική ταυτότητά του ποιητή , καθώς είναι φανερό ότι το ποιητικό του ρήμα διατηρείται ατόφιο και φαίνεται να υπακούει σε αυτό που ο Βαλερύ αποκαλεί «δοσμένοι στίχοι», υπό την έννοια ότι πηγάζουν αβίαστα από το απομέσα εγώ , τον βαθύτερο εαυτό του ποιητή, χωρίς οποιαδήποτε επιτήδευση.
"Βγήκα ολόκληρος και βάλθηκʼ αμέσως να πέφτω σαν σε γκρεμό ουρλιαχτό. Προσγειώθηκα άτσαλα πάνω στη άμμο της έρημος. Ο παγωμένος αέρας να παρασέρνει τούφες τούφες κάτι θάμνους ξερούς κι η σιωπή. Σηκώθηκα και τίναξα την άμμος από τα ρούχα μου. Κοίταξα για λίγο σαν χαμένος ολόγυρα. Άνθρακες ο θησαυρός και μαύρη η νύχτα. Πήρα να περπατάω μες στο σκοτάδι προς το ξημέρωμα τυλιγμένος τα χέρια μου. Με κόπο κόντρα στον άνεμο "
Θα ήθελα ακόμη να μείνω στη δύναμη με την οποία στέκονται οι εικόνες στο λόγο του πλαταίνοντας την αισθητηριακή εμπειρία η οποία τις κρυστάλλωσε και τις έβαλε μέσα σε συγκεκριμένα λεκτικά σχήματα .Οι εικόνες του δονούνται και σφύζουν από περιγραφική δύναμη , χωρίς ωστόσο να μετατρέπονται σε απλά συγκινησιακά πυροτεχνήματα, αφού διαθέτουν την απαιτούμενη εσωτερικότητα. Υπό την έννοια αυτή, ο Αιναλής συνδυάζει τα χαρακτηριστικά των δύο βασικών τύπων συγγραφέα, όπως τους παρουσιάζει στο θεμελιώδες για τα ζητήματα της λογοτεχνικής κριτικής έργο του «Το πρόβλημα του ύφους» ο Ρεμύ Ντε Γκουρμόν : του οπτικού και του συγκινησιακού συγγραφέα. Οι εικόνες του, δηλαδή, έχουν ως αφετηρία όχι μόνο τις εμπειρίες που συσσωρεύουν οι αισθήσεις πάνω στα νευρικά κύτταρα , αλλά και εκείνες που καλουπώνονται στη βαθύτερη ρίζα της συγκίνησης, στο υποσυνείδητο, και παίρνουν μερίδιο από την υπεραισθητική του δύναμη.
Στα μάτια μου ζάρωνε η ανάμνηση της φωτιάς και στο χέρι μου κρεμότανε βόνασος ο πέλεκυς του θανάτου βαρύς ένα τσιμέντο κρέας. Πού να πιάσει ρίζα στην άμμος; Το σήκωνες και μετεωριζότανε το στερέωμα. Τʼ ακούμπαγες σκουλήκι κανένα κι η αποσύνθεση δύσκολη αχρείαστο φύραμα. Γινόταν πέτρα το κορμί και άμμος θρύμματα. Γενειοφόρος ο άνεμος κουβαλούσε την τέφρα μου να χτίσω την πυραμίδα μου να στεγάσω το σπέρμα μου.
Υφολογικά αλλά και μορφικά , ο ποιητής επιλέγει έναν τρόπο απόδοσης της ποίησης που παραπέμπει στο πεζογράφημα. Διευρύνονται έτσι τα όρια αποτύπωσης της εμπειρίας σε έναν χώρο, που παρόλο που ο Αϊναλής τον κάνει να είναι πυκνός και αφαιρετικός, του δίνει τη δυνατότητα να εξασφαλίζει ένα είδος συνέχειας στην ποιητική σύλληψη . Και αν ο στίχος, έστω και συμβολικά, διακόπτει τη ροή της έκφρασης και αναγκάζει γράφοντα και αναγνώστη να σταθούν για λίγο στην επικράτειά του και να επιτύχουν ή να ερμηνεύσουν αντιστοίχως την αυτονομία του μέσα στο όλο, στην περίπτωση του ποιήματος που δεν έχει απλώς πεζογραφική αναπαράσταση αλλά που η δομή και η ανάπτυξή του ανακλά τις συμβάσεις του πεζογραφήματος, κάτι τέτοιο ,κατά έναν τρόπο, αίρεται και η συγκίνηση γεννιέται μέσα από την ανάγνωση του όλου.
Ασφαλώς , τα βασικά γνωρίσματα της ποιητικής του Αϊναλή είναι παρόντα και εδώ: ο καταρρακτώδης λόγος, η απομυθοποίηση των αισχρών λέξεων, οι συντακτικές ακροβασίες , η συνειρμική παράταξη των εικόνων, η βουή των συναισθημάτων που θαρρείς ότι κονταροχτυπιούνται, ο σκοτεινός λυρισμός, η ιδεαλιστική θεώρηση του κόσμου, η αισθητηριακή βίωση των συλλήψεων του νου. Επιπλέον, ο ποιητής αξιοποιεί επιδέξια τα αναγνωστικά του βιώματα και αφομοιώνει τις επιδράσεις του γερμανικού ρομαντισμού και τις βιβλικές αναφορές, δείχνοντας ταυτόχρονα το σεβασμό του στο μεταφυσικό ποιητικό όραμα του Σολωμού και ατενίζοντας τολμηρά προς το υπερρεαλιστικό λογοτεχνικό σύμπαν.
Εν
τέλει, τα «Παραμύθια της Έρημος» είναι η απεικόνιση με λέξεις μιας συνειδητής
καταβύθισης του εγώ σε έναν υπόγειο χώρο, μία ποιητική σπουδή στο θάνατο, μέσα
από τις ψευδαισθήσεις, τις στερήσεις, τις εξαρτήσεις, τις δίψες , τις απαντοχές
, τις ματαιώσεις που γεννά η αυτοεξορία στην έρημο. Είναι μια ακόμη ισχυρή
επιβεβαίωση της κραυγάζουσας επιθυμίας της Τσβετάγιεβα «Γράψτε, γράψτε κι άλλο.
Απαθανατίστε κάθε στιγμή, κάθε κίνηση, κάθε στεναγμό». Τα «Παραμύθια της
Έρημος» διδάσκουν τρόπους ζωής μέσα από την ερημιά.
Δημοσιεύτηκε στο http://www.poiein.gr/2017/10/29/aethoco-auiaetho-oa-dhanaiyeea-oco-ynciio-anuoae-i-ethooao-ooeantho/
Ευθυμία Γιώσα , Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ , Εκδόσεις Κέδρος 2020
Ας ξεκινήσουμε με μια κοινοτοπία : η καλή ποίηση αφήνει εγκαύματα. Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση. Ακολούθως εξελίσσεται σε αποτέφρωση των όσων μέχρι τώρα έζησε, σκέφτηκε, δοκίμασε και κουβάλησε πάνω του αυτός που τη διαβάζει. Αποτέφρωση που την αισθάνεται λυτρωτική, γιατί «τα όμορφα μυαλά όμορφα καίγονται», για να παραφράσω τον τίτλο μιας παλιότερης ταινίας του Ντραγκόγιεβιτς. Ύστερα τινάζοντας από πάνω του στάχτες κι αποκαΐδια, βλέπει πάλι τη δροσιά. Βαθαίνει η γλώσσα του ως εκεί που η ποίηση σκάβει και συναντά το ανέγγιχτο ύδωρ.
Ας συνεχίσουμε με μια άλλη κοινοτοπία: το ωραίο δε χρειάζεται χιλιόμετρα ύλης ή ιδέας , για να σαρκωθεί. Του αρκεί η ελάχιστη επικράτεια, το ένα χιλιοστόμετρο, για να αποδείξει την εκτοπιστική του δύναμη. Καταφέρνει με το σώμα νάνου να ρίχνει σκιά γίγαντα.
Μικρό σε μέγεθος και σε περιεχόμενο το βιβλίο της Ευθυμίας Γιώσα (είθε να συνεχίσει με τέτοιες διαστάσεις), αλλά με σκιά γίγαντα. Όπως ακριβώς η στεγνή μορφή στο εξώφυλλο, που μοιάζει με την κορυφή από ένα βουνό ύπαρξης. Αν και δε συμπαθώ τις ορολογίες , η ποίησή της συνομιλεί με το υπαρξιακό , χωρίς να μπαίνει στο κλουβί μιας υπαρξιστικής απεραντολογίας. Τα υλικά είναι όσο σάρκινα κι όσο άυλα πρέπει. Μήτε πόντο παραπάνω. Και τα φαντάσματα προτιμούν τα «οριστικά άρθρα». Σαν μια παραξενιά της μεταφυσικής τους καθημερινότητας , σαν μια «εθιμοτυπική επίσκεψη» στο απτό και στο συγκεκριμένο, που την αντέχουν μόνο από ανάγκη . Για λόγους διανυκτερεύσεως. Μέχρι να ξημερώσει και να δείξουν την αληθινή χροιά της φωνής τους , «σαν ηπειρώτικο μοιρολόι».
Είτε
πρόκειται για πεζή μορφή ποιημάτων
είτε για ποιητική
εκφορά αφηγημάτων ( αδιάφορες
πλέον τέτοιες κατηγοριοποιήσεις ) ,
το χτυποκάρδι της ποίησης ακούγεται
παντού. Κυριεύει τους άλλους ήχους και
τους «τραγουδοποιεί» . Η
αφηγηματική ροή είναι χαλαρή , ασπόνδυλη . Γίνεται απλώς το
όχημα που βοηθά στο αναποδογύρισμα
των λέξεων και
των εννοιών , ώστε να αποκαλύψουν
-πάντοτε με έναν διακριτικό αλλά
στιβαρό τρόπο – το
ποιητικό τους βάθος. Κι εκεί που τα
«Σώματα πτερόεντα» αφηγούνταν με έναν τύποις γραμμικό
τρόπο μια πορεία από
τη γένεση στην αποσύνθεση, στο
παρόν βιβλίο εγκαταλείπεται η γραμμικότητα και
προτάσσεται η τεχνική
των στιγμιότυπων . Ο χωροχρόνος δε στον οποίο πραγματώνεται η αφήγηση πατάει με το ένα
πόδι στο εδώ και με το άλλο στο
επέκεινα. Η επανάσταση
αρχίζει από τα άστρα και
στο τέλος «οι επαναστάτες έχουν τα ονόματά μας» , θυμίζοντάς μας
ότι είμαστε απλώς
μια μικρή ουρά του σύμπαντος κι ότι αλλού τελούνται πρώτα τα μεγάλα συμβάντα της ύπαρξης.
Στο πλαίσιο αυτό , οι τρεις μεταθανάτιοι μονόλογοι: του Καίσαρα , της Πορκίας και του Βρούτου σηματοδοτούν ένα τρίγωνο που περικλείει τη χαμένη αίγλη , την αφοσίωση και την προδοσία . Τρία φαντάσματα μονολογούν – ή προτιμότερα απολογούνται – για τα πεπραγμένα και τα απωθημένα τους , εκθέτοντας το καθένα τη δική του εκδοχή για τη δολοφονία του Καίσαρα. Τρεις θεατρικές αποδόσεις του ίδιου δράματος με κοινό στοιχείο την άρνηση . Ο Καίσαρας στο μεταίχμιο της απόφασης να διαβεί τον Ρουβίκωνα και έχοντας πια επίγνωση της ματαιότητας του εγχειρήματος , αρνείται να αψηφήσει τους οιωνούς της Καλπουρνίας . Η Πορκία εμμονικά προσηλωμένη στο πάθος της αρνείται να το παρακάμψει και να ξεσκεπάσει τον αληθινό χαρακτήρα της πράξης του Βρούτου . Ο Βρούτος , τέλος , αρνείται τον Βρούτο κι επινοεί στη συνείδησή του, σκάβοντάς την βαθύτερα , μία άλλη βολική ερμηνεία της προδοσίας του
Από τις όχθες του Ρουβίκωνα μεταφερόμαστε έπειτα «Μεταξύ Πατησίων και Κάνιγγος», όπου οι Κυριακές γίνονται πεδία προετοιμασίας θριάμβων και όπου «υπάρχει ένα ξεχασμένο πικάπ που παίζει από το πρωί τραγούδια αρκούντως διαμπερή». Εκεί ο γάτος του Τσεσάιρ , έχοντας δραπετεύσει από τη χώρα των θαυμάτων της Αλίκης , ενώνει το αστικό τοπίο με το παραμύθι , για να «γίνουν οι Δευτέρες η Κυριακή που δεν ξέραμε να διεκδικήσουμε». Αλλά όσο ελκυστική ή ανώδυνη κι αν φαίνεται η είσοδος σε αυτή την αστική ουτοπία , προσωπικά μου φέρνει στο νου τους στίχους για την ποίηση ενός εξαιρετικού Ρουμάνου ποιητή , του Nicolae Labiș : « Όσο κι αν είναι μ’ άχραντα κλαδιά και με σιωπή υφασμένη,/ με κρύσταλλα ολοδιάφανα που σπάζουν και σπιθοβολάνε, / τρέμε σαν μπαίνεις μέσα της ως τρέμεις το χειμώνα μεσ’ το δάσος/ γιατί, μεσ’ απ’ τους πάγους λάμποντας μάτια αγριμιών σε βλέπουν» . Υπό παρακολούθηση αγριμιών ο αναγνώστης και εδώ .
Για να εισέλθει αργότερα σε μία ωμή εξομολόγηση. Σε ένα οδοιπορικό που θα τον ξαφνιάσει με την ποιητικότητα των αλλεπάλληλων ερμηνειών της λέξης «μόνος» . Όπου η μοναξιά λαμβάνει απροσδόκητα σχήματα και παραστάσεις . Όπου η προφορά οδυνηρών λέξεων πρέπει να γίνεται μεγαλόφωνα . Όπου η ανάγκη για επικοινωνία εκτονώνεται μέσω των ανθρώπων που θα γεννηθούν στο μέλλον. Όπου η ανακωχή με τα καθημερινά αντικείμενα γίνεται μια επιλογή ανάγκης. Όπου αντιστρέφονται οι αναπνευστικές λειτουργίες στις ανηφόρες και στις κατηφόρες . Όπου η αγάπη προσφέρεται με το ίδιο άγχος που αγγίζει κανείς κάτι εύθραυστο. Όπου «μόνος σημαίνει να έχουν την έγνοια σου οι φουσκάλες του καφέ». Έτσι που η μοναξιά γίνεται αυτό που γράφει ο Ρίλκε «Ω άγια μοναξιά μου, είσαι τόσο / πλούσια κι αγνή και πλατιά, / σαν ύπνος που απ’ τον ύπνο βγαίνει»
Ωστόσο , στο έργο αυτό ο εσωτερικός κόσμος δεν πορεύεται μόνος του και δε γυρίζει αυτάρεσκα γύρω από τον εαυτό του. Η αυτοαναφορικότητα και η εξωστρέφεια συνυπάρχουν αρμονικά . Οι απονενοημένες πράξεις διαμαρτυρίας , οι άδικοι φόνοι εξεγερμένων συνειδήσεων , η αντισυμβατικότητα γίνονται πηγή συγκίνησης για την ποιήτρια και φέρνουν στην επιφάνεια τις κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες της. Πάντοτε όμως με έναν τρόπο που επιτρέπει στην αφηγηματική φωνή να εκφράζει αυτές τις ανησυχίες με συνειρμικές αναφορές σε πρόσωπα, κείμενα , ιστορικά γεγονότα ή εσωτερικές καταστάσεις . Στο αφήγημα «Ενώ τρώω ψωμί» η επί τρεις φορές καθημερινή κατανάλωση του ψωμιού γίνεται ένας ιδιότυπος φόρος τιμής στον θάνατο ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού , το οποίο πήγαινε να αγοράσει ψωμί στη διάρκεια διαδηλώσεων στην Τουρκία . Την ίδια στιγμή όμως , διαπλέκονται στην αφήγηση η βιβλική ιστορία του Πέτρου ( μαθητή του Ιησού ) ο οποίος έκοψε το αυτί του Μάλχου (υπηρέτη του αρχιερέα Καϊάφα , συνεργού στη σύλληψη του Ιησού ) , ο Χάμιλτον Νάκι (μαύρος χειρουργός από τη Νότια Αφρική , ο οποίος έλαβε μέρος στην πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση καρδιάς) και ο ήρωας – βασιλιάς του ποιήματος Spleen του Baudelaire, ενώ ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο αφηγητής είναι το ίδιο το νεκρό παιδί.
Συχνά η απόσταση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας είναι μικρότερη από όσο μία διαδρομή «μεταξύ Ιουλιανού και Μαικήνα». Το αστικό τοπίο εξαϋλώνεται και παίρνει την όψη μιας σύγχρονης Εδέμ («Κάποτε , στην πόλη , διάγουμε ονειρικές καθυποτάξεις») , η οποία εντούτοις δεν αποβάλλει ποτέ το κολαστήριο πρόσωπό της και στην οποία συμβιώνουν δράκοι , επαναστάτες και η Βεατρίκη από τη Θεία Κωμωδία του Ντάντε. Συχνά η ρουτίνα σε ένα τέτοιο τοπίο παίρνει την όψη μιας παράστασης, η οποία περιλαμβάνει όλες τις αποχρώσεις του τραγικού: από την ωμότητα ως την αποδοχή κι έπειτα ως στην επαγρύπνηση και στο τέλος ως την εξιλέωση με την παραγωγή επιφωνημάτων («τα πρωινά δεχόμαστε σφαίρες –κυρίως στους κροτάφους- τα μεσημέρια τις χωνεύουμε και τα απογεύματα εξασκούμαστε στην ανίχνευση ναρκών. Όσο για τις νύχτες συντονίζουμε την παραγωγή επιφωνημάτων: «Ζήτω!» , «Κρίμα!», «Αλτ!», «Εβίβα!» ).
Σε αυτή
λοιπόν την αστική Εδέμ , όπου «ανέκαθεν ο
χρόνος δεν ήταν παρά το πρόσχημα
κι ο τόπος μια ιδεοληψία με
συντεταγμένες», η ποιήτρια παραδίδει
τα όπλα της γραφής , για να
βρει την αγιοσύνη (ή μήπως την
«αγριοσύνη»;) στην τέχνη του μελισσοκόμου, περιμένοντας την ώρα που θα αρχίσει να γεννιέται και να γεννιέται ξανά το μέλι στις κυψέλες
Φροσούλα Κολοσιάτου , Αμοντάριστα πλάνα , Εκδόσεις Βακχικόν 2021
Δέκατη ποιητική συλλογή για τη Φροσούλα Κολοσιάτου και εδώ η ποιήτρια υιοθετεί τον υποθετικό ρόλο ενός δημοσιογράφου-παρατηρητή , ο οποίος με τον δικό του αιρετικό τρόπο ιχνηλατεί τον μυστικό παλμό αυτών που συμβαίνουν γύρω μας . Εξ ου ο τίτλος του έργου , «Αμοντάριστα πλάνα» , ονομασία που έρχεται να επιβεβαιώσει το ποιητικό υλικό , το οποίο έχει συντεθεί ακριβώς με αυτή τη δημοσιογραφικού τύπου προσέγγιση. Η ποιήτρια , δηλαδή , μένει στο πρώτο υλικό , σε αυτό που γραπώνουν οι αισθήσεις , το ανεπεξέργαστο , που πηγάζει από τη σύλληψη της στιγμής και χωνεύεται αργά και μεθοδικά στο ηθικό μας σύμπαν . Η εντύπωση λοιπόν αυτής της πρωτόλειας σύλληψης μεταφέρεται σε όλα τα ποιήματα της συλλογής και δημιουργεί στον αναγνώστη την επιθυμία να ενώσει τα ακατέργαστα ή αποσπασματικά σκηνικά , για να σχηματίσει μέσα του τη μεγάλη εικόνα , το πανόραμα . Ανέκαθεν , βεβαίως , η ποίηση της Κολοσιάτου απαιτούσε την ενεργητική συμμετοχή του αναγνώστη , το βαθύ διάβασμα , την εκταφή του ουσιαστικού πίσω από το φαινομενικό , του όλου πίσω από το μέρος . Αυτό δεν αναιρείται και στην παρούσα συλλογή . Μόνο που εδώ η σοφία της ηλικίας συγκρατεί τον αυθορμητισμό και μεταγγίζει στον ποιητικό λόγο μια φιλοσοφική πνοή , που έρχεται μπροστά μας ως απόσταγμα της αναμέτρησης του αφηγηματικού υποκειμένου με την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα ή τα πάθη του εαυτού του . Τα πλάνα της Κολοσιάτου είναι κατά βάση πλάνα της ασχήμιας του σημερινού κόσμου . Ο κόσμος όπως ξετυλίγεται γύρω μας στην ωμότητά του. Ο κόσμος της καταπίεσης , της επιδημίας και της αθέλητης αποδημίας , του εκτοπισμού εκτός των τειχών , της διάψευσης ή της απατηλής επιβεβαίωσης , της συρρίκνωσης της ανθρωπιάς . Η αποτύπωση , ωστόσο, αυτού του κόσμου γίνεται χωρίς μελοδραματισμό και υπερβολή . Με την ψυχραιμία του παρατηρητή που θλίβεται μεν για όσα βλέπουν τα μάτια του , αλλά δεν εκποιεί αυτή τη θλίψη σα φθηνή συναισθηματική πραμάτεια. Η ποιήτρια ταλαντεύεται ανάμεσα στο όλο και στη λεπτομέρεια , τον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμο, κρατώντας στα χέρια της ισόποσα το φως και το σκοτάδι, την απλή καταγραφή και την εσωτερίκευση ,το απρόβλεπτο της τέχνης και το προβλέψιμο της καθημερινότητας . Μας προτείνει να «αποκρυπτογραφήσουμε τη μυστική γλώσσα των θαυμάτων» , να αγγίξουμε την αλήθεια ,γιατί «Η αλήθεια είναι σαν το νερό /Βρίσκει ρωγμές /Και αναδύεται» , να αφουγκραστούμε τη λύπη που «Τα βήματά της μοιάζουν χορευτής στο δάπεδο» , να εμπεδώσουμε τα αρώματα που αφήνουν «Οι μυστικές συνταγές του αέρα». Ο λόγος της γεφυρώνοντας την απόσταση μεταξύ ψιθύρου και κραυγής , δανείζεται απ’τον ψίθυρο το εκστατικό κι απ’την κραυγή το θρηνώδες , χωρίς όμως να πέφτει σε κανένα από τα δύο άκρα. Αντιθέτως , ωριμάζει μέσα απ’ την ισορροπία και ισορροπεί μέσα απ’την ωριμότητά του. Και ο στίχος της , όπως και σε παλιότερα έργα , βηματίζει μέχρι ενός σημείου , φτιάχνει έναν υποτιθέμενο γκρεμό , βουτάει στον ίλιγγό του κι έπειτα ξανασηκώνεται και περπατάει με νέο σώμα , φέρνοντας απάνω του τις γρατζουνιές , τα χώματα και τα σημάδια . Και μέσα σε αυτούς τους στίχους συμβιώνουν σα φωνούλες που όλες μαζί τραγουδούν κάτι συνάμα τραγικό και χαρμόσυνο , αγαπημένες μορφές που χάθηκαν για πάντα , σπασμένες κούκλες , το χαμόγελο της Τζοκόντα , ο τρυπομάζης με τα κρινάκια του στο ράμφος , η ανάσα του Τζορτζ Φλόυντ , ο γάτος Βίκτωρ . Όλα μα όλα μέσα «Σε μια αδιόρατη εμμονή αγάπης». Κομμάτια από τη γεωγραφία της ψυχής της πάνω στα οποία καθρεφτίζεται η γεωγραφία της εποχής της . Κι όπως κάθε έντιμος απέναντι στον εαυτό του ποιητής , η Φροσούλα Κολοσιάτου αφήνει μεν το μοντάζ σε όποιον δοκιμάσει να μελετήσει αυτά τα κομμάτια , φροντίζει όμως ώστε αυτά να είναι όσο καθαρά και όσο αφαιρετικά πρέπει ,για να μην καταντά η μελέτη αλγεινή περιπέτεια .
Κώστας Τσιαχρής
Δημοσιεύτηκε στο https://filologikesmaties.blogspot.com/2021/04/blog-post.html
Δημήτρης Μιχελουδάκης , Συντηρητής Ουράνιων Τόξων , εκδόσεις Στίξις 2022
"Στην
τέχνη", γράφει ο Mark Schorer(1)
,και κατά συνέπεια και στην ποίηση,
"η ομορφιά και η αλήθεια απαρτίζουν μία αδιαίρετη ενότητα"
.Αναλογα με τον βαθμό επίτευξης αυτής της ενότητας κρίνεται το αισθητικό
αποτέλεσμα ενός καλλιτεχνικού έργου .Η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο αιώνα ,
μετά την επέλαση καλλιτεχνικών κινημάτων
όπως ο υπερρεαλισμός ,ο ντανταϊσμός ή ο φουτουρισμός, η παραπάνω ενότητα τέθηκε
αρκετές φορές υπό αμφισβήτηση , με το βάρος της πλάστιγγας να γέρνει
περισσότερο προς το μέρος της ομορφιάς παρά
της αλήθειας. Όπερ πολλές φορές σήμαινε στην ποιητική παραγωγή των τελευταίων
ετών την αποθέωση της φόρμας , της τεχνικής ή
του σημαίνοντος, και αντίστροφα
την παραμέληση ή και εγκατάλειψη του σημαινομένου, με μια περίπου φοβική αντιμετώπιση και με στόχο την απαγκίστρωση από το εφήμερο και
πεπερασμένο . Από την άλλη πλευρά , ως
αντίδραση αναπτύχθηκε ένας σχεδόν ωμός ρεαλισμός , ο οποίος στέκεται
σκεπτικός απέναντι στις απόπειρες της απόλυτης απελευθέρωσης του πνεύματος από την έλλογη
ερμηνεία της πραγματικότητας , αποφεύγοντας
τη διατύπωση ενός ακυβέρνητου
λόγου που αμφισβητεί τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες
της γλώσσας και μένοντας προσκολλημένος
στην απλή αναπαράσταση μιας συγκίνησης ή στην "ένστιχη" οργάνωση μιας
σειράς λογικών προβληματισμών (ας πούμε η ποίηση του Σακαλή
ή της Μπακονίκα ) .
Αφορμή για τις παραπάνω
παρατηρήσεις μου έδωσε ο ίδιος ο Δημήτρης Μιχελουδάκης με την αφιέρωση που μου
έκανε στο αντίτυπο του παρόντος βιβλίου. Γράφει : "Ο γέρο Χάιντεγκερ έλεγε
πως το να προσπαθεί κανείς να γίνει κατανοητός είναι αυτοκτονία για τη φιλοσοφία. Στην ποίηση ,νομίζω, αυτή η σκέψη περνάει τα
όριά της : αν κάποιος προσπαθεί να γίνει κατανοητός ,η ποίηση θα τον εκδικηθεί
,θα του κρύψει το φως , θα τον υποχρεώσει
να ζει στο κίβδηλο και άχρονο
τώρα" . Στο νέο ποιητικό του βιβλίο
η πρόθεση αυτή είναι σαφής. Ο "συντηρητής" του
αρνείται ενσυνείδητα την
επικράτεια του κατανοητού και γυαλίζει τα εργαλεία του για τη λεκτική
συναρμολόγηση του ακατανόητου. Κι εδώ θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι μια
τέτοια επιδίωξη ενέχει τον κίνδυνο να περιοριστεί σε μια ποιητική ιδιόλεκτο της οποίας η
ετερότητα αντί να φωτίζει τη δημιουργία , τη συσκοτίζει και την καθιστά
υποτακτική στην ψυχρότητα της φόρμας . Αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει , για τον απλούστατο λόγο ότι ο
Μιχελουδάκης γνωρίζει σε ποιο άτοπο περπατά. Γνωρίζει τη μορφολογία του , τις
πηγές και τις εκβολές του ,και ως εκ τούτου κρατά με αρκετή δύναμη τα
σκοινιά , για να κουμαντάρει εκείνες τις
φυγόκεντρες τάσεις που μπορούν να παρασύρουν κάθε ποιητή και καλλιτέχνη σε μια
αυτάρεσκη περιστροφή γύρω από ένα
μεγαλοπρεπές τίποτε .
Για λόγους προφανείς ο "συντηρητής" ως ποιητική σύλληψη μου φέρνει στο μυαλό τη μεταφυσική του ουρανού στην ποίηση του Σαχτούρη και του Καρούζου , ποιητών στους οποίους αποτίνει φόρο τιμής ο Μιχελουδάκης στην παρούσα συλλογή . Ο ουρανός ως μοτίβο εσωτερικότητας ,πνευματικότητας ,χιμαιρικότητας, απόδρασης , αναβάπτισης , καταγωγής, έσχατου προορισμού, που διαπερνά σε μεγάλο βαθμό τη γραφή των δύο παραπάνω ποιητών ,είναι παρών και στον "συντηρητή" , όχι τόσο ως λέξη-σύμβολο όσο ως βαθύτερο φόντο μιας υπερβατικότητας μέσα στην οποία γεννιούνται τα υλικά των ποιημάτων και θεμελιώνεται το ποιητικό γίγνεσθαι (αδυνατώ να πω ό,τι δεν έχει πυρετό /γι'αυτό έπλεξα έναν ουρανό κυρίως με το δάκρυ ). Στο πλαίσιο αυτό , η "πόλη χωρίς όνομα " , το "φαντασιοπλάνο " , ο αφηγητής που μιλά "άπταιστα ουράνια τόξα" , το φεγγάρι σταλαγμίτης που κάθεται στο ταβάνι σα νυχτερίδα ή τα "νεκραστέρια" μαρτυρούν λίγο ως πολύ ότι το βλέμμα του ποιητή αναζητεί εκείνη τη στάθμη όπου συντελείται η "ουράνια" απαγωγή της τέχνης . Την ίδια στιγμή βεβαίως που επιχειρείται η υπερβατική αυτή αναζήτηση, η ματιά του "συντηρητή" κατορθώνει να αντισταθεί στη γοητεία της άνευ όρων παράδοσης στο ουράνιο και δεν ξεχνά την άλλη καταγωγή της ,τη σάρκινη .Μέσα λοιπόν στην πόλη δίχως όνομα κι ενώ από πάνω της στέκει φύλακας άγγελος της πνευματικότητας της ο συντηρητής ουράνιων τόξων , εξακολουθούν οι άνθρωποι να ερωτεύονται παράξενες κοπέλες που περπατούν "με το λαιμό λυγισμένο ,όπως τα πορτρέτα του Μοντιλιάνι " ή που τα καλώδια των ακουστικών τους ταλαντεύονται σαν τεράστια σκουλαρίκια , συνεχίζουν να παλεύουν με τα "μυώδη " κύματα τα προσφυγόπουλα , συνεχίζουμε να καίμε τα "αλλόκοτα κούτσουρα" με το σκεπτικό ότι "όλα την ίδια δουλειά κάνουν".
Αλλά αυτό που θα πρέπει κυρίως
να προσεχτεί είναι ότι η ποίηση του Δημήτρη Μιχελουδάκη είναι λίγο ως
πολύ συγκρουσιακή ,
"αρυθμήσιμη" . Συγκρούεται με το εθιμοτυπικό ("αδυνατώ να
πω ό,τι δεν έχει πυρετό") , με τις
γλωσσικές και ιδεολογικές νόρμες ("τα παρακρατικά ελληνικά ") , με
τον δημιουργό της ("ξέρεις: μ'αγαπάω -δεν μ'αγαπάω") και με τον ίδιο
της τον εαυτό ("το ποίημα δεν είν'η ευθεία που κοιτάς" ).
Αφουγκράζεται τον παλμό της καθημερινότητας και την ίδια στιγμή βουλώνει τ'
αυτιά της ,γιατί δεν αντέχει την αρρυθμία αυτού του παλμού . Γιατί βλέπει γύρω
της θαύματα που οι άλλοι τα προσπερνούν και γιατί δυναμώνει μέσα της η επιθυμία
ν' αποκτήσουν αιχμηρή υφή τα πιο ακίνδυνα συναισθήματα .Γιατί " το παν
είναι να κάνεις το βαμβάκι να κόβει ". Υπάρχει λοιπόν διάχυτο ένα κλίμα βρασμού,το οποίο επενδύεται
θεματολογικά με μοτίβα όπως η μοναξιά (" Έλα να καθίσουμε εδώ /όλοι εμείς
οι δυο μας /στην αμετάφραστη γωνιά του κόσμου/ να γίνουμε μία συνομιλία/ να
πετάξουμε τις πανοπλίες") , ο τερατώδης χαρακτήρας της ζωής των πόλεων (
"το μετρό είναι μία πελώρια ουρά χωρίς σώμα /βρυχάται/ χάνεται με ένα
σάλτο /και τρέχει πάνω στο σκοτάδι /η ραχοκοκαλιά/ είμαστε εμείς/ σε ταχύρυθμα
μαθήματα κάτω /απ' το χώμα") , η υποκρισία
("αφού της εμπιστεύτηκε τις πληγές του /την πανοπλία του της χάρισε /εκείνη ανακουφισμένη /τον χώρεσε
/στο φέρετρο") , η ασφυξία της καθημερινότητας ("μόλις χτυπήσω κάρτα/
ρυτιδώνουν /το κυνηγητό /τα μήλα /η
μακριά γαϊδούρα/ στην έξοδο/ έχει μείνει /ένα παιδάκι /μόνο /που ακόμα δεν
τολμάει /να φτάσει/ ως το εκατό")και η αναζήτηση
ποιητικής και κατ' επέκταση εσωτερικής ταυτότητας("μπορείς να
γράψεις με μία σου μόνο φλέβα ; αυτή του ρίγους λέω").
Το άλλο κομβικό
στοιχείο στον "Συντηρητή ουράνιων τόξων" είναι η οικειοποίηση
μιας παιδικής οπτικής γωνίας στην
παρατήρηση της πραγματικότητας, οπτικής που επιτρέπει στον αφηγητή να αψηφά
τους νόμους της βαρύτητας των λέξεων και με τη μεταμορφωτική δύναμη της
φαντασίας να πυροδοτεί τη δική του
"βόμβα από παραμύθι" . Έτσι ,
ενώ όλοι κατεβαίνουν από το "φαντασιοπλανο" , η "παιδική
ανάμνηση (...) κρατιέται με τα δόντια" και " κρύβει στο μπουφάν της
έναν πάνθηρα με φτερά". Δεν έχω αμφιβολία ότι αυτό που αποτυπώνει ποιητικά
ο Μιχελουδάκης είναι η δική του εκδοχή της
ουτοπίας , το "είναι"
μέσα στις δικές του συντεταγμένες ,αυτές που ορίζει ο ανοικειωτικος
φακός (2) της λογοτεχνίας (" έτσι κοψοχρονιά που έδωσα τα σύννεφα /δε
βρίσκω χειρολαβές/για αυτόν τον κόσμο" ). Σ' αυτή λοιπόν την ουτοπική
"πόλη χωρίς όνομα" η ανάμνηση της παιδικής εκστατικότητας απέναντι
στα θαύματα του κόσμου διαδραματίζει έναν πρωταρχικό ρόλο και γίνεται κινητήριος μοχλός έμπνευσης . Με άλλα λόγια ,
η ουτοπία και η παιδικότητα αποτελούν τα σύνεργα της αντικειμενικής
συστοιχίας(3) την οποία συνειδητά ή ασυνείδητα επιτυγχάνει στο έργο του ο
ποιητής.
Εξίσου δυναμική
παρουσία στα ποιήματα αυτής της συλλογής έχει το απροσδόκητο με τη μορφή των
τυχερών παιχνιδιών. Ο κόσμος παρομοιάζεται με "κρουπιέρη" που
ανακατεύει και μοιράζει τους ανθρώπους , τα ποιήματα αναγνωρίζονται ως ζάρια που λιποτακτούν από το "στρατόπεδο
της Στατιστικής", η ζωή απελευθερώνεται από τα όρια της και μπορεί να
"φέρνει ελεύθερα εφτάρες ". Η τύχη, επομένως , αντιμετωπίζεται ως
φιλοσοφικό μέγεθος που νοηματοδοτεί τη ζωή και τη γλώσσα , υπενθυμίζοντας τη
ρευστότητα και των δύο .Ειδικά , η τελευταία παρατήρηση σχετικά με τη ρευστότητα του γλωσσικού κώδικα
έχει ίσως ιδιαίτερη βαρύτητα ,δεδομένου ότι ο ποιητής τραβάει συχνά το χαλάκι
κάτω από τα πόδια των λέξεων και τις αφήνει να γλιστρήσουν , να σπάσουν τα
μούτρα τους και να ξανασηκωθούν μόνες τους ανανοηματοδοτημένες και ακμαίες ,
δηλώνοντας μας με επίμονο τρόπο ότι καμία γλωσσική δομή δεν πρέπει να θεωρεί τον εαυτό της ακαταμάχητο και
δεδομένο .Την επιλογή αυτή επιβεβαιώνει και
η λεξιπλασία , και λέξεις όπως "αριθμοκάγκελα" ,
"νεκροδρόμιο" , "θανατάδικο", "φαντασιοπλάνο",
"αλγοθραυστικό"
φανερώνουν όχι απλώς τη
δημιουργική ή αιρετική ματιά του ποιητή πάνω στη γλώσσα , αλλά και
την ομορφιά που αναβλύζει μέσα από τη μεταβλητότητα αυτής της γλώσσας .
Για να επανέλθω στην αρχική παρατήρηση περί ομορφιάς και αλήθειας , ο Roland Barthes (4)επισημαίνει ότι ένα λογοτεχνικό έργο δεν είναι ποτέ εντελώς άνευ νοήματος και ποτέ τελείως ξεκάθαρο .Πρόκειται ,κατά κάποιο τρόπο ,για ένα αιωρούμενο νόημα .Νομίζω ,λοιπόν , ότι ο "Συντηρητής" πετυχαίνει απόλυτα αυτή την ισορροπία ανάμεσα στο ξεκάθαρο και στο υπαινικτικό , αφήνοντας τον απαραίτητο ζωτικό χώρο τόσο στην αλήθεια όσο και στην ομορφιά του λόγου του
Κώστας Τσιαχρής
Παρατηρήσεις
1.Mark Schorer , Η
τεχνική ως ανακάλυψη
2.Ανοικειωση : σύμφωνα
με τους φορμαλιστες η πραγματική λογοτεχνία δεν πρέπει να αντανακλά απλώς την
πραγματικότητα αλλά να την παρουσιάζει μέσα από ένα ιδιόμορφο πρίσμα
3. Αντικειμενική
συστοιχία: ένα αντικείμενο μία κατάσταση
μία ακολουθία γεγονότων που ανακαλεί μία συγκίνηση στο νου του αναγνώστη
(T.S.Eliot)
4.Roland Barthes , Η
κριτική ως γλώσσα
Δημοσιεύτηκε στο https://filologikesmaties.blogspot.com/2022/08/blog-post_19.html
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου Η λίμνη των κύκλων , εκδόσεις Μανδραγόρας 2014
Σπανίως των καρτούν
Χρόνια ολόκληρα
περίμενα
Από ασχημόπαπο να γίνω
κύκνος
Κοίταζα στους καθρέφτες
τα πρωινά
Ψάχνοντας τον ψηλό
λευκό λαιμό
Τα πλούσια φτερά
Την περηφάνια της
ωραιότητας
Στα παραμύθια έλεγα
Όλα τελειώνουν όμορφα
Εκ
προοιμίου happy end
Στα καρτούν
Οι φυσικοί κανόνες δεν
υπερισχύουν
Πέφτει το λάθος στον
γκρεμό και δεν γκρεμίζεται
Ξανασηκώνεται δριμύτερο
Να κυνηγήσει τη
συνήθεια
Φοβάμαι ,αισθάνομαι και
ομολογώ
Αφέθηκα να μεγαλώσω σαν
καρτούν
Ένα παπί που δεν
σκοτώνει την ασχήμια
(Η εξομολόγηση ενός καρτούν)
Διαβάζοντας πρόσφατα το
βιβλίο της Ελένης Αρτεμίου –Φωτιάδου «Η λίμνη των κύκλων» σταμάτησα σε αυτό το
ποίημα . Όχι πως τα υπόλοιπα δεν έριξαν το κέρμα τους στο
πεινασμένο μου μυαλό, αλλά αυτό κάπως περισσότερο κουδούνισε σαν
ηχείο μιας τρομερής αλήθειας που πρόλαβε να την εκφράσει αντί για μένα κάποιος
άλλος . Και μάλιστα με έναν τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση για το
μετάλλευμα που έλιωσε στο υποσυνείδητο ή σε εκείνο το κομμάτι της ψυχής ,
που θα μπορούσα να το ονομάσω «καταφύγιο ομορφιάς», προκειμένου να παραχθεί αυτή
η αλληλουχία λέξεων , αυτός ο ποιητικός ειρμός. Στα ποιήματα εξομολόγησης
τυχαίνει πολλές φορές να διαβάζει κανείς στίχους και να έχει την αίσθηση ότι
εξομολογείται μια πέτρα , ένα χασμουρητό , ένας ύπνος , αλλά όχι ένας άνθρωπος
με νεύρα , με παλμό , με υγρά που κοχλάζουν. Εδώ δεν είναι δύσκολο να
αισθανθείς τη μυρωδιά ανθρώπου που καίγεται . Καίγεται και γράφει. Σα μία
πυρκαγιά με χέρια και μελάνι. Το συναντάς και στ’ άλλα ποιήματα του
βιβλίου. Αυτό που είναι αφαίρεση του εσωτερικού κόσμου ενός προσώπου
γίνεται μέσα απ΄την ανάγνωσή του πρόσθεση και πολλαπλασιασμός εντός
σου . Η ποιήτρια γράφει κι η γραφή της ξαναγράφει μέσα απ΄τη δική σου πλέον
ταύτιση. Συλλαβίζεις τα συναισθήματά της , ψιθυρίζεις τις ενοχές της , χορεύεις
με τις δικές της κινήσεις μπαλέτου , γιατί σε πείθει ότι «ο κόσμος είναι
ωραιότερος/όταν αντίστροφα τον περιγράφεις». Η «Εξομολόγηση» λοιπόν «ενὀς
καρτούν» μας υπενθυμίζει ότι ακόμη και τα παραμύθια άλλαξαν στην εποχή μας ,
σκλήρυναν , περιβλήθηκαν με πλαστικό και χρώμα , έτειναν το αλλόκοτο προς την
πιο ακραία εκδοχή του , σκότωσαν την ομορφιά και μετέτρεψαν σε
συνήθεια την ασχήμια . Αυτή την παραδοχή μεταφέρει στο δικό της
λυρικό «είναι» η ποιήτρια , κάνοντας την εξομολόγηση να αγγίζει ,μέσα από
ένα είδος κωμικής αυτοαναίρεσης, το βάθος της τραγικότητας .
Κάπως έτσι και στο υπόλοιπο βιβλίο , ο ποιητικός χορός της μοιάζει
να στριφογυρίζει σε κύκλους που περικλείουν ένα προσωπικό υπαρξιακό
δράμα και μία φιλοσοφική διάθεση που άλλοτε επικεντρώνεται στην
αναμέτρηση με την καθημερινότητα και άλλοτε γιορτάζει με ευφορικό
καρδιοχτύπι την παραίτηση από τα πράγματα και τη δεσποτεία του
εαυτού [Στην κιβωτό ζωής /μου λείπει ένα ζεύγος /πνεύμονες αγάπης /Ο αρσενικός
καιρός /Η θηλυκή εποχή /Το ουδέτερο σύμπαν /Αναστέλλεται η διαιώνιση /του
αίματός μου] . Αλλά αυτό που μ’αρέσει περισσότερο σε αυτά τα ποιήματα είναι ότι
παρατηρούν την καθημερινότητα όχι με τη νωθρότητα του παρατηρητή , αλλά
με τη σπιρτάδα του βουτηχτή , ο οποίος αψηφά την πίεση του βυθού και φέρνει τα
κοράλλια του μόνος του κάτω από τα βλέφαρά του
Κώστας Τσιαχρής

.jpg)







.jpg)



.jpg)
.jpg)







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου