Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ

    1.      Οι εντολές

2.      Ο  μεγάλος αποταμιευτής

3.      Μεροκάματο  εξορίας

4.      Κυνομαχία

5.      Παντογνώστης αφηγητής

6.      Ασκαρδαμυκτί

7.      Φιλοκτήτης  2020 μ.Χ.

8.      Δεν  αποκλείεται 

9.      Καθρέφτη καθρεφτάκι μου

10.   Μενίππου  29

11.   Η μετακόμιση

12.   Αμνός  αμνού

13.   Η εκτέλεση

14.   Διερώτηση  για να κάθομαι άναυδος

15.   Χωρίς στοιχειό

16.   Ανέστιος

17.   Ο σχοινοβάτης

18.   Σύνες της κραυγής μου

19.   Οι σκιές

20.   Εν πλω

21.   Εμείς η πόλη

    22.  Ουκ ένι Έλλην 

23.   Επιτύμβιο 

    24.  Υποσημείωση


 

Οι   εντολές 

1.Να   μιλά  με  ευκολία

το   βλέμμα  μου  για  πόλεμο

(ας  ξέρουν οι  άλλοι 

ότι    ήδη  αχρηστεύτηκαν   οι νάρκες)

2.Να  αφήνω

να  περιπλανιέται   πρόσφυγας

έξω   απ' το  σώμα   μου

η   συνήθεια  (Κάθε  μέρα   θα  ξυπνάει  με   ένα   μεγάλο  Όχι)

3.Να   ζήσω    αληθινά

για  να   γεράσει

πρώτα  ο  χρόνος

(και   στο  τέλος   η   αποικία   του

στο  σώμα  μου )

4.Να  μην  μπορέσω

( αν και  μαζεύω   χρόνια

αρμύρα  από  τη  θάλασσα )

ούτε  στο  τόσο

να αντιγράψω  λίγη  από  τη νοστιμιά

που  αφήνει  ο  ιδρώτας  του  λαιμού  σου

5.Να  μην   αντέχω  αυτή την όραση

(που  μου  κοιτάζει  πιο  πολλά   σκοτάδια   από  τυφλότητα)

6. Να   ξεμένει    στα  μισά   του  πόνου  από   βενζίνη   το  μνημονικό  μου   

(ψάχνοντας   με  το   μπιτόνι   άδειο

για  διανυκτερεύον   βενζινάδικο)

7.Να  διαβάζομαι  μονάχα  με   γυαλιά   πρεσβυωπίας 

(και  σβησμένα  φώτα)

8.Να   περισσεύω  σε δάχτυλα   εκεί   που  απαγορεύεται   το  άγγιγμα  (αλλά   επιτρέπονται  οι  μώλωπες)

9.Να   συλλαμβάνομαι   απ'τα   αποτυπώματα  (της   ειρωνείας  μου)

10. Να   πέφτω  τέλος  από  τα  μεγάλα  λόγια

και  να  μη γκρεμοτσακίζομαι

(το  πολύ να  σπάω  κανένα  ασήμαντο   πλευρό

κοντά   στο   μέρος  όπου  μεγαλώνει  στα   κρυφά   η αλήθεια)

 

 Í

Ο μεγάλος αποταμιευτής 

Είναι  ένα πρόβλημα  αυτό το μυρμήγκι

όπως  μπαινοβγαίνει  στην τρύπα  του

και  κουβαλάει πάντοτε το ίδιο σποράκι

λες και τρομάζει  να  αδειάσει τη δαγκάνα του

κι ας είναι ο τόπος  γεμάτος  ψίχουλα

κι άλλα μυρμήγκια  δεν υπάρχουν

είναι δεμένο  σε  ξένη  τροχιά

το περιπαίζει  στον κύκλο της μια ξένη μοίρα

συνέχεια  το μυρμήγκι ένα μονότονο μοτίβο

μια  μοναξιά  που τη σηκώνουν  μόνο οι  ερημίτες 

ταλαντεύεται  μέσα -έξω

αγωνίζεται να τρελάνει  τη φύση του

όχι  πια  κουβαλητής

όχι γυρολόγος όπως  ζητάει η  μυρμηγκοφωλιά

αυτό που κουβαλάει  δεν είναι  καν σποράκι

είναι ένα δίλημμα :

να αφήσει  να φουσκώσει ή  να κλαδέψει  την παράνοιά  του;   

μεροκάματο ή καλύτερα  εξορία ;

 

 Í

Μεροκάματο εξορίας

 Τραβάω λαχανιασμένος πάλι

από τη μοίρα μου τον νέο κλήρο

Η ώρα επτά Να θυμηθώ να ξαναβάλω ήλιο

και ν΄ αλλάξω το νερό στα οστά μου

Ξημερώνει κι είμαι ακόμη ένας σακάτης εαυτός

που τα όνειρα τον κλώτσησαν με λύσσα στο καλάμι

και κουτσαίνει αγκομαχώντας

στον περίπατό του στις καρδιές των άλλων

Εντός του εντός μου ξηρασία

Ας κυλάνε απέξω δέκα Ιλισσοί

Χρόνια ζω χωρίς μισθό

με ψίχουλα κλεμμένα απ΄ τα πουλιά

κατά συνθήκη εξόριστος

πανηγυρίζω ταπεινά

τον κάθε μου σεισμό

την ηφαιστείωση της γραφής

το λίγο αλλά εγκαυστικό της μάγμα

 

 Í

 

 

Κυνομαχία

Έξω από το καφενείο

που ήταν άδειο

υπήρχαν  μόνο  δυο σκυλιά

Το ένα  γάβγιζε  εκκωφαντικά

Χτυπιόταν

Χάλαγε τον  κόσμο

Με τα δόντια  του έτοιμα  για φρίκη

Με τα μάτια κόκκινα από  λύσσα

Ίδιος  σατανάς

Το άλλο ήσυχο σε μια γωνιά

Σφιχτό σαν κόμπος

Παγερό  και μετρημένο

Με το γάβγισμα  βαθιά στο  βλέμμα

Με  τη δαγκωνιά  κρυμμένη

κάτω από  τα δόντια

Τα ωραία  λαμπερά του δόντια

ήξεραν

περίμεναν  υπομονετικά

την ώρα που το χάδι

θα μυρίζει  αδυναμία

 

 Í

Παντογνώστης  αφηγητής

 Πίσω από αυτο το ύφος

Σε μια απόμακρη μεριά του πάτου

Κρατώ  δεμένο έναν αφηγητή

Αν χαλαρώσω τα δεσμά του

 

Αν αφαιρέσω την κουκούλα

Τι  μανιασμένη καταιγίδα !

Απλώνεται παντού η γραφή του

Φωνάζει εν οίδα ότι τα πάντα οίδα

 

Μπαίνει και βγαίνει απ' το σενάριο

Με έναν  αέρα διασώστη

Που αντί να σώσει  σώζεται

απ' τη δειλία  του αναγνώστη

 

Απέναντι στον εισβολέα

Για να αποφύγω το γιουρούσι

Κλείνω τα σύνορα σ' αυτούς που

Οιδασι τι ποιουσι

 

Για χρόνια αδιάβαστος χωρίς πλοκή

Χωρίς αληθινό βρασμό

Στρείδι που μ' όλο το αχνισμα

Πoρευεται  πεισματικά  κλειστό

 

 Í

Ασκαρδαμυκτί

Γι' αυτό     ας    παλέψω

να  κρατήσω τα  μάτια  ορθάνοιχτα

σε αυτόν τον ανακριτικό  φακό  που   λέγεται  ζωή

Ίσως  και   σβήσω  έτσι  την  παραμικρή   υποψία

ότι   ναι

η  ευθύνη   για  το  ματωμένο   μούτρο της

μπορεί   και  να  φωλιάζει

στη σφιγμένη   μου  γροθιά

 

 Í

 

Φιλοκτήτης   2020 μ. Χ. 

Κουράστηκα   να ρίχνω  άλλα  βέλη

δεν ωφελεί  περισσότερο  κυνήγι

κάθε  πτώμα   είναι   ένας  χαμένος τρόπος  να  νικήσω

ένα  σημάδι  ότι βγήκε από το κέλυφος η  μοναξιά  μου

Κι έτσι  ευάλωτη χωρίς  φτιασίδια

τρώγεται  απ' τα  ψέματά  της

και  μικραίνει

και  μικραίνω  πιο  πολύ

με  το ξεγύμνωμά  της

Και   αφήνω  τα   σκυλιά   να  με  μυρίζουν ως τις τύψεις

Και  σφυρίζω   δυνατά  για να  μ' ακούσει ο  χαλασμός   μου

ότι   όλα  θα  γίνουν   κατά το  θέλημά  του

ότι   με  τα   βέλη  δεν κερδίζεται η   αγάπη

ότι   πιο   βαθιά  κι  από τον στόχο

κρύβεται  η  ευθύνη

να   μαδάς το  λουλούδι  ως το  άρωμά του

και  να   γδέρνει  η  βολή  μονάχα  το  δέρμα

ως  υπενθύμιση

ότι  μέσα  στην  υποταγή

κοιμάται  πάντα  κάτι  μυτερό

που  αν  ξυπνήσει, αλίμονο

σε  κείνους που απατώνται

λέγοντας  και ξαναλέγοντας

για   παρηγόρια

ότι  στράβωσαν   οι  μύτες  απ'τα  βέλη 

 

 Í

Δεν αποκλείεται

Την  επομένη  του  θανάτου  μου

αφού   ξεκουραστώ  σεμνά

μέσα  στην  αλαλία των  πεύκων

κι  αφού  το  χώμα  πιει   μια  ρουφηξιά

απ' την ποιητική  μου   φλέβα

δεν  αποκλείεται  οι  πέτρες

τα  σκουλήκια  ο  παλμός της  γης

τα  ορυκτά  τα  μαρμαρένια  αλώνια

το  Πλειστόκαινο  οι  μπιστικοί   του  Χάρου

οι  ρίζες  αιωνόβιων   δέντρων

καλλικάντζαροι   το  πουργατόριο    

Η  κόλαση   αυτοπροσώπως  τα  εννέα  Ρίχτερ  το  νερό της  λησμονιάς

να βάλουν όλα  ένα   χεράκι

να  σηκώσουν  το  μολύβι

κι  απ'τα κόκκαλα

κι   απ'τα    χρυσαφικά

κι  από  τους   στίχους

κάτω  από   τα  μάρμαρα 

να  μείνει  μόνο  μια   μουντζούρα

 Í

 

Καθρέφτη καθρεφτάκι μου

Έβαζε  κάθε  βράδυ ένα καινούριο  σώμα

Καθόταν  ώρες στον καθρέφτη Στολιζόταν

Πιο  πολύ  κι  από την Άνοιξη

όταν  ύστερα  από βαρυχειμωνιά  απλώνει  

χρώματα  στα γκρίζα δέντρα 

και στο  γκρίζο χώμα 

Ώρες  στον καθρέφτη 

Τόσο  που    αγανακτούσε  κάποτε

ο καθρέφτης  από τόση  ομορφιά 

Έσπαζε  σε χίλια  μέρη 

και  για  να της   παραδοθεί  μετά   ξανά

τον  ρώταγε  με  γαλιφιά :

Αγόρι  αγοράκι    μου 

Ποιος  είναι  ο  πιο  καλόβολος

ο  πιο   υποτακτικός 

καθρέφτης  του κόσμου;

 

 Í

Μενίππου   29

Έξω από τη μονοκατοικία

στη Μενίππου 29

έσβηνε το χειροκρότημα

κατέβαινε η αυλαία

Άλλοτε στα σοβαρά

και άλλοτε μισοαστεία

Φάνταζε η ερήμωση

ιδεώδης σωτηρία

Ζωή μου,είπες,λάθος σ' έζησα

μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα

Προτού σε  μαχαιρώσω εγώ

στα χέρια σου έτρεχε αίμα

Έξω από τη μονοκατοικία τώρα

υπάρχει μόνο ένα ΠΩΛΕΙΤΑΙ

Ζητούνται νέοι τρόφιμοι

Καινούργιοι "ἰδιοκτῆται"

 

 Í

Η μετακόμιση

Αφού λοιπόν μετακόμισες μέσα μου

,ολάκερο σπίτι, χωρίς να σε θέλω

χωρίς να σε ζω

Ας κανονίσουμε το νοίκι

Ας υπογράψουμε τα σχετικά

Εδωκάτω από το στήθος  μου

είναι  τα συμβόλαια 

Μη δικαιολογείσαι πως τα σπίτια

δε σκαμπάζουν  από ανάγνωση ή γραφή

Απ' τα  συνθήματα που σου έγραφα

για χρόνια στον μαντρότοιχο

δεν κράτησες μια  λέξη ;

Μόνο έψαχνες  για  χώρο

Πού θα βάλεις τα παράθυρα

να φαίνεται ωραιότερη απέξω 

η φρίκη που με καταπίνει

Έψαχνες σημείο

Πού  θα  ρίξεις τα θεμέλια

για να μην τραντάζεται

ούτε. ένα λιθαράκι

απ' τους σεισμούς μου

 

Αλλά  γελιέσαι

αγαπημένο σπίτι

αν συναλλάσσεσαι μαζί μου 

ή συναλλάσσομαι μαζί σου

Ο αληθινός εκμισθωτής και για τους δυο μας

θα' ναι πάντα  η  μοναξιά

 

 Í

 

Αμνός  αμνού

Όταν με στήνουν

στο εκτελεστικό απόσπασμα

Χαρίζω στους εκτελεστές

την πιο ατόφια εκδοχή μου :

ένα αρνί  που τρέμει

μήπως ξαναγίνει λύκος

Όταν πάλι μου χαρίζουν τη ζωή

τους εκτελώ

με την καλύτερη ερμηνεία λύκου

στο πετσί αρνιού

 

(Αν  πάλι κάνουν δοκιμή να

με εκπαιδεύσουν στην εκτέλεση

άγριων λύκων

Ας περιμένουν να ακουστεί το μπαμ

απ' το μυδραλιοβόλο μου

σε μια βερσιόν  νοσταλγικού  βελάσματος)

 

Í 

Η εκτέλεση

 Φόρεσα  το  πιο  λευκό πουκάμισο

με την έτοιμη τρύπα

στο  ύψος  της  καρδιάς

Απρόσμενα μπήκαν  μέσα  χελιδόνια

Μια  αγωνία

που  νοικοκύρευε τις  τελευταίες στιγμές

χάλασε  με  τη σκούπα  τη φωλιά  τους

έφυγαν κυνηγημένα

μ'ένα   κλαράκι  θυμό  στο  ράμφος

Ακούστηκε  το  σύνθημα  :

Σημαδέψατε  στο  βλέμμα ...

Σ' εκείνον τον αγέρωχο φόβο

που  φέρνει  αφλογιστία   στα  ντουφέκια

Έμεινα  με το  πρόσωπο  ανοιχτό

για  λίγα    δευτερόλεπτα

Φαινόταν   τώρα  καθαρότερα

η  φωτιά  πίσω  απ'το  δέρμα

δάκρυα  χαμογελαστά

ένα   τραχύ  επιφώνημα

σταματημένο   στο  λαρύγγι

Οπλίσατε  λοιπόν !

 

Δεν ακούστηκε  κρότος

μόνο  κάλυκες   πεταμένοι

μόνο  κάτι  σα χλευασμός

Τι  να  σκοτώσουμε  από  δαύτον;

Είναι  ήδη  πεθαμένος

Ρίψατε  ομαδόν

στα   χελιδόνια  

 

 Í

 

Διερώτηση για να κάθομαι άναυδος

Τι αφόρητο να λάμπουν

ψεύτικα κοσμήματα

που πιάνουν τρυφερούς λαιμούς

που μαγνητίζουν έντομα

ματιές

με μιαν αυθάδη επιβολή

με μια σημαία κατοχής

και το πραγματικό πετράδι

να σπαράζει

με συμπαντικές κραυγές

χαμένο

καρφωμένο κάτω από την προίκα

στο μπαούλο;

 

 Í

 

Χωρίς  στοιχειό

 Αν το  κορμί  στεριώνει

μόνο  εκεί   που χτίζουν

κάτι   από το  μαύρο  του  έρωτα

ας   απομείνει   ετοιμόρροπο   γεφύρι

Όταν  το  ξεγελούν   βοριάδες

θα   τραντάζεται

θα  ρίχνει  κάτω  τους διαβάτες

Θα   περνιέται  για   βυθός

Αν και θα   βρέχει  μόνο

τις  πατούσες  των κολυμβητών  του

 

Θα  λείπει  απ' τα  θεμέλια

το   στοιχειό    του  

 

 Í

Ανέστιος

Το   σπίτι  μου

δεν έχει  αίμα 

είναι  μπογιά

χυμένη στο δρόμο

κουτσαίνει  σα λέξη

χωρίς  το τελικό της  γράμμα 

του  τρων  τη  δύναμη

τα  άλλα σπίτια

το  αφήνουν  σκελετό

μιλάει  ψιθυριστά

για να   κουφαίνεται

η   μιλιά  του

ξεχαρβαλώνει  το  κουδούνι

για  να  χτυπούν οι  χτύποι

Κάτι  σαν τραγούδι  της  καρδιάς

ανεβασμένο   στη γροθιά

του  επισκέπτη

Χωρίς  οδόσημο

άγνωστο  μεταξύ  αγνώστων

κουρασμένο  μέσα

στην  απόλυτη  απραξία

παίζει  με  τα   σύννεφα

ανοιγοκλείνει   την ταράτσα

μια   βροχή   και  μια  λιακάδα

βρώμικο  το  ίδιο

σφουγγαρίζει

τα  ανομήματά  μου

Μα όταν νιώθει  βάρος

στα  πλευρά  του

γίνεται  άλλο  σπίτι

φρενιασμένο

ανοίγει  πόρτες

με  κλωτσάει

απ'  τα   δωμάτια

παίρνει  την τανάλια

και   με  ξεκρεμάει

από τους  τοίχους

γίνεται  άλλο  σπίτι

Φάντασμα   κυνηγημένο

από  άλλο  φάντασμα

 

 Í

Ο σχοινοβάτης

Πάνω στη μικρή παύλα

Που ένωνε το βάραθρο  αγάπη - μίσος

Ένας σχοινοβάτης  αγωνίζονταν

Για να κρατήσει ισορροπία

Λέγοντας μια προσευχή :

Άγιε των ακροβατών

Κάνε το πλήθος να μη βλέπει

το σχοινί ασφαλείας

που κρέμεται στη ράχη μου

Ώστε κι η πτώση ακόμη στην αναισθησία

στην τέλεια σίγαση  των αισθημάτων

Να φαντάζει επίδειξη βαρέων βαρών

Κι εγώ σου κάνω τάμα

Άγιε των ακροβατών

Να ανέβω ως την κορφή της ποίησης

Με τα γόνατα και τους αγκώνες

 

 Í

Σύνες της κραυγής μου 

Ό,τι   στεκόταν χαμηλότερα

αφήνει  τώρα  διάπλατα

την  απειλή  του

πάνω στο  λάθος   μιας  αδυναμίας 

άγνωστο  γεράκι 

κατεβαίνει  με  τα  νύχια    του

σχεδόν  χειρουργικά

σε   στόχο  που  τον εγκατέλειψαν

οι  μαχητές  του 

σε  ανοχύρωτη πληγή 

σε  ερημία   δίχως   τέλος  

κι   είναι  τόσο  κρύο  το  δωμάτιο

που  κοκκαλώνει

το  ρολόι

κι   ακούγεται μακρόσυρτα

ένα   νταν

σα θρήνος  μέσα σε  χαμόγελο

 

Από  τη μια  γωνιά ως την άλλη

καταδικασμένος

σπάω  πέτρα 

με  σφυρί  στα  χέρια

θρυμματίζω  τοίχους

κι   απ' τα   θρύμματα 

κατρακυλούν  στο  πάτωμα 

-τι   σκευωρία -

μόνο    οι   σοβάδες     

 

 Í

 

Οι  σκιές

 Δεσμώτη, κι όμως κρατήθηκες  ζωντανός

από  την ίδια  την πλάνη σου

Μόνες σκιές ήταν αυτά  που  δεν άντεξες να  αντικρίσεις

αυτά  που τάχα μου σταύρωσαν   τους  αντίχριστους  πέρα από  το μυαλό

Μόνο παρακάλεσες   τον δεσμοφύλακα  να  πετάξει  κουβάδες αλήθεια

στον απέναντι  τοίχο

μόνο σ' ενοχλούσε ένα  παρελθόν που αγάλλιαζε  στην ελαφρότητά  του

χωρίς κανένα  γιατροσόφι   να  απαλύνει  το  σάπισμα

παρακάλεσες  ήλιο  και  σου δόθηκε ένας μισοχαλασμένος  φακός 

άναψες κάτω από  τα  λόγια  σου μπαρούτι κι  έσκασε  ένα  αρρωστιάρικο μπαμ

φύτεψες  την   αλήθεια  γίγαντα και   σου    βγήκε     νάνος

Μην περιμένεις   οίκτο   από  αυτά  που μαστιγώθηκαν  με  τον οίκτο

Μην  περιμένεις  θάνατο  από   έναν ύπνο που  υπόσχεται  ραντεβού σε άλλο σώμα

Ό,τι  αρπάχτηκε   από τα νύχια  του  ωραίου ξαναγυρίζει  στον άνθρωπο πτώμα

Ό,τι  σκαρφάλωσε  στον  ανθό  κατεβαίνει   δηλητήριο   στις ρίζες

Δεσμώτη, διαβάζοντας  το πετραδάκι σωστά   αποστηθίζεις  το σύμπαν

Η  ομηρία  έχει   κάποτε πολύ   ψαχνό

δαγκώνεις   συννεφιά   και  καταπίνεις  αίθριο  ουρανό

χαϊδεύεις τη  σκιά   και τρίβεται στα πόδια  σου  η  ιδέα

κοίτα   ωμά

εκεί  που  πιάνει  πυρκαγιά   η πίστη

αλλά  δροσίζει   η  απιστία

και προς  Θεού  ανέβαινε  με προσοχή  τα  επίπεδα  του  στήθους :

στέρνο-καμπύλη-στεφάνι-θηλή

Μόνο  έτσι  βυζαίνεται ο  κόσμος  χωρίς  οδύνη 

 

Í 

Εν πλω

 Εδώ στην  ακροθαλασσιά

μήνες ανεβασμένος  σε  μια βάρκα

λιώνω  από  ακινησία

Και  τι   ματαίωση

να κρατούν   δεμένο  το ταξίδι

λίγα   μέτρα   καραβόσκοινο

Τόση  ναυτία

κι ας είναι  η θάλασσα λάδι

 

Πάνω   στη  βάρκα

οι  σανίδες ψιθυρίζουν  προσευχές :

Να   δώσει  ο  μεγαλοδύναμος

να  τσακιστεί  στα βράχια

Να  μπερδέψουν τις   ελπίδες  του

με  αφρόψαρα οι  γλάροι

Να  τον   πνίξουν   επιτέλους 

τα  ρηχά   του   λόγια

Τόση   ναυτία

κι  ας είναι  η θάλασσα λάδι

 

Φυσάω προς τον  άνεμο για  να  φυσήξει

 

Αν όμως  κάτι  πιο  ελαφρύ από  ελπίδα

εξατμίζε  το  βάρος

γιόρταζε  τη  συντριβή  του

κι   έμενα   μονάχα ιδέα;

 

Στα  πρόθυρα  του  ταξιδιού

γερνάω  από  έρωτα  για  λίγη  αρμύρα

γερνάει   το κρανίο  μου

αλλά  ασπρίζουν  μόνο  οι αναμνήσεις

τρυφερή   η   θάλασσα εγώ   ατσάλι

σκέτη  ακινησία

 

Φυσάω προς  τον άνεμο  για να φυσήξει 

 

 Í

Εμείς η πόλη

Εμείς η   πόλη

περιμένουμε την άλωση μας

μήνες έξω από τα τείχη

Όπως όλα δείχνουν

η άλωση μας ξέχασε

και γύρισε τους  εναντίον μας  καταπέλτες

πάνω στους πολιορκητές

Εμείς η πόλη

είμαστε υποψήφιοι σκλάβοι της αναμονής μας

Ένας λαός με ύφος αγωνίας

σε πρόσωπα ξεκαρδισμένα

από το γέλιο

Διψάμε για συμβιβασμό

μπροστά στην υποψία

πως θα μας κατακτήσουν

άλλοι  πιο δουλοπρεπείς

απ' ότι εμείς

Στα χέρια μας οι ουλές από τις αλυσίδες

είναι πιο σφιχτές από τις αλυσίδες

Στο DNA μας κουβαλάμε

πολεμίστρες που μας πολεμούν

και ναρκοπέδια που χαρίζουνε τις νάρκες τους

σε νικημένους βασιλιάδες

Τάφρους κόκκαλα θυμάτων

Πλέγματα από αγκάθια

Εμείς η πόλη

περιμένουμε να συμπεριφερθεί  το θαύμα

όπως ταιριάζει σε ένα θαύμα

μιας εικόνας που δακρύζει

από τα δακρυγόνα που πετούν επάνω της

οι βέβηλοι προσκυνητές

Εμείς η πόλη

Περιμένουμε με κόπο

μήπως αναβλύσει μύρο

απ'τα ψοφίμια που στοιβάζονται

στις μέρες

και στα  φονικά μας έργα  

Εμείς η πόλη

ελλείψει κυνηγών

καλοδεχόμαστε τα αγρίμια

να μας ντουφεκάνε

Και τελικά τι είμαστε εμείς ;

Η πόλη των πολλών  ;

Πολυπολιτισμένοι ;

Οι πολλοί της πόλης ;

Ή  τελικά  πολίτες άνευ  πόλης ;

Í

Ουκ ένι Έλλην

Έλληνας    στα   χρόνια  μου 

σημαίνει   ένα σκελετωμένο  πνεύμα

έναν   που  κρατάει  στον  πόλεμο

κοντάρι   με  τα    χέρια    ξένων

και  βυζαίνει  την   ψυχή του     από   παμπάλαιες   νίκες  

και  ονειρεύεται  μια   κόπωση   που   δεν  κουράζει  

και  το   μυαλό   του   κάθεται

σαν  μοίρα  έξω απ 'το  κεφάλι

γράφοντας   και   σβήνοντας

τα   κρίματά  του

Πικραμένα  αγάλματα  του  κάνουν  έξωση 

που   δεν  πληρώνει  πια  το  νοίκι    του  στη μνήμη  

Ένας  ζητιάνος    του  απλώνει

με   κακόμοιρο  ύφος   την  παλάμη  μες  στην  αμνησία  

Και  ο   φόβος   του  

γιατρεύει    κάθε  τραύμα   στα   ιερά   του

κι  η    ζωή του   είναι   πιο   φαλακρή  από   κρανίο 

κι   η φωνή   του  ουρλιάζει σε  μεγάλο   στόμα   

που  κατάπιε   το  είδωλό  του  στον  καθρέφτη 

και   το   πάθος  του  είναι     λίβας 

που   φθινοπωριάζει  αμέσως

κιτρινίζοντας     στα    φυλλοκάρδια

τα   μεγάλα     κούφια  σχέδιά   του


Í

Επιτύμβιο

Αυτό   υπήρξε   η ζωή μου

ένα    χαλάκι

όπου  σκούπιζα

μετά  από  κάθε  έξοδο 

σχολαστικά   τα   πόδια

τρίβοντας   και  ξανατρίβοντας

για   να  πατήσω

δίχως   ενοχές

με   σίγουρη  συνείδηση

στο  περσικό  χαλί

του  σαλονιού 


Í

Υποσημείωση

--------------------------------------------------

Να σημειωθεί τέλος

ότι 

κάτω από  την πόρτα  

παρά   τα  μέτρα  αυτοάμυνας

περιλαμβανομένων

μιας  παχιάς  κουρελούς

μονωτικής  ταινίας 

και   τεσσάρων  πέντε   εκρηκτικών μηχανισμών 

εξακολουθούν  και  εισβάλλουν   τάγματα δαιμόνια  

ότι 

ήδη  παζαρεύω

μια     συνθήκη   παραχώρησης  

πατρίων   εδαφών  

κοροιδεύοντας  περίτεχνα    το   πλήθος 

πίσω  από  την  πλάτη  μου

ότι   ακόμη  όλος

πνεύματι   αντιστέκομαι  


ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ ΜΕΤΑΞΥ 2019-2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίμνερμος " τίς δὲ βίος..." Απόδοση από τον Κώστα Τσιαχρή

  τίς δὲ βίος, τί δὲ τερπνὸν ἄτερ χρυσῆς Ἀφροδίτης;           τεθναίην, ὅτε μοι μηκέτι ταῦτα μέλοι, κρυπταδίη φιλότης καὶ μείλιχα δῶρα καὶ ε...